Macro

Νάσος Ηλιόπουλος: Η δυστοπία του ελληνικού καλοκαιριού

ΦΑΝΤΑΣΤΕΙΤΕ να βρισκόμαστε σχεδόν στα μέσα του καλοκαιριού σε μια χώρα με πανέμορφα μέρη για διακοπές, είτε σε βουνό είτε σε θάλασσα. Η χώρα αυτή αποτελεί τόπο προσέλκυσης εκατομμυρίων τουριστών ανά τον κόσμο. Ωστόσο, αυτή η τουριστική χώρα έχει ένα μειονέκτημα. Οι κάτοικοί της δεν μπορούν να κάνουν διακοπές. Την επισκέπτονται παρέες και οικογένειες από κάθε γωνιά του πλανήτη, διασκεδάζουν, αλλά οι πολίτες της δεν έχουν τη δυνατότητα να τη γνωρίσουν. Οι πολίτες αυτής της χώρας, ως επί το πλείστον, μένουν το καλοκαίρι εκεί που μένουν και εργάζονται τον υπόλοιπο χρόνο, χωρίς καμία διέξοδο αληθινής ανάπαυσης. Αυτή η κατάσταση θα μπορούσε να ήταν η ιδέα ενός δυστοπικού μυθιστορήματος.
 
Όμως, δυστυχώς, είναι μια υπαρκτή τάση στην ελληνική πραγματικότητα, τα τελευταία χρόνια.
 
Η ΕΛΛΑΔΑ έχει μετατραπεί σε μια χώρα όπου, παρά τις αναρίθμητες ομορφιές της, οι ίδιοι οι πολίτες της δεν μπορούν να τις απολαύσουν. Οι περισσότεροι Έλληνες δεν μπορούν να πάνε πουθενά διακοπές, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και του ΙΕΛΚΑ. Το κόστος διακοπών έχει αυξηθεί κατά 12,7% το 2024 σε σχέση με το 2023, ενώ την προηγούμενη χρονιά τα νοικοκυριά είδαν τον πληθωρισμό να υφαρπάζει τους μισθούς και τις συντάξεις τους. Μόνο τα εισιτήρια με πλοίο για ένα νησί αγγίζουν τον μισθό ενός μήνα, δηλαδή το λεγόμενο «δώρο» του καλοκαιριού δεν αρκεί ούτε για τα οδοιπορικά.
 
ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ, η κατάσταση είναι απογοητευτική και για τους εργαζομένους. Στον τουρισμό αποτυπώνεται ξεκάθαρα μια συνολική τάση της ελληνικής οικονομίας, υψηλά κέρδη που διαρκώς καταλαμβάνουν μεγαλύτερο μερίδιο στο ΑΕΠ, μισθοί που με πραγματικούς όρους μειώνονται. Το περιστατικό στην Πάρο, με την εργοδότρια που ζήτησε από εργαζόμενη να δουλέψει και το ανήλικο παιδί της για να της επιτρέψει να μένει μαζί της στο κατάλυμα, αποτυπώνει τις συνθήκες γαλέρας που επικρατούν.
 
ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ δεν σταματούν εδώ, αφού η τουριστική κίνηση και η κυβερνητική πολιτική έχουν οδηγήσει σε παροξυσμό τη στεγαστική κρίση. Μια πραγματικότητα για χιλιάδες κατοίκους σε γειτονιές της Αθήνας αλλά και για φοιτητές, εκπαιδευτικούς, υγειονομικό προσωπικό σε τουριστικές περιοχές. Η κυβέρνηση δογματικά αρνείται μέτρα όπως η κατάργηση της βραχυχρόνιας μίσθωσης για νομικά πρόσωπα, ο αυστηρός περιορισμός στα δύο διαμερίσματα για τα φυσικά πρόσωπα και, τέλος, την κατάργηση της golden visa για αγορά κατοικίας. Μέτρα που σίγουρα θα έδιναν μια ανάσα σε χιλιάδες πολίτες.
 
ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ, ο υπερτουρισμός και η χωρίς όρους και όρια επέκτασή του οδηγεί σε λεηλασία φυσικών πόρων, όπως το νερό, και απειλεί να καταστρέψει ανεπιστρεπτί το φυσικό τοπίο αλλά και την αρχιτεκτονική κληρονομιά, τόσο σε ευαίσθητες περιοχές όπως οι Κυκλάδες αλλά και συνολικότερα. Μια πολιτική που όχι μόνο αρνείται την πραγματικότητα της κλιματικής κρίσης αλλά την οξύνει.
 
ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ του τουρισμού, αποτυπώνονται τα αδιέξοδα του κόστους ζωής, της εργασιακής γαλέρας, της λεηλασίας του δημόσιου χώρου και των φυσικών πόρων. Το μόνο στο οποίο η κυβέρνηση βάζει «αποφασιστικά όρια» είναι στο τελευταίο καταφύγιο νέων ανθρώπων, που είναι η ελεύθερη κατασκήνωση, αφού έχει αυστηρά πρόστιμα και αρνείται να βάλει ένα ουσιαστικό πλαίσιο που να το επιτρέπει (προφανώς με αυστηρούς κανόνες).
 
Με μια φράση, πρέπει να αλλάξουμε συνολικά μοντέλο, αν θέλουμε να κερδίσουμε τα καλοκαίρια μας πίσω και να ακυρώσουμε αυτή τη δυστοπία.
 
Νάσος Ηλιόπουλος