Macro

Με ένα ποδήλατο, τραυλίζοντας

Τούτες τις μέρες της άθλιας πρωθυπουργικής πρωτίστως, αλλά και επιτελικής κρυψίνοιας, ολοένα και τριγυρνούν στο μυαλό μου η μητέρα και ο πατέρας μου. Φευγάτη η πρώτη από το 2010 και από το 1999 ο πατέρας. Άνθρωποι ως επί το πλείστον σιωπηλοί. Ό,τι είχαν να πουν το είπαν όταν χρειάστηκε. Ύστερα σιώπησαν, ίσως από φόβο να μην τους κλέψουν (όπως τους έκλεψαν τη ζωή) ακόμα και την ποιότητα της σιωπής τους και, πάντως, από πεποίθηση βαθιάς σεμνότητας και πλήρη επίγνωση του γιατί έπραξαν όσα έπραξαν. Άλλωστε το ένιωθαν ως χρέος προς εκείνους που χάθηκαν να μην περηφανεύονται.

Τους θυμάμαι τούτες τις μέρες τους σιωπηλούς γονείς μου και όχι ως εξαιρετικές περιπτώσεις, αλλά ως δύο από τους πολλούς που σήκωσαν τον τόπο στους ώμους τους και το πλήρωσαν πανάκριβα.

Για να χορεύουν τον χορό της αρπαγής οι ανάξιοι του επαγγελματικού πατριωτισμού που ρήμαξε τον τόπο και τους ανθρώπους του και τώρα κρύβονται, προσπαθώντας να παρεμποδίσουν την όραση, δηλώνοντας άγνοια όταν πριν λίγο ούρλιαζαν για σκευωρίες. Έχουμε πολλά να δούμε και ν’ ακούσουμε ακόμα και ουδείς μπορεί να προδικάσει το τι μέλλει γενέσθαι. Το μόνο σίγουρο είναι πως το μέλλον, ακόμα και το εγγύς, θα είναι διαφορετικό από το παρόν. Ευθύνη λοιπόν, ύψιστη ευθύνη όλων όσοι εμπλέκονται με κάθε τρόπο, με πρώτους από όλους τους μετέχοντες των τριών συντεταγμένων εξουσιών, είναι τα πράγματα να εξελιχθούν προς όφελος του λαού και του τόπου. Η αγριότητα αντιδράσεων ίσως δίνει κάποια ιδέα τού τι πρόκειται να συμβεί αν δεν λάμψει η αλήθεια και δεν αποδοθεί δικαιοσύνη. Αν επιτέλους δεν αποκτήσει απτό περιεχόμενο η έννοια της εντιμότητας.

Η έννοια πάνω στην οποία βάδισαν ο πατέρας μου, η μητέρα μου και τόσοι και τόσοι ωραίοι άνθρωποι, χωρίς να ξεστρατίσουν, κρατώντας την αξιοπρέπεια ως μόνη περιουσία. Μια περιουσία που την έλεγαν διά της σιωπής ή σχεδόν τραυλίζοντας.

Γι’ αυτό και συγκλονίζομαι κάθε φορά που διαβάζω τα μικρά ποιήματα του Rene Char, στα «Φύλλα του Ύπνου» (εκδ. Πόλις, μετ. Θανάσης Χατζόπουλος) -ο Ύπνος είναι άνθρωπος, γι’ αυτό και γράφεται με κεφαλαίο Ύψιλον- τα οποία ο μεγάλος ποιητής έγραψε κατά τη διάρκεια της δράσης του ως σημαίνουσα προσωπικότητα της γαλλικής αντίστασης εναντίον του ναζισμού: «Να λούζεις τον ήλιο με τη φαντασία όσων τραυλίζουν αντί να μιλούν, όσων κοκκινίζουν τη στιγμή της κατάφασης. Αυτοί είναι οι στιβαροί αντάρτες».

Ναι. Αυτοί είναι οι στιβαροί αντάρτες της ζωής μου που μου δείχνουν τον δρόμο. Οι γονείς μου και όλοι που τραυλίζουν την ομορφιά του κόσμου, όσοι ένιωσαν τη βαθύτατη ανάγκη της κατάφασης μπροστά στην ομορφιά και δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να διεκδικήσουν με εντιμότητα το όνειρο της ομορφιάς. Ακόμα ακούω σαν να ’ναι τώρα τον πατέρα μου (θα ήμουν 10-11χρονών) να μου εξηγεί γιατί δεν περισσεύουν λεφτά για να μου πάρει ποδήλατο: «Αν είχα λεφτά, θα σου έπαιρνα ένα ποδήλατο με δέκα κουδούνια, αλλά δεν έχω. Μπορούμε εμείς, βρε Κώστα, να γίνουμε άτιμοι; Δεν μπορούμε».

Ε, ναι δεν μπορούμε. Χρειάζεται ικανότητα για να είσαι άτιμος. Από τότε ένας θεός ξέρει πόσες φορές ονειρεύτηκα ένα ποδήλατο με δέκα κουδούνια. Ακόμα και τώρα το ονειρεύομαι κι ας έχω συνηθίσει. Άλλωστε, τέτοιες ελλείψεις δεν αφυπνίζουν το αίσθημα του ανεκπλήρωτου. Το αντίθετο. Ξυπνάς με αίσθημα πληρότητας. Γιατί ξέρεις πως αυτό το ποδήλατο που δεν απέκτησες είναι η πληρωμή σου στην εντιμότητα.

Ελάχιστη πληρωμή όταν το διπλανό σου παιδί, που θα μπορούσε να είναι παιδί σου, σαβανώθηκε με το νερό του Έβρου κι ένας ολόκληρος πρωθυπουργός έφτυσε στον αείροο τάφο του. Κι ένα άλλο παιδί πέθανε από έλλειψη φαρμάκων ή πνίγηκε στη Μεσόγειο ή σκοτώθηκε σε κάποιο βομβαρδισμό χάριν του κέρδους, πριν καν προλάβει να ονειρευτεί ένα ποδήλατο.

Είναι το ίδιο παιδί που σε στοιχειώνει καθώς το βλέπεις να περνάει στην άκρη όλων των γκρεμών πάνω σε ένα ποδήλατο καμωμένο από σύννεφα χτυπώντας τα δέκα κουδουνάκια του. Και τότε, μόνο τραυλίζοντας μπορείς να σιωπήσεις.

Κώστας Καναβούρης

Αυγή της Κυριακής