Συνεντεύξεις

Νίκος Φίλης: Βιώνουμε την πρώτη μεγάλη και ορατή αντικυβερνητική στροφή της κοινωνίας

Τη Δευτέρα ανοίγουν τα σχολεία κι εσείς επιμένετε ότι η κυβέρνηση δεν έχει λάβει (ούτε φέτος) έκτακτα μέτρα για την προστασία μαθητών και εκπαιδευτικών από την πανδημία. Ποια είναι τα στοιχεία που ενισχύουν αυτήν την εκτίμησή σας;

Μα δεν είναι «εκτίμηση», είναι η πεζή πραγματικότητα. Εκείνο που έχει αλλάξει από πέρσι, και είναι από μόνο του ουσιαστικό, είναι η ύπαρξη του εμβολίου: ο μαζικός εμβολιασμός των εκπαιδευτικών και ο εμβολιασμός των λυκειοπαίδων, που έχει ξεκινήσει έστω δειλά και ελπίζω να προχωρήσει καλύτερα. Θα έπρεπε ασφαλώς να δοθεί στους μαθητές και μια τουλάχιστον μάσκα πολλαπλής χρήσης το μήνα, το αναμένουμε αν και δεν έχουμε ακούσει τίποτα. Για το ανέκδοτο των παγουρίνων δεν θα πω κάτι. Για τα κύρια μέτρα όμως, εκείνα που θα απέτρεπαν το κλείσιμο των σχολείων για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, ουδέν νεότερο. Μιλάω για αραίωση στις αίθουσες, για διάφορα σενάρια εναλλαγής των μαθητών σε αυτές, για περιορισμό δηλαδή στην έκθεση -και άρα και στα «κλεισίματα»- σε περιπτώσεις κρουσμάτων μέσα στην τάξη. Σας θυμίζω ότι τα λογικά αυτά μέτρα τα ζητάμε, όπως τα ζητούσαν και οι ειδικοί, από την πρώτη στιγμή. Υπάρχουν φυσικά και ακαδημαϊκά μέτρα, για τα οποία επίσης το υπουργείο αδιαφορεί. Οι συνθήκες είναι πρωτόγνωρες, δεν έχουν ξαναμείνει χωρίς σχολείο τα παιδιά από το 1941. Θα έπρεπε -το ζητούσαμε με έμφαση- να έχει δοθεί από πέρσι έμφαση στην κάλυψη και αναπλήρωση της ύλης. Τι έκανε το υπουργείο αντίθετα; Θεσμοθέτησε Τράπεζα Θεμάτων και διπλασιασμό των εξετάσεων! Υποδείξτε μου ένα άλλο υπουργείο Παιδείας στην Ευρώπη που είδε τις ίδιες προτεραιότητες μέσα στην πανδημία. Δραματική και η απουσία του ΙΕΠ, να έχει επιμεληθεί με προγράμματα την κάλυψη του κενού που έχει δημιουργηθεί μετά από 18 μήνες τηλεμαθήματος, που διεξήχθη μάλιστα με τα γνωστά προβλήματα και τα σκάνδαλα και τη Cisco.

Το μέτρο των δύο εργαστηριακών test ανίχνευσης για τους ανεμβολίαστους εκπαιδευτικούς και των δύο self test για τους ανεμβολίαστους μαθητές θεωρείτε ότι ενδείκνυται με βάση την πορεία της πανδημίας;

Καταρχάς, να καλέσω ακόμα μια φορά τους εκπαιδευτικούς να εμβολιαστούν, πλην εκείνων βέβαια των ελάχιστων που τους εμποδίζουν συγκεκριμένοι λόγοι και το υποδεικνύει αρμόδιος γιατρός. Ήδη οι εκπαιδευτικοί έχουν κάνει το καθήκον τους, έχουν ξεπεράσει νομίζω το 90% και σύντομα ελπίζω να είναι εμβολιασμένοι στο σύνολό τους. Από κει και πέρα, τα τεστ είναι ούτως ή άλλως απαραίτητα, καθώς και οι εμβολιασμένοι μπορούν να νοσήσουν. Ένα τεστ την εβδομάδα για όλους, με ευθύνη και δαπάνη της Πολιτείας θα έπρεπε να είναι το «στάνταρντ», και ίσως ένα δεύτερο για τους ελάχιστους μη εμβολιασμένους, με δική τους δαπάνη και καθορισμένο τιμολόγιο. Όλα αυτά όμως θα έπρεπε να συζητιούνται και να υπάγονται σε ένα στρατηγικό σχέδιο, χτισμένο με καθοδήγηση της επιστήμης. Δυστυχώς, ακούμε μόνο για ρυθμίσεις διχασμού και εκβιασμού, που λαμβάνει μονομερώς η κυβέρνηση, χωρίς κανένα διάλογο. Ζητάμε 18 μήνες τώρα να συνεδριάζει τακτικά η Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, με την παρουσία ειδικών, για να ενημερώνονται οι βουλευτές και να χαράζεται μια στρατηγική στην εκπαίδευση με γνώση και συναίνεση. Και δεν υπήρξε σε αυτό τόσο αυτονόητο αίτημα ανταπόκριση της κυβέρνησης, η οποία κατά τα άλλα μιλάει για συναίνεση, απολύτως υποκριτικά βέβαια.

Δηλαδή τι θα λέγατε αν άνοιγε θέμα υποχρεωτικότητας για τους εκπαιδευτικούς;

Δεν πιστεύω ότι θα φτάσουμε εκεί, όταν έχει εμβολιαστεί σχεδόν το σύνολο των εκπαιδευτικών, που λόγω μάλιστα ηλικίας, πολλοί από αυτούς είναι μεταξύ των πιο ευπρόσβλητων στην πανδημία. Εν μέρει, μιλάμε για ένα κρίσιμο «ανάχωμα» ανοσίας στα σχολεία. Όσο για τους μαθητές: τα self test είναι επικουρικό εργαλείο, δοκιμάστηκε, νομίζω σε ένα βαθμό με τη συμπλήρωση του rapid με δαπάνη της Πολιτείας, αποδίδει, καταγράφει ένα ποσοστό από τα κρούσματα. Για αυτό στην αξιοποίησή του χρειάζεται γνώση και σύνεση.

Το κύριο πρόβλημα είναι οι λίγοι γονείς που δεν εμβολιάζουν τα παιδιά τους και αμελούν και τις υπόλοιπες υποχρεώσεις τους, όπως προβλέπονται από τα υγειονομικά πρωτόκολλα. Εδώ και πάλι η κυβέρνηση αντιδρά ενστικτωδώς, με τον τρόπο που ξέρει, δηλαδή με τις ποινές. Μπορούμε όμως να τιμωρήσουμε τα παιδιά για τις «αμαρτίες» των γονέων τους; Είναι εύλογο, με την επίκληση της ανάγκης οριζόντιας τήρησης των μέτρων, να στερηθούν παιδιά τη μόρφωση, που αποτελεί συνταγματικό δικαίωμά τους και υποχρέωση της Πολιτείας; Εδώ χρειάζεται το υπουργείο, η περιφερειακή διεύθυνση, η διεύθυνση του σχολείου, ο σύλλογος γονέων, ο τοπικός ιατρικός σύλλογος, ειδικοί σύμβουλοι, να κινηθούν και να εξαντλήσουν κάθε προσπάθεια ώστε η οικογένεια να πειστεί και να στείλει το παιδί στην τάξη σύμφωνα με τα προβλεπόμενα. Το χρωστάμε στο τελευταίο παιδί αυτό. Δεν χαρίζουμε κανένα στην άγνοια και στην εγκατάλειψη. Αλλά πρέπει να είναι σαφές σε όλους μας, ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο κύμα πανδημίας, που με τις μεταλλάξεις είναι πιο μεταδοτικό, ιδιαίτερα ανάμεσα στα παιδιά. Διαβάζω ότι στις ΗΠΑ πριν λίγες μέρες σήμανε συναγερμός γιατί 250 χιλιάδες μαθητές και μαθήτριες βρέθηκαν με covid, τις πρώτες μέρες που άνοιξαν τα σχολεία.

Εκτός πανεπιστημίων έμειναν φέτος περί τους 40.000 υποψηφίους που κόπηκαν και λόγω της εφαρμογής της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής. Τί λέτε σε αυτά τα παιδιά;

Η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι δικαίωμα των νέων. Η Πολιτεία πρέπει να τους δίνει δυνατότητα και εφόδια, ιδιαιτέρως αν ανήκουν στα πιο φτωχά και παραμελημένα στρώματα της κοινωνίας, να συναγωνιστούν με ίσους όρους για μια θέση και να σπουδάσουν. Βήματα έχουν γίνει, αλλά δεν είμαστε εκεί που θα έπρεπε. Επίσης, το να έχεις περισσότερους και καλύτερους επιστήμονες είναι κάτι που συμβάλλει στην ανάπτυξη της οικονομίας. Γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση καθόρισε ως στόχο, το 45% των νέων 25-34 ετών, να έχουν το 2030 πανεπιστημιακή μόρφωση; Γιατί ξέρει ότι μόνο έτσι μπορεί να ανταγωνιστεί όχι μόνο ΗΠΑ αλλά κυρίως Ινδία και Κίνα το επόμενο διάστημα. Και πού μας οδηγεί η κυβέρνηση ΝΔ; Στην απόκλιση από τους στόχους. Η Ελλάδα ήταν πάνω-κάτω στο μέσο όρο της Ένωσης, αλλά τώρα, με την ΕΒΕ, θα παρακολουθήσουμε το ποσοστό πτυχιούχων να μειώνεται δραστικά, εφόσον η ΝΔ παραμείνει στην κυβέρνηση. Υπάρχουν και κοινωνικοί λόγοι, όμως. Ο επιστήμονας έχει γνώσεις, αυτοπεποίθηση, διεκδικεί μεγαλύτερο μισθό, καλύτερες συνθήκες εργασίας, υπερασπίζεται κοινωνικές αξίες και τη δημοκρατία και μπορεί να αμυνθεί καλύτερα μέσα στην οικονομική κρίση.

Θα καταργήσει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ την ΕΒΕ δικαιώνοντας και όσους έμειναν αδίκως φέτος εκτός;

O ΣΥΡΙΖΑ θα καταργήσει από την πρώτη στιγμή την ΕΒΕ, γιατί με τις απρόβλεπτες και παράλογες επιπτώσεις της στις επιλογές των παιδιών, δεν συνιστά μόνο άδικο μέτρο αλλά επίσης αναποτελεσματικό, όπως όχι μόνο η αντιπολίτευση, αλλά και μεγάλο μέρος των πανεπιστημιακών καθηγητών έχει αναδείξει. Γιατί αναποτελεσματικό; Μα άφησε σχολές χωρίς φοιτητές. Υπάρχει μεγαλύτερος παραλογισμός από το να προγραμματίζει το υπουργείο τον αριθμό εισακτέων ανά τμήμα, λαμβάνοντας υπόψη (ελπίζω!) τις προτάσεις των πανεπιστημίων και τις εξελίξεις στην επιστήμη, την αγορά και την κοινωνία, και την ίδια στιγμή να εφαρμόζει ένα δεύτερο μέτρο που καταργεί τον ίδιο τον προγραμματισμό του; Ο Αλέξης Τσίπρας έχει δηλώσει: αν γίνουν εκλογές φέτος, οι εξετάσεις το 2022 θα γίνουν χωρίς ΕΒΕ.

Αλλά χρειάζεται να πάμε πέρα από την ΕΒΕ. Η αλήθεια είναι ότι έχουμε δύο σοβαρά προβλήματα που χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε. Πρώτον, το επίπεδο των σπουδών του Λυκείου δεν είναι αυτό που θέλουμε, αφού έχει υποβαθμιστεί σε σκαλοπάτι προς τα ΑΕΙ, έχοντας επίσης σοβαρές ελλείψεις σε προσωπικό και υποδομές. Και δεύτερον, το δημόσιο πανεπιστήμιο χρειάζεται σοβαρή οικονομική στήριξη από την Πολιτεία για να μπορέσει να ανταποκριθεί στο ρόλο του, κάτι που στα περισσότερα επιστημονικά πεδία γίνεται διαρκώς δυσκολότερο. Αυτά θα έπρεπε να αποτελούν προτεραιότητα, και όχι διαρκείς κόφτες: ο πρώτος που στέλνει τα παιδιά από το γυμνάσιο στην πρώιμη μαθητεία έξω από την εκπαίδευση, ο δεύτερος με το λύκειο που μετατρέπεται σε εξεταστικό κέντρο και ο τρίτος με τις βάσεις εισαγωγής. Όλοι αυτοί οι κόφτες στερούν σε χιλιάδες παιδιά την πανεπιστημιακή μόρφωση και στέλνουν πολλά από αυτά στα ιδιωτικά κολέγια. Στόχος μας είναι η 14χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, συμπεριλαμβανομένης της δίχρονης προσχολικής και η αύξηση των δημοσίων δαπανών για την εκπαίδευση, στο 5% του ΑΕΠ (στο μέσο όρο δηλ. της ΕΕ) μέσα σε τέσσερα χρόνια.

Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας θα ισχύσει η πρότασή σας για ελεύθερη πρόσβαση στα ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα όλων των μαθητών;

Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ψηφίσει, και επρόκειτο να εφαρμοστεί το 2019, δύο ρυθμίσεις. Πρώτον την ελεύθερη πρόσβαση σε σχολές χαμηλής ζήτησης, όπως εξάλλου ισχύει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, και δεύτερον τα διετή τμήματα κατάρτισης εντός πανεπιστημίων, που θα πρόσφεραν εξαιρετικά υψηλού επιπέδου κατάρτιση σε χιλιάδες νέους, ιδιαίτερα αποφοίτους ΕΠΑΛ. Τα δύο μέτρα θα αφαιρούσαν πελατεία από τα κολέγια. Για αυτό και η κυβέρνηση Μητσοτάκη – Κεραμέως έσπευσε να τα καταργήσει εν μια νυκτί, μαζί με τα νέα τμήματα σε ΑΕΙ, που στο σύνολό τους σχεδόν είχαν προκύψει από τις προτάσεις των πανεπιστημίων.

Η επόμενη προοδευτική κυβέρνηση με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ, θα εφαρμόσει εκ νέου τα μέτρα που είχε θεσμοθετήσει, στο πλαίσιο βέβαια των συνθηκών που θα ισχύουν, λαμβάνοντας μαζί και άλλες πρωτοβουλίες αναβάθμισης του δημόσιου σχολείου. Ελεύθερη πρόσβαση γενικώς και αορίστως όλων των αποφοίτων λυκείου σε σχολή της επιλογής τους δεν μπορεί να εφαρμοστεί, όσο υπάρχουν σχολές υψηλής ζήτησης. Χρειάζονται συνεπώς προϋποθέσεις. Παρόλα αυτά βέβαια, δεν λησμονούμε και την ταξική πλευρά αυτού του ζητήματος, ότι δηλαδή οικογένειες εύπορες μπορούν να εξασφαλίσουν στα παιδιά τους σπουδές στο εξωτερικό, σε όποιο πεδίο επιθυμούν.

Το Φθινόπωρο αυτό πιστεύετε ότι θα είναι πολιτικά ενδιαφέρον;

Φυσικά, ναι. Βιώνουμε την πρώτη μεγάλη και ορατή στροφή στις διαθέσεις της κοινωνίας, η οποία πλέον καταγράφεται και σε δημοσκοπήσεις. Πρώτη φορά, μαζί με τον πρωθυπουργό, το σύνολο σχεδόν των υπουργών της κυβέρνησης έχει περισσότερες αρνητικές κρίσης από τις θετικές. Η καταστροφική διαχείριση των πυρκαγιών, η αδυναμία να πετύχουν στο μέτωπο των εμβολιασμών, παρά τις μεγαλόστομες διακηρύξεις και τη στήριξη όλων των κομμάτων της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς, τα διαρκή δώρα στην αστική τάξη και τις μεγάλες επιχειρήσεις, το αναίτιο κόψιμο νέων από τα πανεπιστήμια, η ανάθεση κυβερνητικών τομέων στην ακροδεξιά, η νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική που έχει αφήσει ανυπεράσπιστες τις λαϊκές τάξεις απέναντι στο κύμα της ακρίβειας και την ανεργία, ξεγύμνωσαν την κυβέρνηση και έδειξαν το πραγματικό της πρόσωπο. Άλλωστε ο κ. Μητσοτάκης, σε μια έκρηξη κυνισμού, είχε φροντίσει να μας πει ότι οι κοινωνικές ανισότητες είναι φυσικό φαινόμενο! Και αυτή του την άποψη επιβεβαιώνουν τα νέα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, σύμφωνα με τα οποία στο Β’ τρίμηνο του 2021, που η οικονομία αυξήθηκε με 16,2%, οι αμοιβές της εξαρτημένης εργασίας έμειναν στάσιμες στα 16,5 δισ. € σε αντίθεση με τα κέρδη των επιχειρήσεων, που εκτινάχτηκαν από τα 19 στα 23,7 δισ. €.

Όλα αυτά όμως αφορούν τη ΝΔ και το πώς βυθίζεται. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να δώσει το δικό του αγώνα για να αναδείξει το κυβερνητικό του πρόγραμμα και τις τεράστιες πολιτικές, διαχειριστικές και ηθικές διαφορές του με τη Δεξιά. Και αυτό μπορεί να το κάνει με επιτυχία μόνο αν επιστρέψει στα κινήματα που τον ανέδειξαν κυβέρνηση, στους αγώνες για ισότητα, για εργασία και προοπτική στη νεολαία, για αντιμετώπιση της μεγάλης περιβαλλοντικής κρίσης, για αίσθημα ασφάλειας χωρίς ξύλο και τραμπουκισμούς από την αστυνομία, για ασφάλεια παντού, στην καθημερινότητα, στην εργασία, στην υγεία, στο παρόν και το μέλλον της κοινωνίας.
Πηγή: Έθνος