Macro

Νίκος Παρασκευόπουλος: Διδακτορικά του μόχθου και της άνεσης

Η γνώση συνεπάγεται όχι μόνο επιστημονική σοφία αλλά και εξουσία. Στην εποχή μάλιστα της Τεχνητής Νοημοσύνης, είναι περισσότερο η γνώση αυτή που φέρνει το χρήμα, παρά το αντίστροφο.
 
Ακριβώς επειδή η ανάγκη για επιστημονικές γνώσεις είναι ζωτική, ο ακαδημαϊκός χώρος εδώ και αιώνες αναζητεί (καταρχάς ατομικές) δοκιμασίες και εγγυήσεις επιστημοσύνης. Παλαιότερα στη χώρα μας είχαμε το διδακτορικό και την (ανώτερη του διδακτορικού ) υφηγεσία, μετά τη μεταρρύθμιση του 1982 έχει απομείνει μόνο το διδακτορικό.
 
Τα πράγματα είναι πασίγνωστα στους πανεπιστημιακούς, αλλά οι εκτιμήσεις γι’ αυτά διαφέρουν: Εξαρχής δεν είχαν και δεν έχουν όλες οι Σχολές τις ίδιες προδιαγραφές και την ίδια παράδοση για τις διδακτορικές διατριβές. Αλλού η εκπόνηση ήταν μακρόχρονη και οι διατριβές ογκώδεις, αλλού αρκούσαν δημοσιεύσεις ολιγοσέλιδων ερευνών. Η διαδικασία εξέτασης ήταν περίπου ίδια, αλλά εξαιρέσεις νεποτισμού δεν έλειπαν, ας μην καθαγιάζουμε γενικευτικά το παρελθόν.
 
Σήμερα μια νεοφιλελεύθερη εκδοχή “αριστείας” έχει επιχειρήσει να εισαγάγει απλουστεύσεις στην εκπόνηση διατριβών. Από την άλλη, ένα πραγματικό ενδιαφέρον για γνησιότητα και ποιότητα εργασίας έχει -ευτυχώς- οδηγήσει στην παραγωγή τεχνολογικών εργαλείων για ανίχνευση της λογοκλοπής. Για ορισμένους “καθαρόαιμους” της αγοράς, πάντως, αν η εκπόνηση της διδακτορικής διατριβής είναι ουσιαστική και δύσκολη, “τόσο το χειρότερο γι’ αυτήν”: Είναι σχετικά πρόσφατη η δήλωση του οικονομικού συμβούλου του Πρωθυπουργού “Όχι απλώς δεν είναι απαραίτητο το διδακτορικό, αλλά είναι και κάτι το αρνητικό. Εγώ δηλαδή, δεν θα προσλάμβανα κάποιον με διδακτορικό αν μου έκανε αίτηση, γιατί δείχνει ότι πιθανώς να είναι κάποιος άνθρωπος, ο οποίος δεν έχει απαραιτήτως όρεξη για δουλειά”.
 
Η γνώση συνεπάγεται όχι μόνο επιστημονική σοφία αλλά και εξουσία. Στην εποχή μάλιστα της Τεχνητής Νοημοσύνης, είναι περισσότερο η γνώση αυτή που φέρνει το χρήμα, παρά το αντίστροφο.
 
Ακριβώς επειδή η ανάγκη για επιστημονικές γνώσεις είναι ζωτική, ο ακαδημαϊκός χώρος εδώ και αιώνες αναζητεί (καταρχάς ατομικές) δοκιμασίες και εγγυήσεις επιστημοσύνης. Παλαιότερα στη χώρα μας είχαμε το διδακτορικό και την (ανώτερη του διδακτορικού ) υφηγεσία, μετά τη μεταρρύθμιση του 1982 έχει απομείνει μόνο το διδακτορικό.
 
Τα πράγματα είναι πασίγνωστα στους πανεπιστημιακούς, αλλά οι εκτιμήσεις γι’ αυτά διαφέρουν: Εξαρχής δεν είχαν και δεν έχουν όλες οι Σχολές τις ίδιες προδιαγραφές και την ίδια παράδοση για τις διδακτορικές διατριβές. Αλλού η εκπόνηση ήταν μακρόχρονη και οι διατριβές ογκώδεις, αλλού αρκούσαν δημοσιεύσεις ολιγοσέλιδων ερευνών. Η διαδικασία εξέτασης ήταν περίπου ίδια, αλλά εξαιρέσεις νεποτισμού δεν έλειπαν, ας μην καθαγιάζουμε γενικευτικά το παρελθόν.
 
Σήμερα μια νεοφιλελεύθερη εκδοχή “αριστείας” έχει επιχειρήσει να εισαγάγει απλουστεύσεις στην εκπόνηση διατριβών. Από την άλλη, ένα πραγματικό ενδιαφέρον για γνησιότητα και ποιότητα εργασίας έχει -ευτυχώς- οδηγήσει στην παραγωγή τεχνολογικών εργαλείων για ανίχνευση της λογοκλοπής. Για ορισμένους “καθαρόαιμους” της αγοράς, πάντως, αν η εκπόνηση της διδακτορικής διατριβής είναι ουσιαστική και δύσκολη, “τόσο το χειρότερο γι’ αυτήν”: Είναι σχετικά πρόσφατη η δήλωση του οικονομικού συμβούλου του Πρωθυπουργού “Όχι απλώς δεν είναι απαραίτητο το διδακτορικό, αλλά είναι και κάτι το αρνητικό. Εγώ δηλαδή, δεν θα προσλάμβανα κάποιον με διδακτορικό αν μου έκανε αίτηση, γιατί δείχνει ότι πιθανώς να είναι κάποιος άνθρωπος, ο οποίος δεν έχει απαραιτήτως όρεξη για δουλειά”.
 
Αυτές οι απλουστεύσεις κάποιων “αρίστων” αυξάνουν τον αριθμό των μελανών εξαιρέσεων, αλλά δεν αναιρούν τον κανόνα. Το διδακτορικό είναι μια επίπονη, επιβλεπόμενη και εξεταζόμενη επιστημονική εργασία, που παρέχει εγγυήσεις -συχνά ζωτικές- και εμπιστοσύνη στον χρήστη των επιστημονικών υπηρεσιών και έργων.
 
Γι΄αυτό το λόγο το κείμενο διατριβής του Περιφερειάρχη Αττικής Γ. Πατούλη, αποσπάσματα του οποίου δημοσιεύθηκαν στην Αυγή, ανησύχησε τον καθένα. Όσα αναφέρονται είναι αληθινά; Τότε ένα σημαντικό μέρος του βιβλίου αποτελεί αντιγραφή κειμένων άλλων συγγραφέων, χωρίς αναφορά σε αυτούς. Φυσικά, η μνεία έργων άλλων είναι θεμιτή, αλλά για να βοηθά την ανάλυση και πλαισίωση ενός θέματος πρέπει να ανιχνεύει χρόνους, τόπους, παραδόσεις και φυσικά να μνημονεύει δημιουργούς αποδίδοντάς τους την πνευματική τους ιδιοκτησία.
 
Αν βέβαια αποδειχθεί λογοκλοπή, το θλιβερό φαινόμενο δεν θα είναι πρωτόγνωρο.
 
Στη συγκεκριμένη ιστορία όμως είναι κρίσιμο και κάτι άλλο, πέρα από το ατομικό, ακόμη και από το σαφές πολιτικό ζήτημα περί των “αρίστων”: Το άλλο είναι η τόσο υπεροπτική αντιμετώπιση του περιστατικού από συγκεκριμένους αρμόδιους του ακαδημαϊκού χώρου, στην απάντησή τους. Είχε δημοσιοποιηθεί ένα φαινόμενο αντιγραφής επιστημονικών απόψεων χωρίς αναφορά του δημιουργού και αυτό ξεπερνιέται τηλεγραφικά και άνετα! Έτσι όμως κινδυνεύει να σπιλώνεται άδικα από μια εξαίρεση το σύνολο του πανεπιστημίου που μοχθεί. Κάθε γραμμή, κάθε σημείο στίξης μιας διατριβής κι όχι μόνο ένα μέρος της, είναι επιστημονικό έργο που αξιολογείται. Ο Έλληνας νομοθέτης εξάλλου έχει θεωρήσει τόσο σημαντικά αυτά τα θέματα, ώστε να προβλέπονται σοβαρές ποινικές κυρώσεις και για τους αυτουργούς και για τους παραβαίνοντες καθήκοντα ελέγχου.
 
Είναι απαραίτητο να ξεκινήσουν άμεσα η διοικητική και η ποινική διερεύνηση του θέματος. Είτε για να δείξουν την αθωότητά τους οι αναφερόμενοι, είτε για να δείξει το πανεπιστήμιο στην ελληνική κοινωνία και στη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα (μην αμφιβάλλετε, πληροφορείται σχετικά) ότι είναι σε θέση να αξιολογεί και να ελέγχει τα επιστημονικά έργα.
 
Το ελληνικό πανεπιστήμιο χρωστά αυτόν τον έλεγχο στη σπουδαία ιστορία του που συνεχίζεται. Μεταξύ άλλων και στους πολλούς διδάκτορες και υποψήφιους διδάκτορες που μοχθούν για την επιστημονική πρόοδο.
Ο Νίκος Παρασκευόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ, πρώην υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων.