Macro

Μίκα Αγραφιώτου: «Εσύ που σου ‘δωσαν να πιείς απ’της ζωής το κατακάθι…»

Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά έπεσαν πάνω το άψυχο σώμα της 19χρονης Μυρτούς, της κοπέλας που πέταξε η παρέα της σαν σκουπίδι σε μια πλατεία της Κεφαλλονιάς για να ξεψυχήσει λίγο αργότερα στο τοπικό ΕΣΥ ενώ είχε ήδη χαθεί πολύτιμος χρόνος. Από την πρώτη στιγμή της είδησης, τα συστημικά μέσα, τα τηλεοπτικά κανάλια και ένας μεσαιωνικός μανιασμένος όχλος που αναδύθηκε από τις εσχατιές της ελληνικής κοινωνίας, γρήγορα μετατράπηκαν σε Ιερά Εξέταση υψώνοντας αντάμα τους φλογισμένους πυρσούς της ηθικολογίας και του κάθε είδους ηθικού πανικού για να χορέψουν τον χορό των σύγχρονων μαινάδων πάνω από το νεκρό σώμα του κοριτσιού. Από το «πήγαινε γυρεύοντας» μέχρι τα τηλέ-δικαστήρια που στήνονται αυτές τις ημέρες στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και δικτύωσης, αρκούσε μια βαφή μαλλιών και λίγο παραπάνω από το «κοινωνικά επιτρεπτό» μακιγιάζ για να βγει ομόφωνα η απόφαση πως η Μυρτώ πήρε αυτό που της άξιζε, αυτό που η ίδια έφερε στον εαυτό της με τις επιλογές ζωής που έκανε, παρά το γεγονός ότι ήταν απλά μια κοπέλα 19 χρονών.

Από την άλλη, υπάρχουν και αυτοί οι ανυπόφορα απολίτικοι ανθρωπισμοί του οίκτου και της λύπησης, οι ρομαντικά γλυκερές ελεγείες των μυροφόρων που αφήνουν τα δάκρυα να τρέχουν ποτάμια μόλις δουν απέναντί τους κάτι που να μοιάζει με κοινωνική αδικία. Αποκρύβοντας με σύνεση πως ο θάνατος της Μυρτούς, πως ο θάνατος της κάθε Μυρτούς που βρίσκεται νεκρή σε ένα πάρκο, σε ένα παγκάκι ή στην ακτή μιας παραλίας με αποτέλεσμα κανείς να μην ασχολείται με ακόμα ένα «πρεζόνι» ή ακόμα μια «βίζιτα», ήταν και παραμένει βαθιά ταξικός. Ένας προμελετημένος θάνατος, μια παράπλευρη απώλεια του καπιταλισμού και της κοινωνικής παρακμής του συστήματος που δεν μπορεί να διαχειριστεί το ίδιο το θέαμα που μας πουλάει ως το απόλυτο όνειρο. Γρήγορο χρήμα, ακριβά αυτοκίνητα, λουσάτα ρούχα, κερασμένα ποτά σε χλιδάτα μαγαζιά, μια ωδή στη ναρκοκουλτούρα, όλα εκείνα που μας «ξεβλάχεψαν» τη δεκαετία του 1990 μέσα από τις σελίδες των Κωστοπουλικών περιοδικών και πλέον κατασκευάζουν το στραφταλιζέ εποικοδόμημα μιας ορδής από influencers, από trends και μόδες, από την κεφαλαιοποίηση της ανθρώπινης ύπαρξης, το διαρκές ξεπούλημα του εαυτού στις αγορές και τα παζάρια τόσο της φανταχτερής όσο και της σκοτεινής πλευράς του διαδικτύου.

Ο κατασκευασμένος ηθικός πανικός που παίζεται νύχτα-μέρα από άκρη σε άκρη των μέσων ενημέρωσης δεν ενδιαφέρεται διόλου για τις αιτίες -ταξικές, κοινωνικές, ψυχολογικές- που οδηγούν τους νέους διαχρονικά στις καταχρήσεις κάθε είδους, στον διακαή υπερτονισμό της ατομικότητας αλλά και στην εύρεση εντελώς σωματικοποιημένων λύσεων και διεξόδων για να τα βγάλουν απλά πέρα ακόμα μια ημέρα. Οι ίδιες αιτίες που οδηγούν μια ναρκοπαρέα στο να πετάξει τη φίλη τους σαν σκουπίδι δίπλα στους κάδους μιας πλατείας αντί να τη φροντίσει έστω και την ύστατη ώρα. Αρεσκόμαστε στο να κουνάμε απογοητευμένοι το κεφάλι μουρμουρίζοντας πως ο άνθρωπος μετατρέπεται σε λύκο για τον άλλον άνθρωπο, και άλλα τέτοια φιλελεύθερα κλισέ.

Δυστυχώς, τα εργαλεία, τόσο θεωρητικά όσο και στρατηγικά, της εργατικής τάξης απέναντι στην καπιταλιστική λαίλαπα έχουν σκουριάσει εάν δεν είναι, πλέον, εντελώς ανύπαρκτα. Χάνονται και αυτά με τη σειρά τους σε μια ακύρωση της διαλεκτικής από τα πάνω, σε μια ψηλομύτικη ηθικολογία που αναμειγνύεται με την προαναφερθείσα χριστιανοφανή ανθρωπιστική ελεγεία όσον αφορά τα δικαιώματα και το διαφορετικό. Σε αυτό το αμφιλεγόμενο «προσωπικό που γίνεται πολιτικό», στο θολωμένο φίλτρο του ατομικού βιώματος -υπαρκτού και ανύπαρκτου, σαν τον σοσιαλισμό ένα πράγμα- που υπερέχει της ταξικής ανισότητας και των πραγματικών γεγονότων. Ταυτόχρονα, μας φοβίζει η «επαρχία», με τους σκληρούς κώδικες της, με τους κλειστούς κύκλους και τις κλειστές πόρτες, αυτός ο «άλλος τόπος» όπου όλα γίνονται «διαφορετικά». Μας τρομάζει η σταθερή λουμπενοποίηση της εργατικής τάξης, που δυσκολευόμαστε να την καταλάβουμε, την αντιμετωπίζουμε διαρκώς σαν τα κατακάθια της ταξικής πάλης, τα βαρίδια που δεν αφήνουν τα υγιή ταξικά πρότυπα να ανασάνουν ή, από την άλλη, μετατρέπουμε τα θύματα σε αθέμιτους «ήρωες», ενώ όλοι γνωρίζουμε πολύ καλά πως οι δρόμοι μας δεν θα διασταυρώνονταν ποτέ όσο ήταν εν ζωή. Θέλουμε να τους δώσουμε, και ορθώς έχουμε τουλάχιστον αυτή τη σωματική ανάγκη, εκείνη την φροντίδα που εμείς θεωρούμε πως δεν πήραν ποτέ όσο ζούσαν, τη φροντίδα που δεν βίωσαν στις τελευταίες τους στιγμές, αφαιρώντας από πάνω τους το δικαίωμα σε οποιαδήποτε δραστικότητα, το δικαίωμα του ανθρώπου να κάνει κάποια στιγμή στη ζωή του και «κακές επιλογές», να πάρει τη στραβή τη στράτα στον αφιλόξενο δρόμο της ζωής που δεν στέκεται ποτέ ευνοϊκός ούτε για τους φτωχούς, ούτε για τους κατατρεγμένους.

Πώς να μιλήσεις σε αυτόν τον μανιασμένο όχλο που κρεμάει την Μυρτώ στα μανταλάκια για την αξία της ζωής, πώς η Μυρτώ είναι το ανεστραμμένο είδωλό τους στον καθρέφτη; Ένα εν δυνάμει success story βγαλμένο από τα σπλάχνα του σύγχρονου προλεταριάτου που απλά δεν πέτυχε; Πώς να μιλήσεις, όμως, και σε εκείνους τους δικούς μας «ανθρωπιστές» πως τη Μυρτώ την σκότωσε η ταξική της θέση και όχι μόνο το «αόρατο χέρι» της πατριαρχίας που μετουσιώθηκε στα βάρβαρα μπράτσα του αρσιβαρίστα και των άλλων «φίλων» της που κουβάλησαν και πέταξαν το ημιθανές σώμα της στην πλατεία του Αργοστολίου. Πως οι περισσότεροι άνθρωποι στις μέρες μας πεθαίνουν γιατί πολύ απλά γεννήθηκαν μέσα στην ένδεια, που μπορεί να μην ήταν απαραίτητα οικονομική ένδεια, αλλά και πολιτισμική ένδεια, έλλειψη ενός οποιουδήποτε πολιτισμικού κεφαλαίου που θα τους έδινε τη δυνατότητα να αναζητήσουν και άλλες εικόνες από τις σωρευμένες σαβούρες του καπιταλισμού και από τα υποτιθέμενα success stories των διάφορων «αυτοδημιούργητων» που από τύχη επέζησαν από τέτοιες καταστάσεις για να πουν την ιστορία τους, για να πλασάρουν την επιτυχία τους που αναδείχθηκαν βασιλιάδες μέσα από έναν βούρκο με γαρύφαλλα.

Δεν θα μάθουμε ποτέ ποια ήταν τα πραγματικά όνειρα της 18χρονης Μυρτούς, αν της άρεσε η Νοσηλευτική που σπούδαζε, αν ήθελε να μαζέψει χρήματα για να φύγει στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη ή σε μια οποιαδήποτε μεγάλη πόλη που κανένας δεν θα την γνώριζε, δεν θα μάθουμε τί την έκανε να γελάει ή την έκανε να κλαίει τα βράδια, τι μουσική άκουγε, ποιο ήταν το αγαπημένο της φαγητό και πάει λέγοντας. Είμαστε καταδικασμένοι να βλέπουμε εις το διηνεκές το υπερβατικό είδωλο μιας θανούσας 19χρονης από τις εικόνες που ο συστημικός βόρβορος ανέκτησε από τα προφίλ της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Είμαστε καταδικασμένοι να αντιμετωπίζουμε τη Μυρτώ όπως την αντιμετώπιζαν οι ακόλουθοί της στο TikTok και στο Instagram, να μιλάμε μόνο για το είδωλό της στον καθρέφτη και από τον τρόπο που πέθανε, δύο πράγματα που οι περισσότεροι θεωρούν άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, με το ένα να αποτελεί τον βασικό υπαίτιο του δεύτερου. Δυστυχώς, δεν θα μάθουμε ποτέ αν θα έκανε διαφορετικές επιλογές στο κοντινό μέλλον, αν θα κοιτούσε και εκείνη τα ξέφρενα χρόνια της νιότης και θα αναφωνούσε όπως πολλοί αναφωνούμε εκ των υστέρων, «πωπω, φίλε, από τύχη ζω».

Σε αυτή την κοινωνία από τύχη ζούμε έτσι και αλλιώς. Πρωτίστως από την τύχη του να μεγαλώσουμε μέσα σε ασφαλή, προνομιούχα περιβάλλοντα όπου σπάνια χρειάστηκε να ψάξουμε ώστε να βρούμε τις γρήγορες και άμεσες λύσεις για τα εκάστοτε προβλήματά μας. Από εκεί και πέρα, τα πάντα μπορούν να μετατραπούν σε ηθικό πανικό, σε προβολή των «ορθών προτύπων», όποια και αν είναι τα πιο συμβατά με την τωρινή εικόνα μας πρότυπα, σε μια κατ’ επίφαση παρότρυνση στα χρηστά ήθη, σε μια υποκριτική καταδίκη των ναρκωτικών με εσάνς ‘90s τουτέστιν των ίδιων των τοξικοεξαρτημένων. Η Μυρτώ πέθανε γιατί γεννήθηκε μέσα σε αυτό το κοινωνικό πλαίσιο που επί της ίδιας του της αρχής πετάει τους περισσότερους ανθρώπους στο περιθώριο, στις καταχρήσεις, στις άμεσες λύσεις, στις κακοτοπιές που δημιούργησε το σύστημα για να αναπαράγει τον εαυτό του, όπου τόσο οι θύτες όσο και τα θύματα βουλιάζουν εσαεί στον ίδιο ωκεανό βαρβαρότητας.

Απλά, έτυχε η Μυρτώ να κάνει overdose σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου με κάμερες στους κοινόχρηστους χώρους και όχι σε ένα απομονωμένο πάρκο ή σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι όπως τόσοι και τόσοι άλλοι. Και εμείς αναγκαστήκαμε να αντικρίσουμε το πολύμορφο πρόσωπο του τέρατος, εκείνο που συνδυάζει την περιφρόνηση με την καθαρματοσύνη, το περιθώριο με την ανάγκη του να ξεφύγεις με τον οποιονδήποτε τρόπο από αυτό. Και κάπου στο τέλος της ημέρας, ανάμεσα στις τηλέ-δίκες, στη λασπολογία, στα μεροκάματα δημοσιογράφων που βγαίνουν με λοιδορίες πάνω από το νεκρό σώμα της 19χρονης κοπέλας, αντικρίζουμε τον εαυτό μας σε σύγχυση, να μην ξέρει τι να πει και ποιον να ονοματίσει ως ηθικό αυτουργό ενός προαναγγελθέντος εγκλήματος. Γιατί ξέρετε τι;

Η Μυρτώ δεν μας έκανε τη χάρη να πεθάνει μόνη της, όπως άλλοι χρήστες ουσιών, σε ένα μέρος όπου κανένας δεν θα μάθαινε -και δεν θα ενδιαφερόταν- ποτέ αν ήταν με παρέα ή όχι. Η Μυρτώ μας ανάγκασε να αντικρίσουμε τη σκληρή πλευρά του επονομαζόμενου ως «περιθωρίου», εκείνη που δεν πασπαλίζεται ρομαντικά από τραγούδια του Jim Morisson και του Παύλου Σιδηρόπουλου, ούτε μπορεί να διασωθεί από την αχρείαστη εξιστόρηση των προσωπικών βιωμάτων τσογλανιάς του καθενός από τα οποία έτυχε και βγήκε αλώβητος.

Η Μυρτώ μας ανάγκασε να δούμε πως οι στραβές κακοτοπιές του καπιταλισμού όταν συνδυάζονται όλες μαζί μπορεί να καταλήξουν θανατηφόρες. Μας ανάγκασε να δούμε πως η μοίρα πολλών προλετάριων είναι να πεταχτούν σαν σκουπίδια από την παρέα τους σε μια άδεια πλατεία κάποιο βράδυ ενός αδιάφορου Απριλίου. Και τέλος, μας ανάγκασε να δούμε ξανά εκείνα τα πρόσωπα του τέρατος που στέκονται μπροστά σε μια φωτογραφία και μοιράζουν θανατικές ποινές και καταδίκες σε 19χρονα κορίτσια.

Και αυτό θα όφειλε να είναι το προσωπικό που γίνεται πολιτικό.

«Εσύ που είσ’ ακόμα εκεί
Στης αμαρτίας το στρατί
Και στο μικρό σου το κορμί
Έχεις για πάντα φορτωθεί
Της γης όλα τα λάθη

Εσύ που σου ‘δωσαν να πιεις
Απ’ της ζωής το κατακάθι

Είσαι για μένα ο πιο πικρός
Μέσα στη νύχτα στεναγμός
Κάπου σαν ίσκιος σκοτεινός
Μοιάζεις ο ίδιος μου εαυτός

Να γίνονταν να φορτωθώ
Τα κρίματα σου να σωθώ

Εσύ μοιράζεις το φιλί
Κι η κοινωνία τη ντροπή
Ένα τραγούδι τι να πει
Όταν στο βούρκο η ζωή
Ανοίγει μονοπάτι

Αχ η ελπίδα η κοινή
Δε βρίσκει απόψ’ έναν πελάτη».

Η ΕΠΟΧΗ