Macro

Νίκος Σμυρναίος: Πώς ριζοσπαστικοποιήθηκε μέρος της γαλλικής κοινωνίας

Η απόφαση του Εμανουέλ Μακρόν να διαλύσει το Κοινοβούλιο και να προκηρύξει πρόωρες βουλευτικές εκλογές αιφνιδίασε τους πάντες και αποσταθεροποίησε πλήρως το γαλλικό πολιτικό σύστημα. Η κύρια συνέπεια αυτής της απόφασης είναι ότι, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, το ακροδεξιό κόμμα της Μαρίν Λεπέν (Εθνικός Συναγερμός-Ressemblement National) θα είναι η πρώτη πολιτική δύναμη σε αριθμό βουλευτών στο τέλος των εκλογών δύο γύρων που θα διεξαχθούν στις 30 Ιουνίου και στις 7 Ιουλίου. Μένει να δούμε αν θα έχει απόλυτη πλειοψηφία και θα μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση με τους συμμάχους του. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η πρωτοβουλία του Μακρόν προκάλεσε έναν πολιτικό σεισμό που βύθισε το κόμμα του σε καθίζηση και τη Γαλλία στην αβεβαιότητα. Πώς όμως φτάσαμε σε αυτή την κατάσταση; Και ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες;
 
Η αδυσώπητη άνοδος της Εθνικού Συναγερμού (πρώην Μετώπου) –ενός κόμματος που ιδρύθηκε από συνεργάτες των Waffen SS και των ναζί τη δεκαετία του 1970– βασίζεται σε τρεις δομικούς παράγοντες: Ο πρώτος παράγοντας είναι η ύπαρξη ρατσιστικών προκαταλήψεων σε σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού, οι οποίες έχουν τις ρίζες τους στο αποικιοκρατικό παρελθόν της χώρας. Οι προκαταλήψεις αυτές έχουν επιδεινωθεί από την έντονη πολιτική εκμετάλλευση από ακροδεξιές πολιτικές δυνάμεις της μεταναστευτικής κρίσης των τελευταίων ετών, όπως σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και στις Ηνωμένες Πολιτείες.
 
Ο δεύτερος δομικός παράγοντας είναι η αυξανόμενη ανισότητα που χαρακτηρίζει πλέον τη γαλλική κοινωνία, η οποία παραδοσιακά διέθετε ένα ισχυρό κράτος πρόνοιας και εκτεταμένες δημόσιες υπηρεσίες. Οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν τις τελευταίες δεκαετίες εντάθηκαν διαδοχικά υπό τις προεδρίες Σαρκοζί και Ολάντ και έχουν φτάσει στα άκρα υπό τον Μακρόν: ιδιωτικοποιήσεις, υποχρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών, απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, φορολογικά δώρα προς τους πλουσιότερους και επιβολή μιας λογικής γενικευμένου ανταγωνισμού σε όλους τους τομείς της κοινωνίας. Στη Γαλλία, η συσσώρευση πλούτου από την αστική τάξη και το κεφάλαιο έχει σπάσει ρεκόρ τα τελευταία χρόνια όπως, αντίστοιχα, και η φτωχοποίηση των λαϊκών στρωμάτων.
 
Ο τρίτος δομικός παράγοντας είναι η συνεχής ποδοπάτηση των αρχών της αστικής και φιλελεύθερης δημοκρατίας από τους κυβερνώντες. Σε δύο περιπτώσεις, το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα δύο γύρων που ισχύει στη Γαλλία ανάγκασε τους ψηφοφόρους, ιδίως της Αριστεράς, να ψηφίσουν τον Μακρόν στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2017 και του 2022 για να αποφύγουν νίκη της Λεπέν. Αντί να λάβει υπόψη του αυτό το θεμελιώδες γεγονός, το στρατόπεδο του Μακρόν, παρά το γεγονός ότι αποτελεί μειοψηφία στη χώρα, ακολούθησε μια αντικοινωνική και αυταρχική πολιτική: βίαιη καταστολή των κοινωνικών κινημάτων, νεοφιλελεύθερες απορρυθμίσεις που επιβλήθηκαν ενάντια στη θέληση του λαού, αλαζονεία της εξουσίας κ.λπ. Είναι χαρακτηριστικό ότι η τελευταία απορρύθμιση του συνταξιοδοτικού, παρά την αντίθεση της πλειοψηφίας και ενός μαζικού κινήματος αντίστασης που διήρκεσε πάνω από έξι μήνες το 2023, επιβλήθηκε τελικά με διάταγμα, χωρίς ψήφιση από τη Βουλή.
 
Η κοινωνική αδικία και η περιφρόνηση των βασικών αρχών της δημοκρατίας κατέληξαν να ριζοσπαστικοποιήσουν ολόκληρα τμήματα του πληθυσμού –ιδίως τους μικρομεσαίους που ζουν στην περιφέρεια των αστικών κέντρων και στις αγροτικές περιοχές, όπου και συγκεντρώνεται η εκλογική δύναμη της Ακροδεξιάς– τα οποία αισθάνονται εγκαταλελειμμένα και αποκλεισμένα από τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Κολακευμένοι από τον ξενοφοβικό λαϊκισμό της Λεπέν, οι άνθρωποι αυτοί έφτασαν να ενστερνίζονται την ιδέα ότι αιτία του κοινωνικού υποβιβασμού τους δεν είναι ο αχαλίνωτος καπιταλισμός, αλλά οι ξένοι εργάτες, οι μετανάστες και οι φτωχοί που ζουν από κοινωνικά επιδόματα.
 
Οι καταλύτες αυτής της διολίσθησης ήταν, από τη μια πλευρά, ο πολιτικός καιροσκοπισμός του Μακρόν στην προσπάθειά του να ανταγωνιστεί τον Εθνικό Συναγερμό από τα δεξιά, ο οποίος ενίσχυσε την εξάπλωση αυτής της εμετικής ιδεολογίας στη γαλλική κοινωνία. Από την άλλη πλευρά, το σύστημα των ΜΜΕ το οποίο γίνεται όλο και πιο κραυγαλέα αντιδραστικό, ως επιστέγασμα της κατάληψής του από τους ολιγάρχες της χώρας. Τέλος, η μαζική επένδυση της Ακροδεξιάς στα κοινωνικά δίκτυα –με κύριο εκφραστή τον πρόεδρο του Εθνικού Συναγερμού, Ζορντάν Μπαρντελά, και το ενάμισι εκατομμύριο followers του στο TikTok– της επέτρεψε να κερδίσει καινούργια ακροατήρια, όπως οι νέοι.
 
Γιατί όμως ο Μακρόν προκήρυξε αυτές τις εκλογές που, από ό,τι διαφαίνεται, θα του επιφέρουν μια οδυνηρή ήττα; Το σχέδιό του ήταν να εκμεταλλευτεί τη διαίρεση στην Αριστερά μεταξύ της Ανυπότακτης Γαλλίας (France Insoumise) του Ζαν-Λικ Μελανσόν, που υπερασπίζεται ένα πρόγραμμα σαφούς ρήξης με τον νεοφιλελευθερισμό και μια αντιρατσιστική γραμμή, και ορισμένων από τα ρεφορμιστικά και φιλελεύθερα στελέχη του Σοσιαλιστικού Κόμματος και των Πρασίνων. Η ταχεία συγκρότηση του Νέου Λαϊκού Μετώπου (Nouveau Front Populaire, το όνομα του οποίου αποτελεί αναφορά στην αντιφασιστική συμμαχία που ανήλθε στην εξουσία το 1936), που συγκεντρώνει όλα τα αριστερά και κεντροαριστερά κόμματα, φάνηκε να ματαιώνει αυτό το σχέδιο. Ωστόσο, αυτή η συμμαχία είναι επισφαλής και αποτελεί μια καιροσκοπική επιλογή για τη φιλελεύθερη πτέρυγά της.
 
Επιπλέον, από την έναρξη της προεκλογικής περιόδου, το σύστημα της πολιτικής, οικονομικής και μιντιακής εξουσίας έχει εξαπολύσει μια προπαγανδιστική εκστρατεία ενάντια στον Μελανσόν και τους συντρόφους του, οι οποίοι έχουν χαρακτηριστεί αντισημίτες λόγω της υποστήριξής τους στην Παλαιστίνη, με στόχο την όξυνση των διαιρέσεων στην Αριστερά. Οι Γάλλοι δεν έχουν ξαναζήσει ποτέ τέτοια διολίσθηση. Η μεγαλοαστική τάξη, οι καθιερωμένοι πολιτικοί, οι επιχειρηματίες και οι δημοσιογράφοι των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης καλούν τώρα σε μπαράζ κατά του Νέου Λαϊκού Μετώπου. Η επιλογή τους είναι ξεκάθαρη: προτιμούν να δουν τη ρατσιστική Ακροδεξιά να έρχεται στην εξουσία, γιατί ξέρουν ότι θα διασφαλίσει τα ταξικά τους συμφέροντα, παρά τη ριζοσπαστική Αριστερά.
 
Όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα των εκλογών, θα εγκαινιάσει μια περίοδο ακραίας αστάθειας για τη Γαλλία, με σοβαρές συνέπειες για την Ευρώπη. Τα πιο πιθανά σενάρια είναι είτε η δημιουργία μιας κυβέρνησης «εθνικής ένωσης» με τους μακρονιστές και τους δεξιούς και κεντροαριστερούς συμμάχους τους, είτε μια κυβέρνηση του Εθνικού Συναγερμού με τους δεξιούς συμμάχους του, είτε μια κατάσταση πλήρους ακυβερνησίας. Έτσι, πολλά θα εξαρτηθούν από την επιλογή των μακρονιστών στο δίλημμα του δεύτερου γύρου που στις περισσότερες περιπτώσεις θα είναι Ακροδεξιά ή Αριστερά.
 
Σε κάθε περίπτωση, οι πιέσεις της Ε.Ε. και του χρηματιστικού κατεστημένου έχουν ήδη αρχίσει να θέτουν σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα αυστηρής λιτότητας, με σοβαρές περικοπές στις δημόσιες υπηρεσίες, και μια ακόμη πιο αυταρχική ή ακόμη και ανοιχτά ρατσιστική πολιτική. Το Νέο Λαϊκό Μέτωπο (ή ό,τι θα έχει απομείνει από αυτό μετά τις εκλογές) πρέπει να είναι σε θέση να αποτελέσει την κύρια δύναμη της αντιπολίτευσης. Αν συμβεί αυτό, θα έχει πιθανότητες να έρθει στην εξουσία το 2027 ή ακόμη και νωρίτερα, σε περίπτωση κι άλλων πρόωρων εκλογών, που πάντως δεν μπορούν να προκηρυχθούν σε λιγότερο διάστημα από το ένα έτος. Έτσι, αυτές οι εκλογές δεν είναι το τέλος, αλλά η αρχή ενός μακροχρόνιου αγώνα. Αυτός ο αγώνας μπορεί να έχει ευτυχή κατάληξη μεσοπρόθεσμα, αρκεί η Αριστερά να παραμείνει σταθερή και ακλόνητη στις βασικές της αρχές και αξίες.
 
Νίκος Σμυρναίος