Με αφορμή την προβολή της ταινίας «Η αναχώρηση των τρένων»
Κανένα από τα δύο ουσιαστικά του τίτλου δεν θέλει εισαγωγικά. Πολιτισμός και βαρβαρότητα δεν αλληλοαποκλείονται – όπως θα επιθυμούσαμε, μιλώντας από τη σκοπιά του πρώτου. Από μια σκοπιά μυωπική όμως, που δεν αναγνωρίζει τη συνύπαρξη κι όταν ακόμα είναι μπροστά στα μάτια μας. Δεν τολμά να την αναγνωρίσει, καθώς κάτι τέτοιο θα αναιρούσε τον ίδιο τον ορισμό όχι μόνο της προοπτικής της θέασης, δηλαδή του πολιτισμού, αλλά του ίδιου του ανθρώπινου χαρακτήρα, του μη-λύκου.
Κι έτσι αποστρέφεται το πολιτισμένο βλέμμα από τη βαρβαρότητα που συνοδεύει την πρόοδο από τις απαρχές της ανθρώπινης ιστορίας. Αποστρέφεται από την ωμή βία στο διπλανό διαμέρισμα, από τη γυμνή επιβολή δύναμης στο διπλανό οικόπεδο, από τη γενοκτονία στη διπλανή χώρα. Με θύματα αλλά και θύτες ομοίους μας. Πολιτισμένους σαν κι εμάς. Τι τους κάνει έτσι; Τι μας κάνει έτσι;
Είδα την Κυριακή 15 Δεκεμβρίου, μετά από πρόσκληση της Μαρίας Κομνηνού, που με την Ταινιοθήκη της Ελλάδας οργάνωνε και φέτος, για 14η χρονιά, το εξαιρετικό φεστιβάλ πρωτοποριακού κινηματογράφου, το «δοκιμιακό» ντοκιμαντέρ του 2020 «Η αναχώρηση των τρένων» των Radu Jude και Adrian Cioflâncă. Ξαναβρέθηκα έτσι μπροστά στα ερωτήματα αυτά, μπροστά σε ένα ακόμα μισοξεχασμένο (αν και οικείο!) επεισόδιο εκδήλωσης του απόλυτου (αν και τετριμμένου!) κακού της διπλανής πόρτας.
Ιάσιο, στα ανατολικά της Ρουμανίας, τέλη Ιουνίου 1941: μια εβδομάδα μετά την έναρξη της εισβολή των ναζιστικών στρατευμάτων στη Σοβιετική Ένωση, και εν μέσω κατευθυνόμενων φημών για συνωμοσία των εβραίων κατοίκων της πόλης υπέρ του Κόκκινου Στρατού, Ρουμάνοι και Γερμανοί αστυνομικοί και στρατιώτες, αλλά κυρίως «απλοί» Ρουμάνοι πολίτες, οργανώνουν το πογκρόμ που θα στοιχίσει τη ζωή σε περισσότερους από 13.000 εβραίους, τον μισό πληθυσμό της πόλης. Οι «απλοί» πολίτες βγάζουν έναν έναν τους γείτονές τους από τα διαμερίσματά τους, τους ξυλοκοπούν μέχρι θανάτου ή τους παραδίδουν στα αστυνομικά τμήματα πριν κατακλέψουν τα σπίτια τους και διαλύσουν την περιουσία τους – σχέσεις καλής γειτονίας! Τα αστυνομικά τμήματα όσους δεν τους εκτελούν επί τόπου στην αυλή τους στοιβάζουν στα τρένα του θανάτου, σε σφραγισμένα βαγόνια ζώων όπου η συντριπτική πλειονότητα πεθαίνει από ασφυξία και δίψα πριν φτάσει στο προβλεπόμενο στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Το πλαίσιο που επιτρέπει μια τέτοια συμπεριφορά είναι εξασφαλισμένο: το καθεστώς είναι φασιστικό, ο δικτάτορας αντισημίτης και αντιτσιγγάνος, το κράτος ανήκει στον Άξονα, γερμανικές περίπολοι κυκλοφορούν στους δρόμους μαζί με τις ντόπιες. Ο υποκειμενικός όρος όμως, τα άτομα, οι γείτονες; Στο Ιάσιο, όπως –σε άλλη κλίμακα και με θύματα άλλης κοινωνικής κατηγορίας– και στην Ελλάδα της Κατοχής ή σε όλη τη Γάζα σήμερα, τι κάνει τον γείτονα έναν ρατσιστή φονιά;
Τίποτα φοβερό, καμιά εκρηκτική ανατροπή. Εντός της καθημερινής κανονικότητας λαμβάνει χώρα η αλλαγή, εφόσον βεβαίως –κι αυτός ο όρος δεν είναι αμελητέος– είναι δυνατή. Μπορούν να αλλάξουν και αλλάζουν. Οι «Αρχές» τους το επιτρέπουν. Και αίφνης το αστικό τοπίο μεταβάλλεται, στους δρόμους του Ιασίου στοιβάζονται πτώματα και από παντού ξεχύνεται φυλετικό μίσος, μίσος που προϋπήρχε, υποδαυλίστηκε, νομιμοποιήθηκε και διοχετεύτηκε. Αφέθηκε ελεύθερο.
Για την άγνοια, την απουσία καλλιέργειας, τη μισαλλοδοξία και τον υφέρποντα ρατσισμό έχει φροντίσει η κοινωνική ιστορία που οικοδομείται μόνο πάνω σε σχέσεις κυριαρχίας και με γνώμονα τον εθνοκεντρισμό: μετράμε τα πράγματα με μέτρο τον εαυτό μας και τους δικούς μας, και αλληθωρίζουμε προς τους δυνατούς. Για τη μνησικακία όμως, την καύσιμη ύλη του καθημερινού φασισμού, των πογκρόμ και των γενοκτονιών φροντίζει η καλοστημένη μηχανή της αυταρχικής πολιτικής: τάζει χωρίς να προσφέρει, διαφημίζει σε όλους και παρέχει σε λίγους, δείχνει αλλού όταν εγκαλείται για ανισότητα, αδικία, αναποτελεσματικότητα. Και πάντα προβάλλει τις αποτρόπαιες βλέψεις της σε ομάδες που περιθωριοποιεί. Έτσι, η δυσφορία των γειτόνων, πικραμένων από την μη εκπλήρωση των υποσχέσεων (της πολιτικής ή και του συνολικού πολιτισμού) μεταστρέφεται σε φθόνο εναντίον όσων υποδεικνύονται ως εξαιρέσεις, ως διαφορετικοί, ως «απ’ έξω». Δεν είναι συνάνθρωποι εκείνοι, δεν είναι καν πλήρως άνθρωποι – το είδαμε στο Άουσβιτς, το βλέπουμε στις επιθέσεις κατά προσφύγων, το ακούσαμε στις εκτελέσεις του Isis, το ψιθυρίζουν μεταξύ τους οι γυναικοκτόνοι, το επικαλούνται οι ιθύνοντες της γενοκτονίας στη Γάζα. Κι έτσι η κοινωνική συνθήκη επιτρέπει ή και προκαλεί την άρση της θεμελιώδους ανθρώπινης ιδιότητας, της έγνοιας για την οδύνη του άλλου.
Το εξαιρετικό φιλμ των Jude και Cioflâncă δεν δείχνει αυτή την πορεία, αποτυπώνει τα αποτελέσματά της. Και τα αποτυπώνει, ψύχραιμα, χωρίς υψηλούς τόνους και συναισθηματισμούς, με την αντικειμενικότητα μιας ουδέτερης καταγραφής: επί πάνω από δύο ώρες παραθέτει φωτογραφίες θυμάτων του πογκρόμ, συνοδευμένες τις περισσότερες φορές από σύντομες –και ψυχρά διαβασμένες– εκθέσεις συγγενών τους για το τι τους συνέβη. Και στη συνέχεια προβάλλει, χωρίς ήχο ή άλλο σχολιασμό, φωτογραφίες από τους δρόμους και τα τρένα, από τις σωρούς των πεταμένων ή σωρευμένων πτωμάτων. Ένα μαύρο λεύκωμα είναι το φιλμ, μόνο φωτογραφίες, χωρίς κίνηση – ο χρόνος έχει παγώσει.
Η μη-κινηματογραφική αυτή στάση του φιλμ σφραγίζει με τον πιο εμφατικό τρόπο τη σχέση αδιανόητου και κανονικού, ανασύρει την εγγεγραμμένη στον πολιτισμό βαρβαρότητα.