Macro

Λευτέρης Στουκογεώργος: Το δικαίωμα στην άμβλωση και η γενιά Ζ έσπασε το «κόκκινο κύμα» των ΡεπουΜπλικάνων

Οι αμερικάνικες ενδιάμεσες εκλογές (midterms) έγιναν μέσα σε μια συγκυρία παγκόσμιας ολικής κρίσης (πόλεμος, γεωπολιτική μεταβατική περίοδο, κλιματική, πανδημική, ενεργειακή και οικονομική κρίση, στασιμοπληθωρισμός) με τεράστια άνοδο των ανισοτήτων, υφεσιακές τάσεις στην οικονομία και πρόβλημα στην εφοδιαστική αλυσίδα.
 
Η νεοφιλελεύθερη στροφή των Ρεπουμπλικάνων υλοποιήθηκε την δεκαετία του 1980 με τον Ρήγκαν, ενώ η ακροδεξιά στροφή έγινε το 2014 (TeaParty) και ολοκληρώθηκε το 2016 με την κυριαρχία του Τράμπ έναντι της παραδοσιακής Ρεπουμπλικανικής ελίτ. Αντίστοιχα οι Δημοκρατικοί έκαναν μια στροφή στ’ αριστερά, υπό την καθοδήγηση του γερουσιαστή Μπέρνι Σάντερς(πτέρυγα Sanders/Warren).Ο αριθμός των αυτοπροσδιοριζόμενων προοδευτικών αυξήθηκε δραματικά το 2018, χωρίς αμφιβολία λόγω Σάντερς, oοποίος έκανε κάτι ακόμα πιο σημαντικό από το να νικήσει τον αντίπαλό του στην πολιτική σκηνή: έδωσε πολιτικά κίνητρα σε εκατομμύρια ανθρώπους να εκφράσουν την αντίθεση τους στην οικονομική ανισότητα και την ταξική εκμετάλλευση.
Οριακές νίκες – οριακές ήττες
 
Τα αποτελέσματα των midterms είναι περισσότερο μια ήττα των Ρεπουμπλικάνων και ειδικά του Τραμπ, παρά μια νίκη των Δημοκρατικών. Η οριακή επικράτηση των Ρεπουμπλικάνων στη Βουλή, η οριακή νίκη των Δημοκρατικών στη Γερουσία και η εξισορρόπηση στους κυβερνήτες των Πολιτειών (25 για τους Ρεπουμπλικάνους, που χάνουν 2 πολιτείες, έναντι 24 των Δημοκρατικών), δείχνουν το μέγεθος του διχασμού της κοινωνίας των ΗΠΑ αλλά και της πολιτικής διακυβέρνησης.
 
Είναι όμως και νίκη των Δημοκρατικών, κόντρα στην αρνητική παράδοση των midterms που θέλει το κυβερνών κόμμα να χάνει στις ενδιάμεσες εκλογές και στις δημοσκοπήσεις. Κράτησαν τη Γερουσία και έσπασαν το «τραμπικό κύμα», κυβερνώντας με αντιδημοφιλή Πρόεδρο (40% αποδοχή) και σε ένα οικονομικό περιβάλλον χαμηλής ανεργίας και υψηλού πληθωρισμού. H εκ νέου επικράτηση στη Γερουσία σημαίνει ότι θα έχουν τη δυνατότητα επιλογής των ανώτατων δικαστών και θα μπορούν να απορρίψουν νομοσχέδια που εγκρίθηκαν από τη Βουλή (οριακής πλειοψηφίας των Ρεπουμπλικάνων),θέτοντας την δική τους ατζέντα και διατηρώντας σχετική ελευθερία κινήσεων στην εξωτερική πολιτική και στις διεθνείς συνθήκες.
 
Καθοριστική παράμετρος της ήττας των Ρεπουμπλικάνων ήταν η κατάργηση του συνταγματικού δικαιώματος στην άμβλωση(Roe v. Wade,1973), μέσω της απόφασης Dobbs του Ανώτατου Δικαστηρίου (Ιούνης, 2022). Σε τελική ανάλυση το «κόκκινο κύμα» έσπασε μέσα στο καλοκαίρι από το δικαίωμα στην άμβλωση και τα αιτήματα δικαιοσύνης και ελευθερίας. Φορείς τους ήταν οι γυναίκες (εκλέχτηκαν πάνω από δέκα γυναίκες κυβερνήτες πολιτειών), οι μειονότητες (αν και σε μικρότερο βαθμό από άλλες φορές),οι νέοι της Γενιάς Ζ (στις ηλικίες 18-29 το 63% ψήφισε Δημοκρατικούς)και η αμερικανική αριστερά του Sanders, της Alexandria Ocasio-Cortez, της Julia Salazar και του John Fetterman (στρατηγικής σημασίας η εκλογή του στην Πενσυλβάνια για τη νίκη στη Γερουσία). Αυτοί έδωσαν τη μάχη για τα δικαιώματα των γυναικών και των μειονοτήτων, την αύξηση των μισθών, την καθολική υγεία, τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Αντίστοιχα η ατζέντα της ηγεσίας των Δημοκρατικών είχε επικεντρωθεί στα ταυτοτικά ζητήματα, στον πληθωρισμό και στον κίνδυνο για την δημοκρατία από τον Τράμπ και τον Πούτιν. Η ψήφος των εργαζομένων πήγε ισόρροπα ανάμεσα στα δύο κόμματα, ενώ στα μέλη των συνδικάτων οι Δημοκρατικοί κέρδισαν με 57%. ΣεόλεςτιςπόλειςμευψηλόεπίπεδοσυνδικαλισμούέχασανοιΡεπουμπλικάνοι. Γενικότερα οι πόλεις ψήφισαν Δημοκρατικούς και η επαρχία Ρεπουμπλικάνους. Υπάρχει μια αντιστοιχία μεταξύ αυτής της εκλογικής δυναμικής και της επανέναρξης των αγώνων – απεργίες, οργάνωση πρωτοβουλιών, καταγγελίες για αντισυνδικαλιστικές δραστηριότητες σε εταιρείες– που είχε ξεκινήσει στα χρόνια του Τραμπ και εντάθηκε τα τελευταία δύο χρόνια. Οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι ο πληθωρισμός θα ήταν καθοριστικός παράγοντας για την ψήφο, αλλά κυριάρχησε ο κίνδυνος βαθέως πισωγυρίσματος της ιστορίας, αρχής γενομένης του νέο-μεσαιωνικού νόμου Dobbs.
 
Σημαντική ήταν η ήττα πολλών τραμπικών αρνητών των προηγούμενων εκλογών (Election deniers) και της δημοκρατίας. Εκλέχτηκαν όμως αρκετοί (160 στο Κογκρέσο) ώστε να διατηρούν ειδικό πολιτικό βάρος. HΑlt.Right αλαζονική πολιτική Τράμπ ήταν η αιτία που οι Δημοκρατικοί κέρδισαν τους ενδιάμεσους ψηφοφόρους (από το 2002 είχε να συμβεί σε midterms) και πήραν ρεπουμπλικανικούς ψήφους σε πολιτείες με οριακές μονομαχίες, ενώ δεν τράβηξαν τα φαβορί του δημοκρατικού κατεστημένου στις δικές του πολιτείες. Γι’ αυτό σε εθνικό επίπεδο οι Δημοκρατικοί πήραν περίπου 48%. Τα αποτελέσματα ήταν μια οριακή νίκη για τον Μπάιντεν, που κράτησε την Γερουσία, αλλά η υγεία και η ηλικία του θα είναι καθοριστικοί παράγοντες για την συνέχεια.
Μετά-Τράμπ εποχή;
 
Οι Ρεπουμπλικάνοι πήραν πανηγυρικά την πολιτεία των συνταξιούχων (Φλόριντα) και των Κουβανοαμερικάνων, με κυβερνήτη το ανερχόμενο αστέρι της ελίτ τους, τον 44χρονο Ρον Ντε Σάντις (59,4%), γερουσιαστή τον Ρούμπιο (57,7%) και 20 έδρες στη Βουλή έναντι 8 των Δημοκρατικών. Επιτυχία θεωρούν και τα αποτελέσματα στη Ν. Υόρκη, όπου η Δημοκρατική κυβερνήτης Kathy Hochul επανεκλέχθηκε μεν οριακά, αλλά οι Ρεπουμπλικάνοι θριάμβευσαν σε αρκετές περιφέρειες. Η πρόσφατη αντιδημοκρατική αλλαγή του εκλογικού χάρτη της Ν. Υόρκης, από τους Ρεπουμπλικάνους, τους απέφερε καρπούς.
 
Ο Ντε Σάντις είναι o μεγαλύτερος κίνδυνος για τους Δημοκρατικούς γιατί εκπροσωπεί μια Alt.Right πιο θεσμική και πιο στοχοπροσηλωμένη από αυτήν του Τραμπ και είναι υπέρ της ατζέντας anti woke (κατά των δικαιωμάτων προσφύγων, μειονοτήτων κλπ.).Ίσως γι’ αυτό το «βαθύ Δημοκρατικό Κόμμα» προτιμάει τον Τραμπ ως αντίπαλο. Υπάρχουν δύο γραμμές στους Δημοκρατικούς: η αριστερή πιστεύει ότιστην πολιτική σφαίρα πρέπει να νικηθεί όλη η δεξιά ατζέντα. Η δεξιά στόχο έχει την νίκη απέναντι στους Ρεπουμπλικάνους, ενσωματώνοντας συντηρητικές θέσεις και ρητορικές, μία στρατηγική με κίνδυνο αυτοϋπονόμευσης στη συνέχεια. Αυτή η εμμονή με το συνδυασμό αριστερής και δεξιάς πολιτικής, αντί να πιέζει τη
 
Δεξιά από τα αριστερά, είναι η ίδια στρατηγική που για περισσότερα από τριάντα χρόνια κρατά τους Δημοκρατικούς εναρμονισμένους με την τέχνη του συμβιβασμού, ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι επιδιώκουν την ακραία λιτότητα, την ιδιωτικοποίηση και μια αντιδραστική κοινωνική ατζέντα. Η μόνη πιθανότητα να μην γίνει το Κογκρέσο ο βάλτος στον οποίο οι Ρεπουμπλικάνοι θα βυθίσουν την προεδρία Μπάιντεν, συνδέεται με τη συνέχιση της κοινωνικής κινητοποίησης και αυτό εξαρτάται από την πολιτική των Δημοκρατικών.
 
Μετά την εκλογική αποτυχία των Ρεπουμπλικάνων, δημοσκόπηση της YouGov για τις προκριματικές εκλογές του κόμματος του 2024 δείχνει τον Ντε Σάντις να προηγείται και ειδικά στους νεότερους και πιο μορφωμένους, αλλά ο Τραμπ εξακολουθεί να έχει το προβάδισμα μεταξύ των «πιστών» εκλογικά Ρεπουμπλικάνων. Είναι η αρχή της μετα-Τραμπ εποχής, όμως ο τραμπισμός είναι ακόμα κυρίαρχος. Καθόλου τυχαία ο Τραμπ ανακοίνωσε την τρίτη προεκλογική του εκστρατεία για την προεδρία των ΗΠΑ από την Φλόριντα, το κάστρο του Ντε Σάντις.
Οικονομία και εξωτερική πολιτική
 
Η διετία με το Κογκρέσο υπό την κυριαρχία των Δημοκρατικών έχει ξεκάθαρα τελειώσει.Hπιθανότητα ύφεσης το 2023, λόγω περιοριστικής νομισματικής πολιτικής αντιμετώπισης του πληθωρισμού, θα πλήξει την οικονομία και θα διευρύνει τις ανισότητες. Το πάγωμα της δημοσιονομικής πολιτικής σημαίνει ότι η διετία, ως τις εκλογές, θα είναι υφεσιακή. Αν οι Δημοκρατικοί θέλουν να κερδίσουν το 2024, απέναντι στον Ντε Σάντις ή τον Τραμπ, θα πρέπει να ενισχύσουν εσωτερικά την δημοκρατία, την κοινωνικοοικονομική και δικαιωματική τους ατζέντα (αμβλώσεις, αποποινικοποίηση κάνναβης, μεταρρύθμιση της ποινικής δικαιοσύνης, επαναφορά της μερικής διαγραφής δανείων, αντιμετώπιση ακρίβειας, φορολόγηση μεγάλου κεφαλαίου, ενίσχυση συστήματος υγείας, παιδεία, μείωση ανισοτήτων). Ένα επιπλέον πρόβλημα είναι ότι η Δεξιά έχει ουσιαστικά κυριαρχήσει στο δικαστικό σώμα, το οποίο με διάφορους τρόπους λειτουργεί πλέον ως νομοθέτης της χώρας και κανείς στο Δημοκρατικό Κόμμα δεν έχει εκπονήσει ένα ουσιαστικό σχέδιο για να αμφισβητήσει την εξουσία των δεξιών δικαστών.
 
Στο διεθνές επίπεδο θα χρειασθούν ορατά αποτελέσματα στην εξωτερική πολιτική και στο διεθνές εμπόριο για την νέα PaxAmericana.Η συνάντηση Μπάιντεν με τις χώρες ASEAN αλλά κυρίως με τον Κινέζο πρόεδρο Σι (στη σύνοδο των G-20, στο Μπαλί)δείχνει ότι οδεύουμε σε μια σχετική εξομάλυνση της κρίσης στην περιοχή, σε ένα είδος «ψυχρής ειρήνης». Ο Μπάιντεν είπε «ένας νέος ψυχρός πόλεμος δεν είναι απαραίτητος», παραδεχόμενος όμως ότι υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων, από το εμπόριο ως τις στρατηγικές συμμαχίες. Ο Μπάιντεν επανέλαβε την πολιτική της «μίας Κίνας» στον Σι, ο οποίος από την πλευρά του, «ξέχασε» την επίσκεψη Πελόζι στην Ταιβάν. Ωστόσο ένα κοινό ανακοινωθέν στη Σύνοδο της Ινδονησίας για την ειρήνη στο ουκρανικό μέτωπο, δεν κατέστη εφικτό, λόγω διάστασης απόψεων μεταξύ Δύσης και Κίνας-Ινδίας-Βραζιλίας και με την Ευρώπη απούσα από τις πρωτοβουλίες.H ρωσική αποχώρηση από τη Χερσώνα προσφέρει στην Ουάσιγκτον μια περαιτέρω ευκαιρία έναρξης των διαπραγματεύσεων για την ειρήνη, η οποία για να πραγματοποιηθεί θα χρειαστεί μια διεθνή Διάσκεψη αντίστοιχης με εκείνης του Ελσίνκι το 1975.
 
Ο Μπάιντεν, έχοντας λυμένα τα χέρια από τους ρεπουμπλικάνους λόγω πλειοψηφίας στη Γερουσία, αναμένεται να πάρει πρωτοβουλίες στην εξωτερική πολιτική. Η πολιτική ανάσχεσης της Κίνας και της Ρωσίας θα παραμείνει κυρίαρχη αμερικανική πολιτική αλλά πιθανόν με ηπιότερα μέσα. Η πρόταση της Τζάνετ Γέλεν το friend-shoring είναι ένα μέσον γι’ αυτό το σκοπό. Φαινομενικά πρόκειται για μια ομάδα χωρών με κοινές αξίες που θα εφαρμόσει κοινές πολιτικές που ενθαρρύνουν τις εταιρείες να επενδύσουν και να παράγουν εντός αυτής της ομάδας. Αυτό προκειμένου η ομάδα να αποφύγει εξωτερικές διαταραχές ή οικονομικούς εκβιασμούς των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού και να έχει πρόσβαση σε βασικές πρώτες ύλες, τεχνολογίες ή προϊόντα από τα κράτη που μπορούν να διαταράξουν την οικονομία των ΗΠΑ και των συμμάχων τους. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα σχέδιο αμερικανικής μερικής παγκοσμιοποίησης με στόχο την παραμονή των ΗΠΑ στην παγκόσμια κυριαρχία. Οι σχέσεις των ΗΠΑ με την Ε.Ε. και τις χώρες του GlobalSouth θα καθορίσουν την δυνατότητα υλοποίησης του φιλόδοξου αυτού σχεδίου.
 
Ο Λευτέρης Στουκογεώργος είναι οικονομολόγος