Macro

Νίκος Δασκαλόπουλος: Εφηβεία: μπλεγμένοι στον ιστό της «ανδρόσφαιρας»

Με την άδειά σας, γλυκές κυρίες: Αν τυχαίνει να μιλώ λίγο άγρια, συγχωρέστε με· το κληρονόμησα από τον πατέρα μου
 
Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Ο βασιλιάς Ερρίκος ο Η’, πράξη πρώτη, σκηνή τέταρτη
 
H νέα σειρά του Netflix, που συνυπογράφει και παίζει o Stephen Graham, «Εφηβεία» ξεκινάει με μια φράση: «Καλημέρα μπαμπά, πονάει το στομάχι μου, μπορώ να μην πάω σήμερα στο σχολείο;». Η φράση αυτή είναι οικουμενική πέρα από προοικονομία. Όλοι μας την έχουμε πει. Στ’ αλήθεια, με την παρέα μου, στο chat (εκεί που μιλούμε πια σχεδόν όλοι), ακόμα τη χρησιμοποιούμε μετωνυμικά για οποιαδήποτε κατάσταση θέλουμε να αποφύγουμε. Η φράση λέγεται από τον γιο ενός αστυνομικού, ο οποίος ηγείται μιας έρευνας για τη δολοφονία ενός κοριτσιού από τον δεκατριάχρονο συμμαθητή της.
 
Πολύ γρήγορα το whodunit ως αφηγηματική φόρμα, δίνει τη θέση του σε κάτι πολύ μεγάλο. Αποκαλύπτεται ήδη από το πρώτο επεισόδιο της μίνι σειράς, ότι πράγματι ο δολοφόνος βρίσκεται στα χέρια των αστυνομικών αρχών. Είναι, όμως, τέτοια η ένταση της πολυπληθούς (σε ένοπλους) αστυνομικής εισβολής στο σπίτι του δράστη, και η ασυμμετρία με την όψη του σχεδόν προ-έφηβου Owen Cooper, που όχι τυχαία, πολλοί δεν συνειδητοποίησαν καν αυτή την αποκάλυψη, ενώ κάποιοι ακόμα και μετά το τέλος της σειράς, εικοτολογούσαν για άλλους πιθανούς δολοφόνους –αυτό έχει μια σημασία: η άρνηση είναι βασικό στοιχείο τόσο εντός όσο και εκτός του σύμπαντος της σειράς.
 
Η σειρά είναι, σύμφωνα με το Netflix, η πιο επιτυχημένη της πλατφόρμας αυτή τη στιγμή στην Αμερική, αλλά και στην Ελλάδα, συζητείται μαζικώς. Θα ήταν λάθος αν την υποβαθμίζαμε ως μια σειρά «μηνυμάτων», δηλαδή καλλιτεχνικά «ασφαλή», δειλή μέσα από διδακτισμό. Αναμφίβολα φέρνει –κάτι– στο προσκήνιο, αλλά δεν το φέρνει σαν τρόπαιο, ούτε το βασανίζει ανακριτικά με προβολέα. Αντιθέτως, συνθέτει έναν πολύπλοκο συναισθηματικό ιστό που στην πλέξη του, προσπαθεί με γνήσιο τρόπο να αντισταθεί σε ένα πολυπλόκαμο κουλτουραλικό χρησμό που ζητά επίλυση. Παίρνει ρίσκα, και όχι μόνο κινηματογραφικά, αλλά και αφηγηματολογικά: κυρίως τη δύσκολη απόφαση να δείξει έναν θύτη – θύμα (κάτι που επιτρέπει η ηλικία του) χωρίς να τον ουδετεροποιεί. Σκότωσε. Και πρέπει να το συλλάβει ο ίδιος σε όλες του τις διαστάσεις, αλλά και οι γύρω του.
 
Και σε αυτή την απόφαση εισέρχεται μια συγκεκριμένη διάσταση· ένα άλλο κινηματογραφικό/καλλιτεχνικό male gaze (ανδρικό βλέμμα). Η σειρά είναι φτιαγμένη από δύο άνδρες, σκηνοθετημένη από άνδρα, εστιάζει κυρίως στη σχέση πατέρων – γιων και των ανδρών μεταξύ τους. Και νομίζω αυτό το πράγμα, τελικά, αποδίδει μια νέα διάσταση διερευνητικής αναταραχής που μας επιτρέπει, να το προσεγγίσουμε «στα τυφλά». Δηλαδή μέσα από πολυσημίες.
 
Η σειρά είναι καλογραμμένη, γυρισμένη με μονοπλάνα, που εγγράφεται σε μια χιτσκοκική – βρετανική παράδοση που προσδίδει θεατρική ζωτικότητα με ζητούμενη μια βαθιά ένταση. Ο ηθοποιός Stephen Graham είναι συγκλονιστικός στον ρόλο του και ο Owen Cooper είναι βαθιά συνταρακτικός, ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι το ανυπέρβλητης ερμηνείας τρίτο επεισόδιο, είναι το πρώτο που «γυρίζεται» χρονικά, και είναι η πρώτη του καταγεγραμμένη εισαγωγή στην υποκριτική τέχνη. Μια ερμηνεία που μαζί με εκείνη της εκπληκτικά ενδορρηκτικής Erin Doherty, μας βυθίζει σε έναν τρόπον τινά λαβκραφτιανό τρόμο· έναν τρόμο κοσμικό. Όπου το εξώτερο γίνεται ενδότατο, δηλαδή.
 
Νομίζω, όμως, ότι το σημαντικότερο δεν είναι η καλλιτεχνική, αλλά η κουλτουραλική αξία της βρετανικής αυτής μίνι σειράς. Και όχι, ακριβώς, τι ψάχνουμε, αλλά πώς το ψάχνουμε, πώς προσερχόμαστε και πώς προχωρούμε. Οι αιτίες που ένα παιδί, γιατί αυτό είναι ο δολοφόνος μας, οδηγείται στη δολοφονία, είναι πάντα ένα ζήτημα σύνθετο. Πολυπαραγοντικό. Και είναι ένα παιδί μιας αγωνιζόμενης ταξικά οικογένειας, που ο χρόνος της είναι το ίδιο το αντικείμενο της υπαρκτικής της κατάστασης. Ένα παιδί καθηλωμένο για ώρες στο άνδρο του, το δωμάτιό του, το νέο σύμβολο – στοιχειό (γιατί από αυτό αδυνατούν οικονομικά να ξεφύγουν οι νέοι) για ύστερα millennials, gen z (κι ας ελπίσουμε όχι gen a), πάνω στα μανιφέστα της… «ανδρόσφαιρας» (σ.σ. manosphere). Μιας αρρενωπής εκδοχής της κυβερνοσφαίρας που καλλιεργεί, διδάσκει, προωθεί και εγκαθιστά βαθύ μισογυνισμό –αλλά παράλληλα– εντείνει κι επιτείνει την ανδρική ανασφάλεια ως μηχανισμό υπακοής –σε άλλους– άντρες. Σύνθετο ζήτημα το πώς φτάνει ένα παιδί στη δολοφονία, αλλά πολύ συγκεκριμένα, αληθινά, μελετημένα, με πλούσια βιβλιογραφία μοτίβα του πώς ένα αγόρι διαπράττει γυναικοκτονία.
 
Θα έλεγε κανείς, λοιπόν, ότι και σκηνοθετικά, με το focus πάνω στο θύμα – θύτη, μπορούμε να προσέλθουμε με ένα διττό βλέμμα στη διττή καταστροφικότητα της ανδρικής κυριαρχίας. Δεν υποτιμάται η «πραγματική» νεκρή, στη σειρά, οι νεκρές στη ζωή. Για αυτές γίνεται ο συγκεκριμένος διάλογος· δεν αφορά γενικά τη νεανική βία (αν κι ακόμη κι εκείνη, εμπίπτει στις ίδιες δομούσες δομές της πατριαρχικής πολλαπλής διαπαιδαγώγησης), αφορά κορίτσια, γυναίκες, που δολοφονούνται από άνδρες, αφορά ειδικά την ανδρική βία. Όμως, ειδικά, στην περίπτωση ενός δεκατριάχρονου μη ανεπτυγμένου αγοριού, σε σύγχυση, αποκομμένο από το σώμα του και την πράξη του και την κατασκευασμένη ορμή που την κατεύθυνε, μπορούμε να δούμε καθαρά το πώς η κυριαρχία η ίδια κυριαρχεί επί του κυρίαρχου και τον κάνει κυριαρχούμενο. Και είναι σημαντικό όσο και δύσκολο, γιατί πρέπει να σταματήσουμε απλώς «να μιλάμε στα κορίτσια (μας)». Αν υπάρχει μία σχετική κεντρική millennial (για να μείνω στη γενιά μου) συνειδητοποίηση και αίτημα, μέσα από τη μοναξιά και την έξαρση της κοινωνικής κατάθλιψης είναι ότι πρέπει να μιλάμε (σ)τα αγόρια. Πρέπει όλοι οι άνδρες να ξαναμιλήσουμε με το φύλο μας ως τάξη πραγμάτων, ο ένας στον άλλον, και να δομήσουμε εντελώς άλλες σχέσεις αναμεταξύ μας. Να μπορούμε να αγγιζόμαστε χωρίς μετα-λογικό χιούμορ άμυνας, να μπορούμε να κλάψουμε παρουσία ανδρών, να μπορούμε να πούμε «Σ’ αγαπώ» στον κολλητό μας. Αλλιώς αυτονοήτως, δεν θα επέλθει ριζική αλλαγή.
 
Αυτή τη διττή βία καλεί να διερευνήσουμε η σειρά, στο σπίτι, στη δουλειά, στην πόλη, στα σχολεία, στους θεσμούς. Γιατί η σειρά χτίζει τον τρόμο της, κυρίως μέσω της soft violence, τόσο κινηματογραφικά, όσο και αφηγηματικά και ιδεολογικά. Δείχνει πώς οι μικρές και απαρατήρητες βίες αλληλεπιδρούν με κάτι μεγάλο όπως η γυναικοκτονία. Από τον χειρισμό της αστυνομίας, μέχρι το σχολείο, μέχρι τον χειρισμό της αστυνομίας στο σχολείο. Γιατί αν υπάρχει ένα σημείο που καταδεικνύεται η πλήρης ψυχοπολιτική άρνηση και αποκοπή από τα φαινόμενα γύρω μας, είναι στο σχολείο. Όχι μόνο με την ανεπάρκεια των κακοπληρωμένων καθηγητών (που όλοι έχουμε βιώσει), αλλά με τη συνδιαλλαγή του ερευνητή αστυνομικού με τον γιο του. Άλλη μια σχέση πατέρα – γιου σε διάρρηξη, άλλο ένα κακοποιημένο παιδί που παρατηρεί τον παρατηρητή να είναι χαμένος και του εξηγεί ότι «δεν διαβάζει» την κατάσταση, το Όλον. Δεν ξέρει, ή αρνείται στ΄αλήθεια μια γλώσσα βίας μυημένων, που όμως είναι παντού εξαπλωμένη στα νεανικά μυαλά και τη χειρίζονται άψογα, ακόμα κι αν αγνοούν την ιστορία της την ίδια (σ.σ. ο γιος του δεν ξέρει ότι το red pill που χρησιμοποιείται από incels προέρχεται από το The Matrix του 1999).
 
Όπως είπαμε εξαρχής, η άρνηση είναι βασικό στοιχείο και της πρόσληψης της σειράς. Ο σεναριογράφος ο ίδιος δίνει μια ανισοβαρή έμφαση στα κοινωνικά δίκτυα. Ιδιαίτερα οι γονείς βλέπουν σε ταραχή τη σειρά κι αυτό είναι κομμάτι του ίδιου του απίλ της, γιατί δεν γίνεται προφανής με κάποιον πρόδηλα κακοποιητικό πατέρα ή μητέρα. Είναι μια «κανονική» μέση οικογένεια. Ακριβώς γι’ αυτό, οδηγούμαστε σε ανα-ταραχή. Ανοίγουν συζητήσεις και βγαίνουν στην επιφάνεια όσα κρατούνται κάτω κάτω. Οι γονείς μπορεί να μην ξέρουν τι κάνουν στο δωμάτιό τους τα παιδιά τους (και ποτέ δεν ήξεραν, ούτε θα ξέρουν πλήρως), μπορεί να μην ξέρουν τη γλώσσα τους. Τα φαινόμενα αυτά, όμως, που έχουν φτάσει στην ανήλικη ζωή, είναι φαινόμενα που οι γονείς τα ζουν κανονικά ως νέοι ενήλικες. Υπάρχουν λέξεις που αρνείται η δημόσια σφαίρα, πέρα από incels, manosphere και social media. Οι λέξεις πατριαρχία και φεμινισμός. Κι όμως πρέπει να λέγονται κι αυτές. Γιατί η manosphere δεδηλωμένα οφείλει την ύπαρξή της στον «κίνδυνο» του φεμινιστικού βίου. Των σχέσεων ισότητας αντί κυριαρχίας. Η κατήχηση του μισογύνη είναι η ευθεία απάντηση – επίθεση στο αίτημα της ισότητας και της τρυφερότητας των κοινών βίων.
 
Να δούμε πώς προχωρούμε, λοιπόν, στην ωριμότητά μας.