Macro

Μενέλαος Γκίβαλος: Ιστορικά διλήμματα, ιστορικές ευθύνες

Την κρίσιμη, τόσο για τη χώρα όσο για το ίδιο το πολιτικό σύστημα, περίοδο 2011-2012 ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας προχώρησαν σε μια στρατηγικού χαρακτήρα επιλογή: στην εγκατάλειψη της περιθωριακής θέσης του κόμματος και στην υιοθέτηση μιας νέας πορείας που θα οδηγούσε στη διεκδίκηση της κυβερνητικής εξουσίας σε μια περίοδο καθολικής οικονομικής και κοινωνικής κρίσης.
 
Η στρατηγική αυτή ακολουθήθηκε μέχρι σήμερα μέσα από επιτυχίες, ήττες, αντιφάσεις, σφάλματα, αλλά και σημαντικά επιτεύγματα. Όμως, στα θεμέλια αυτής της στρατηγικής υπήρχαν δύο κρίσιμα κενά. Αφενός, η αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ να εξελιχθεί σε ένα οργανωμένο μαζικό-λαϊκό κόμμα με ισχυρές θεσμικές προσβάσεις και, αφετέρου, η συσπείρωση ενός «πυρήνα» στελεχών και μελών υπό μορφή μηχανισμού (53, Ομπρέλα), που, εν ονόματι μιας καθαρής αριστερής ιδεολογικοπολιτικής ταυτότητας, δυσπιστούσε προς ή και εμπόδιζε κάθε είδους διεύρυνση τόσο σε οργανωτικό όσο και σε πολιτικό-κοινωνικό επίπεδο.
 
Τον συμβιβασμό και τη συνύπαρξη, μέσω αντιθέσεων και κατά καιρούς συγκρούσεων, ανέλαβε ο ίδιος ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλ. Τσίπρας με, κατά περίπτωση, μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία. Όμως το αποτέλεσμα των συμβιβασμών αλλά και των αντιπαραθέσεων οδήγησε στην καθήλωση του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. και στην απαξίωση τόσο του κόμματος όσο και πολλών στελεχών στη συνείδηση των πολιτών.
 
Τόσο η βαριά εκλογική ήττα όσο και η αποχώρηση του Αλ. Τσίπρα δημιούργησαν ένα κρίσιμο πολιτικό κενό όχι μόνο στον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. αλλά και στην ευρύτερη προοδευτική παράταξη. Σ’ αυτό το πολιτικό κενό εισέβαλε ο άγνωστος παράγων, ο Στέφανος Κασσελάκης, ως «τυχαίο της Ιστορίας», που είτε με φαντασιακούς είτε με πραγματικούς όρους εμφανίστηκε ως «από μηχανής θεός» προκειμένου να καλύψει αυτό το κενό.
 
Τόσο οι κομματικές προεδρικές υποψηφιότητες όσο και συνολικά ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. θεωρήθηκαν από μια μεγάλη μερίδα των οπαδών και ψηφοφόρων του κόμματος ανεπαρκείς τόσο στο να συγκρουστούν με το καθεστώς Μητσοτάκη όσο και στο να υπερβούν τις χρόνιες, εγγενείς ανεπάρκειες του κόμματος και να δρομολογήσουν μια νέα πορεία. Παράλληλα, λειτούργησε μια τιμωρητική ψήφος προς όλους εκείνους (κυρίως προς την Ομπρέλα) που αντιπολιτεύονταν τον Αλ. Τσίπρα και θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για την αποχώρησή του.
 
Μπορούμε συνεπώς να μιλήσουμε για «πολιτικό παράδοξο» ή για ένα αποτέλεσμα που δεν μπορεί να ανακατασκευαστεί ορθολογικά σύμφωνα με τις επιστημονικές προδιαγραφές των κλασικών πολιτικών και κοινωνικών αναλύσεων. Όμως το αποτέλεσμα μιας μη σκοπίμως συντελεσθείσας πράξης παραμένει στο πεδίο της πολιτικής και παράγει πολιτικά αποτελέσματα είτε στον παρόντα είτε και στον μέλλοντα πολιτικό χρόνο.
 
Ο όρος της «μεταπολιτικής», που χρησιμοποιείται κατά κόρον για να ερμηνεύσει την επικράτηση του Στ. Κασσελάκη, αλλά και σε ένα άλλο επίπεδο την κυριαρχία του καθεστώτος Μητσοτάκη, είναι όχι μόνο ανεπαρκής, αλλά και παραπλανητικός. Η πολιτική ως έκφραση της βούλησης και της ισχύος (της δυνατότητας εφαρμογής αυτής της βούλησης) υφίσταται και θα υφίσταται πάντα σε ένα οργανωμένο σύνολο, σε έναν θεσμό, σε μια σύγχρονη κοινωνία. Η πολιτική δεν χάνεται, μετασχηματίζονται όμως οι πόλοι παραγωγής της.
 
Σήμερα, η οντολογικού τύπου «μετατόπιση» που χαρακτηρίζει τις σύγχρονες δημοκρατίες είναι η ουσιαστική μετατόπιση της άσκησης της πολιτικής από την πολιτική στην οικονομική εξουσία, η οποία λαμβάνει τις κρίσιμες αποφάσεις. Το γεγονός ότι οι αποφάσεις αυτές, όπως και η ίδια η πραγματικότητα, διαμεσολαβούμενες από τους ιδεολογικούς/προπαγανδιστικούς μηχανισμούς, ωραιοποιούνται, διαστρεβλώνονται ή και αγνοούνται δεν σημαίνει ότι η επικοινωνία αντικαθιστά την πολιτική. Οι επικοινωνιακές δομές, οι επικοινωνιακές στρατηγικές δεν μπορούν από μόνες τους να «κατασκευάσουν» κόμματα και πολιτικές ηγεσίες, αλλά μπορούν να διαμορφώσουν ένα ευνοϊκό πεδίο προκειμένου να εφαρμοστούν οι επιλογές και οι αποφάσεις των ισχυρών πόλων εξουσίας.
Τι είναι και τι θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.
 
Σ’ αυτό το πλαίσιο, ούτε η ψήφος των βουλευτικών εκλογών ούτε, πολύ περισσότερο, η ψήφος των 150.000 μελών του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. είναι προϊόν μιας μεταπολιτικής διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να αναζητήσουμε τα αίτια παραγωγής των συμβάντων ιδιαίτερα στο πολιτικοϊδεολογικό επίπεδο: στην κρίση αντιπροσώπευσης, στην επιβολή μιας νεοφιλελεύθερης-αυταρχικής κουλτούρας που ενσωματώνει και νομιμοποιεί την Ακροδεξιά, στην αδυναμία της Αριστεράς να διατυπώσει το αντίπαλο απέναντι στο καθεστώς προοδευτικό παράδειγμα και να νοηματοδοτήσει με βάση τις δικές της αξίες και αρχές την καθημερινή σκέψη και δράση.
 
Οι εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. δεν εκφράζουν συνεπώς κανένα φαινόμενο μεταπολιτικής. Γιατί η ψήφος των πολιτών-μελών του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. υπήρξε μια καθαρή πολιτική επιλογή, και μάλιστα μια ψήφος υπό διακινδύνευση, αφού ο νέος πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. αλλά και ο τρόπος εμφάνισής του υπερβαίνουν τα παραδοσιακά και δεδομένα πολιτικά κριτήρια και αφήνουν πολλά ερωτήματα ανοιχτά.
 
Κατά το προσεχές διάστημα θα κριθεί αν ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. θα επιστρέψει στα «πέτρινα χρόνια», «αυτοστοχαζόμενος» την ταυτότητά του και την καθαρότητα των κοινωνικών του συμμαχιών, ή αν θα παραμείνει, έστω και βαριά πληγωμένος, στο πεδίο διεκδίκησης της εξουσίας. Την πρώτη επιλογή ο δρόμος της διάσπασης θα την κάνει εύκολη και οι υπεύθυνοι θα φέρουν την απόλυτη ευθύνη γι’ αυτό.
 
Εντεκα χρόνια μετά το 2012 βρισκόμαστε μπροστά στο κρίσιμο σταυροδρόμι της Ιστορίας που θα καθορίσει την υπόσταση και το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. Η απάντηση και η στάση απαιτούν από τα στελέχη και τα μέλη του κόμματος συνειδητοποίηση της ιστορικής τους ευθύνης όχι μόνο απέναντι στη μακρά διαδρομή της Αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ στον τόπο μας. Η κύρια ιστορική ευθύνη αφορά τα εκατομμύρια των πολιτών που στήριξαν τον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., αφορά το παρόν και το μέλλον της δημοκρατικής-προοδευτικής παράταξης, αφορά την ίδια τη Δημοκρατία. Κι αυτό είναι το ιστορικό δίλημμα στο οποίο θα πρέπει να απαντήσουν όλοι. Ατομικά και συλλογικά.
 
* Ο Μενέλαος Γκίβαλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΕΚΠΑ, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.