Macro

Νίκος Ξυδάκης: Αλγόριθμοι μοναξιάς, ναρκισσισμού

Στερεώνω τα κινέζικα ακουστικά μου. Πατάω random πρόγραμμα, παραδίδομαι στον αλγόριθμο. Αποδρώ στον ελάχιστο θαλαμίσκο, όσος απομένει, αν απομένει.
::::
Πριν από χρόνια αναρωτιόμουν τι μουσικές ακούνε οι επιβάτες στις συγκοινωνίες, τυλιγμένοι στις πληθυντικές μοναξιές τους. Ηταν οι εποχές που είχαν κυκλοφορήσει μαζικά τα ακουστικά-ψείρες και τα ψηφιακά players, είχαν αρχίσει να παίζουν μουσική και τα κινητά. Σφήνωνα τα δικά μου ακουστικά κάτω από το κράνος και οδηγούσα κάπως ριψοκίνδυνα τη βέσπα, ακούγοντας Radiohead και Rage Αgainst Τhe Machine.
Είχα τότε καταλήξει ότι όλα τα μουσικά ρυάκια των commuters σχηματίζουν το καθολικό σάουντρακ της πόλης· υπό μία έννοια, όλοι άκουγαν από το ίδιο μεγα-μενού, ο καθείς τη δική του μικρο-επιλογή.
Τώρα, ακούω μουσικές στο δρόμο, όταν περπατάω. Συχνά προτιμώ να τυλίγομαι από ένα ηχοτοπίο, ενισχυτικό ή και αντιθετικό στον ρυθμό της περιπλάνησης. Electronica, downtempo, house, Nicolas Jaar, Nicola Cruz και Davist August, αιώνιες αγάπες Coltrane, Mingus, Monk, Bill Evans, Gil Evans, νεότερες γνωριμίες Esbjörn Svensson Trio, Brad Mehldau, κατά τη διάθεση της στιγμής και τον ρυθμό της περιπλάνησης, κατά το φως της μέρας, άλλο το πρωί άλλο το βράδυ.
ΘΑΛΑΜΙΣΚΟΣ
Ο φορητός εξοπλισμός έχει φτάσει σε πολύ υψηλά επίπεδα, σε ντύνει με έναν ηχοθάλαμο, ατομικό θαλαμίσκο, είναι ένα αισθητηριακό κουκούλι απολαυστικό, εγωιστικό, μοναχικό. Ενας θαλαμίσκος αυτοκινούμενος, με περισκοπική όραση, τροφοδοτούμενος ακουστικά από τα ηχοτοπία, οπτικά από τα ρευστά τοπία ανθρώπων και περιβάλλοντος. Ο σημερινός αστικός πλάνης κινείται ταυτοχρόνως μονωμένος και εκτιθέμενος. Το βλέμμα δεν μονώνεται ποτέ.
Αναρωτιέμαι και τώρα, τι ακούνε οι σιωπηλοί θωρακισμένοι επιβάτες στο μετρό και τα λεωφορεία μέσα από τα εξελιγμένα bluetooth ακουστικά και τα σούπερ-κινητά. Μόλις κατέβω στο φρέαρ του μετρό σταματάω τη μουσική, μπαίνω σε mode εγρήγορσης και παρατήρησης.
ΠΟΝΤΚΑΣΤ;
Μαθαίνω ότι όλο και περισσότεροι ακούνε πόντκαστ. Υποθέτω ότι τα πόντκαστ στο μετρό αντικαθιστούν το διάβασμα της εφημερίδας ή του βιβλίου· είναι και πιο βολικό, όσο κρατιέσαι στη χειρολαβή, δεν χρειάζεται να κάνεις ακροβατικά για να γυρίσεις σελίδα με ένα χέρι. Πώς συγκεντρώνονται στην ακρόαση; Υποθέτω πάλι, με τον ίδιο τρόπο του διαβάζοντας στο λεωφορείο: υψώνεις μια ημιδιαπερατή κουρτίνα.
Αν ισχύει ότι ακούγονται τόσα πολύ τα πόντκαστ, μπαίνω στον πειρασμό να τα συγκρίνω με τον Τύπο και τα βιβλία. Άραγε ο ακροατής αποκομίζει παρόμοια πληροφορία, γνώση, απόλαυση ή παρηγοριά, όπως ο αναγνώστης; Αναρωτιέμαι. Παρότι κατασκευάζω πόντκαστ, δεν μπορώ να τ’ ακούσω στον δρόμο ή στο μετρό.
Γυρνάω στις μουσικές του flâneur και του commuter, του χασομέρη περιπλανητή και του αγχωμένου επιβάτη. Η μουσική, τα τραγούδια, φτιάχνουν το ατομικό ηχοτοπίο, το κουκούλι-θαλαμίσκο που είπαμε. Εντούτοις η ακρόαση δεν είναι ποτέ αποκλειστικά ατομική, είναι και συμμετοχή, έστω ακούσια: συμμετοχή σε έναν κόσμο που παράγει τη μουσική, που την ακούει συλλογικά σε συναυλίες, μπαρ, μεταδόσεις. Είναι ανάκληση μιας συλλογικής εμπειρίας, έστω θαμπή, έστω διαθλασμένη. Είναι συμμετοχή ακόμη και ως μοίρασμα γούστου.
Έτσι το αντιλαμβάνομαι και το βιώνω. Αλλά ίσως πέφτω έξω. Πολύ έξω.
ΜΟΙΡΑΣΜΑ; ΟΥΤΕ ΚΑΝ
«Παλιότερα οι πελάτες παράγγελναν να τους παίξουμε για να χορέψουν. Τώρα παραγγέλνουν για να τραγουδήσουν οι ίδιοι. Είναι όλοι τραγουδιστές.» Το άκουσα από τα χείλη πολύπειρου σολίστ, που έχει ζήσει πολλές σκηνές, συναυλίες, πολλά μαγαζιά. Το σκεφτόμουν την επαύριον, όσο περπατούσα τυλιγμένος στην ελεγεία του Exit Music (for a film) των Radiohead παιγμένου από τον Mehldau.
Δεν τραγουδούν στους γάμους και τις βαφτίσεις, δεν μοιρολογούν στις κηδείες, δεν τραγουδούν στα γιαπιά, δεν σιγοτραγουδούν στα σπίτια, δεν σφυρίζουν μια μελωδία, τον σκοπό από ένα λαϊκό. Πάνε σ ένα μαγαζί, μερακλώνουν, κι αντί ως συνήθως να αρκουδίσουν έναν ζεϊμπέκικο χορό, να επιβάλουν το περιφερειακό θέαμά τους, τώρα ζητούν να τραγουδήσουν, να επιβληθούν σε όλους, να κάνουν το μεράκι κεντρικό μετα-καραόκε, μια ναρκισσιστική επιτέλεση με το στανιό, να κάνουν το γλέντι και την έξοδο κάτι σαν σόσιαλ μίντια «εδώ είναι ο τοίχος μου», «ωραία η ανάρτησή σας».
Μετάλλαξη του μικροαστού, πληγωμένου και εκτοπισμένου και άτοπου πια. Ο ναρκισσισμός, αναίτιος αδικαιολόγητος, υπερτροφικός, τυραννικός βασανιστικός πασχίζει να εκδηλωθεί, ακόμη κι αν δεν προσφέρεται κανείς χώρος. Κατειλημμένος, αλωμένος ο δημόσιος χώρος· συντεθλιμμένος, θλιψιογόνος ο ιδιωτικός.
Στερεώνω τα κινέζικα in-ear monitor ακουστικά μου. Πατάω random πρόγραμμα, παραδίδομαι στον αλγόριθμο. Αποδρώ στον ελάχιστο θαλαμίσκο, όσος απομένει, αν απομένει.