Τα βλέμματά τους κέντρισαν τα νυσταγμένα μας βλέφαρα, ανόρθωσαν τους κυρτούς μας ώμους.
[μνήμη Τάκη Καφετζή]
Σαν ηλεκτρική εκκένωση διαπέρασαν τα ναρκωμένα μας σώματα οι φωτογραφίες των διακοσίων της Καισαριανής, από την Πρωτομαγιά του 1944 στον Φεβρουάριο του 2026. Ξάφνου, μες στο μουρμουρητό της χαμοζωής, ανάβλυζαν βλέμματα μέσα από μυριάδες οθόνες, κάτω από κουρεμένα κεφάλια, πάνω από λευκά πουκάμισα, πάνω από φαρδιά παντελόνια σφιγμένα με μια ταλαίπωρη ζώνη, πάνω από πλεχτά γιλέκα, οι οθόνες των λάπτοπ και των κινητών ακτινοβολούσαν ασπρόμαυρα και σέπια πρόσωπα, με κάτι σαν ευγενικό χαμόγελο, με μισάνοιχτα στόματα σαν κάτι να λένε, κάτι να τραγουδούν, με βλέμματα θαρρετά ίσια κατάματα στο φακό του εκτελεστή, κατάματα στις κάννες του αποσπάσματος.
Αυτά τα βλέμματα φωτισαν τα δικά μας σβησμένα μάτια, θέρμαναν τις καρδιές μας, έφεραν μπροστά μας όλους τους νεκρούς, κεκοιμημένους μα μηδέποτε λησμονημένους, παλικάρια που έμειναν άταφα σε μια κορφή ή στον βυθό του Σαρωνικού, κοπέλες με σχισμένες σάρκες από τους Έλληνες βασανιστές της οδού Ελπίδος, οστά ανεπίδοτα στο Επταπύργιο, πικροί εξόριστοι, θαμμένοι στην υπερορία· τα βλέμματα που μας συναντούσαν από τις οθόνες ήταν τα βλέμματα των μαρτύρων, όλων των θυσιασθέντων.
ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΛΗΘΗ
Η πομπή προς τον τοίχο, τα προτεταμένα στήθη, η σηκωμένη γροθιά αντίκρυ στις κάννες, ήταν μια κάποια απάντηση στο «ούτε οι νεκροί δεν θα είναι ασφαλείς, αν ο εχθρός νικήσει» του Βάλτερ Μπένγιαμιν, μια αντιστροφή.
Ναι, οι νεκροί δεν είναι ασφαλείς, κινδυνεύουν από τη λησμονιά, την εξαφάνιση. Γι’ αυτό οι δοσίλογοι είναι σε διαρκή ακήρυχτο πόλεμο με τη μνήμη, τα κείμενα, τις φωτογραφίες, τα αρχεία που καταγράφουν τις πράξεις. Η λήθη είναι ο διαρκής θάνατος.
Και ναι, οι νεκροί θα είναι ασφαλείς, με δικαιωμένη θυσία, η αύρα τους θα ζει ανάμεσά μας, όταν δεν ξεχνάμε, όταν το παρελθόν και το μέλλον συντήκονται, όταν η θυσία και το όραμα περιδινίζονται μες στο πελώριο παρόν, το μόνο που υπάρχει, αυτό που μας ορίζει.
ΤΟ PUNCTUM
Γιατί έλαμψαν με τόση δύναμη αυτές οι φωτογραφίες; Η Βιρτζίνια Γουλφ χρησιμοποίησε φωτογραφίες του Ισπανικού Εμφύλιου για να καταδείξει τη φρίκη του πολέμου, στο βιβλίο της «Τρεις γκινέες»· με τη μοναδική ματιά της κοιτάζει μια φωτογραφία πτώματος τόσο ακρωτηριασμένο που θα μπορούσε να είναι ανδρικό ή γυναικείο ή και να ανήκει σε γουρούνι. «Πρόκειται όμως για σκοτωμένα παιδιά, και σίγουρα ο χώρος αποτελεί τμήμα ενός σπιτιού. Η βόμβα έχει ρίξει τον ένα τοίχο· ένα κλουβί εξακολουθεί να βρίσκεται κρεμασμένο πιθανότατα στο καθιστικό…»
Η Γουλφ στη φωτογραφία κοιτάζει την όλη αφήγηση, τον βομβαρδισμό, τα νεκρά παιδιά, τον πόλεμο, μα το βλέμμα της στέκεται στο κλουβί που παραμένει κρεμασμένο κάπου σε έναν πρώην χώρο, στη ζωή. Μερικές δεκαετίες αργότερα ο Ρολάν Μπαρτ θα έδινε ορισμούς σε αυτή τη διαδικασία βλέπειν της Γουλφ: τα ερείπια, τα σώματα, είναι το studium, η σπουδή, αυτό που μας αφηγείται ο φωτογράφος. Το αλλόκοτο κλουβί, η ανορθογραφία ζωής μες στον όλεθρο, είναι το κατά Μπαρτ punctum, η αιχμή που ξεπηδά από τη φωτογραφία και κεντά τον θεατή, τον τρυπά σημειακά.
SATORI, ΕΠΙΦΑΝΙΑ
Στις φωτογραφίες των διακοσίων της Καισαριανής, το περιεχόμενο studium είναι ήδη πελώριο, είναι η ιστορία των μαζικών εκτελέσεων από τις γερμανικές δυνάμεις Κατοχής. Αλλά αυτό που διαπέρασε σαν ηλεκτροσόκ τις αισθήσεις μας και τις ψυχές μας είναι το απροσδόκητο punctum στα βλέμματα των παλικαριών, στις κορμοστασιές, στην πομπή προς το επέκεινα.
Τα βλέμματα τους μάς κοιτούν, τον καθένα ξεχωριστά, και λειτουργούν ταυτοχρόνως αισθητηριακά, εξόχως υλικά ―η φωτογραφία με κοιτά― μα και πνευματικά: οι άνθρωποι αυτοί, ένα βήμα πριν από τον σωματικό αφανισμό, με κοιτούν θαρρετά, σχεδόν γελαστά, και μου λένε κάτι μεγάλο, για εμένα, για τη ζωή μου, αυτοί στο επέκεινα κι εγώ εδώ και τώρα. Είναι το satori, η έλλαμψη του ζεν, είναι τα επιφάνια της παρ΄ ημίν θεολογίας.
ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΙΔΙΟΤΕΛΩΝ ΚΑΘΑΡΜΑΤΩΝ
Η πάνδημη συγκίνηση ―εκτός των ιδιοτελών καθαρμάτων, όπως κατέγραψε προσφυώς ο Δημήτρης Γληνός στο ιδρυτικό κείμενο του ΕΑΜ― που προκάλεσαν οι φωτογραφίες είναι τούτη η μετακένωση κουράγιου, καρτερίας, βούλησης, περηφάνιας, ορισμένως αυτογνωσίας, από εκείνα τα παιδιά της γαλαρίας, αρτοποιούς, οικοδόμους, τσαγκάρηδες, ράφτες, τυπογράφους, δασκάλους, φοιτητές ανάπηρους του Αλβανικού. Τα βλέμματα τους κέντρισαν τα νυσταγμένα μας βλέφαρα, ανόρθωσαν τους κυρτούς μας ώμους.