Macro

Νίκος Ξυδάκης: Το φάντασμα της μεσαίας τάξης: το δικό μας Fargo

Μες στην απέραντη μεσορηχότητα των τηλεοπτικών σειρών ένα φως σπαθίζει, δείχνει τα πράγματα που έρχονται, σχεδόν πάντα σαν δυστοπία. Σκοτεινές ιστορίες περνούν τα φίλτρα των στούντιο και γίνονται επιτυχίες, έστω ελάσσονες, στο κατακλυσμιαίο streaming. Ας πούμε, στο Netflix.
 
Μιλώ συγκεκριμένα για «σκοτεινές» σειρές, σαν το Οzark, το Better Call Saul και το αδελφό του Breaking Βad, για τις επάλληλες αφηγήσεις του Fargo. Κατά τη δική μου ανάγνωση, σε όλες αυτές τις σειρές ιστορείται η καταστροφή της μεσαίας τάξης, η καταστροφή της κοινωνίας όπως τη ζήσαμε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Καταγράφεται όχι μόνο το τέλος του μικροαστικού ονείρου, του American ή του Greek Dream, αλλά και η εξαφάνιση των ανθρωπότυπων της μακράς Ενδοξης Τριακονταετίας.
 
Οι Αμερικανοί σεναριογράφοι περιγράφουν έναν κόσμο όπου είναι αδύνατον να ζήσεις σαν μεσαίος· ο κόσμος είναι χωρισμένος σε υπερπλούσιους και πλούσιους, από τη μια, και από φτωχούς και πάμπτωχους, από την άλλη. Μεσαίος χώρος δεν υπάρχει πια, έχει χαθεί προ πολλού. Και βέβαια η τερατώδης οικονομική ανισότητα συνεπάγεται άλλα συστήματα αξιών και διαφορετικούς καλούς και κακούς: το κοινό μοτίβο των προειρηθέντων έργων είναι πως ένας «κανονικός» καθημερινός, απλός άνθρωπος μετατρέπεται σε τέρας· ελάχιστοι αντέχουν να υπάρχουν ως λειτουργικά «καλοί», δίκαιοι· το κρατικό σύστημα είναι κατά βάσιν διεφθαρμένο· για τους από κάτω, τους μη πλούσιους, τους ντεσπεράδος, η μοναδική οδός διαφυγής είναι το έγκλημα.
 
Στο Οzark, λ.χ., ο ημιαθώος λογιστής που ξεπλένει χρήμα για ένα μεξικάνικο καρτέλ μπορεί να επιζήσει οικογενειακά μόνο βουλιάζοντας βαθύτερα στο καρτέλ· σταδιακά όλη η υποδειγματική Αγία Οικογένεια μετατρέπεται σε Οικογένεια Κακών, γιατί απλούστατα δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς.
 
Στο Breaking Βad ο χημικός καθηγητής λυκείου, φτωχός καρκινοπαθής, στήνει εργαστήριο meth στις ερημιές του Νιου Μέξικο, ο ανέλπιδος μικροαστός μετασχηματίζεται σε drug lord. Ακόμη πιο ανάγλυφα, στην ίδια μεταμοντέρνα ερημιά του Νιου Μέξικο, με τους λίγους πλούσιους λευκούς και τους άπειρους φτωχομεξικάνους, ο μικροδικολάβος Τζίμι χρησιμοποιεί το ταλέντο στην εξαπάτηση για να μεταμορφωθεί από λούζερ σε άπληστο δικηγόρο Saul των φουκαράδων και των ναρκέμπορων. Εως την Πτώση. Στο δαιμονικό κοινωνικό ασανσέρ του εγκλήματος η κάθοδος είναι πιο γρήγορη από τη δύσκολη άνοδο. Και στο κοινωνικό νεο-νουάρ δεν υπάρχει χάπι εντ.
 
Στο πέμπτο Fargo, το ένα από τα δύο αφηγηματικά μοτίβα (το άλλο είναι η βία κατά γυναικών και η μισαλλόδοξη Ακροδεξιά) είναι το υπερχρεωμένο 90% των Αμερικανών που ζουν στο κλουβί του χρέους από το πρώτο φοιτητικό δάνειο. Η υπερπλούσια villain, ιδιοκτήτρια εταιρείας διαχείρισης χρεών, αναλύει την Αμερική των ανισοτήτων σαν τους οικονομολόγους Τομά Πικετί και Μπράνκο Μιλάνοβιτς, καταλήγοντας στον δικό της δαρβινικό raison d’être, γκροτέσκο μα και ακραία ρεαλιστικό. Η κακοποιημένη φυγάς, στο τέλος ενός λουτρού αίματος, λέει στον απόκοσμο δολοφόνο «δεν πρέπει να υπάρχουν χρέη, πρέπει να χαρίζονται», και το παρενδυτικό φρικιό (σαν να) πείθεται, και όλοι μαζί πλάθουν τα γκροτέσκα κούκις της οικογενειακής κανονικότητας.
 
Είναι αυτή η πραγματικότητα των σημερινών ΗΠΑ; Τα μοτίβα των μυθοπλασιών δεν ξεπερνούν σε τόλμη και μαυρίλα τις ειδήσεις και τις στατιστικές από την Αμερική του Τραμπ – ο οποίος πρωταγωνιστεί ποικιλοτρόπως στο Fargo 5 των υπεραρσενικών θρησκόληπτων πατριωτών των μεσοδυτικών πολιτειών. Η Αμερική είναι η Μινεσότα, η Βόρεια Ντακότα, το Μισούρι, το Κάνσας, το Νιου Μέξικο – όχι η Νέα Υόρκη του Γούντι Αλεν, το Σαν Φρανσίσκο των μπητ, η Βοστόνη των πανεπιστημίων. Και όλες οι ιστορίες «βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα», όπως ειρωνικά είπαν κάποτε οι αδελφοί Κοέν για την ταινία Fargo, εννοώντας ότι όσα μπορούν να συμβούν ήδη συμβαίνουν.
 
Στην Ελλάδα, με τη μισή έκταση της Μινεσότα, εδώ και μιάμιση δεκαετία ζούμε τα «πραγματικά γεγονότα» του δικού μας Fargo, τη μικρομεσαία μας μυθοπλασία, γεμάτη φαντάσματα. Αλλάξαμε βαθιά, και αλλάζουμε. Μα δεν το αναγνωρίζουμε ή δεν το αποδεχόμαστε. Τα φαντάσματα πεθαίνουν τελευταία ή δεν πεθαίνουν καν. Μας φανταζόμαστε ακόμη μεσαίους, με προσδοκίες ανόδου. Ο πτωχευμένος δεν μπορεί να συντηρήσει Νισάν εικοσαετίας, αλλά φενακίζεται ότι μπορεί να πληρώσει δίδακτρα Χάρβαρντ.
 
Κάποιοι διανοητικά οκνηροί ή απλώς πονηροί μιλούν ακόμη για μεσαία τάξη και κεντρώο χώρο. Στην πραγματικότητα, οι μεν οκνηροί αναζητούν άλλοθι για την ανικανότητά τους, οι δε πονηροί απλώς επεκτείνουν τη λεηλασία.
 
Το δικό μας Fargo, ο δικός μας Saul, η Ελλάδα του τζόγου 38 δισ. και της Greek Mafia, είναι αυτά που βλέπει ο Αγγελος της Ιστορίας: «Ο,τι σ’ εμάς εμφανίζεται ως αλυσίδα συμβάντων, αυτός το βλέπει ως μια μοναδική καταστροφή που σωρεύει ακατάπαυστα ερείπια επί ερειπίων και του τα ρίχνει στα πόδια…».

Νίκος Ξυδάκης