Macro

Κυνηγώντας μια αβέβαιη δόξα

Τέσσερις καλά δομημένοι ενδιαφέροντες χαρακτήρες σηκώνουν στους ώμους τους την ιστορία των τραγικών ημερών του Ισπανικού Εμφυλίου.
 
«Αυτό λείπει από μας τους ανθρώπους, μια ουρά σαν αυτή του Σκορπιού, ικανή να διοχετεύει δηλητήριο σ’ ολόκληρο το σύμπαν… Μη με κοιτάζεις μ’ αυτό το ύφος, ξέρεις ότι έχω δίκιο, ότι αν διαθέταμε μια τέτοια ουρά η οικογένεια θα ήταν δικαίως περήφανη. Αναφέρομαι στην ανθρώπινη οικογένεια. Αφού δεν την έχουμε, η λύση που μας απομένει είναι να ξαπλώσουμε κοιτώντας τον ουρανό και τότε… Κάθετα και με οργή! Αλλά πέφτει, και πέφτει πάνω στο πρόσωπό σου, κι ο Νεύτων θα έλεγε ότι συμβαίνει χάρη στο νόμο της βαρύτητας. Αυτός που μας κούρασε με τις μανίες του, αφού δεν μπορούσε να δει τίποτα άλλο, αφού δεν μπορούσε να καταλάβει. Να τι σημαίνει καταλαβαίνω, να σου ’ρχεται, ανάμεσα στα δυο σου μάτια, η ίδια σου η ροχάλα, το αδύναμο φλέμα∙ να νιώθεις όλη την ψυχρή οργή της απέραντης αδυναμίας μας».
 
Ο Ισπανικός Εμφύλιος έχει εμπνεύσει κάποιους από τους σπουδαιότερους συγγραφείς της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ωστόσο οι Καταλανοί ακούστηκαν αργότερα. Πρώτοι ακούστηκαν –όπως παντού και πάντα– οι νικητές. Το 1956 εκδίδεται ένα μέχρι και σήμερα κορυφαίο βιβλίο, «Αβέβαιη δόξα» του Καταλανού Ζοάν Σάλες. Ηταν η πρώτη φορά που μίλησαν οι ηττημένοι, αργότερα και μέχρι και τις μέρες μας θα ακολουθήσουν και άλλα πολλά βιβλία.
 
Διαβάζοντας την ελληνική έκδοση από τις εκδόσεις Αγρα σε μια πραγματικά αξιοσημείωτη μετάφραση του Ευρυβιάδη Σοφού, ήταν πολλές οι φορές που σταμάτησα έκθαμβη και έκπληκτη σε κάποια σελίδα του σπουδαίου αυτού βιβλίου των σχεδόν 700 σελίδων. Τέσσερις καλά δομημένοι ενδιαφέροντες χαρακτήρες σηκώνουν στους ώμους τους την ιστορία των τραγικών εκείνων ημερών: ο Λιούις, ένας νεαρός ρεπουμπλικανός στρατιώτης, η Τρίνι, μια αναρχική από τη Βαρκελώνη που ασπάστηκε τον καθολικισμό και μεγαλώνει το παιδί του Λιούις, ο Κρούελς, νεαρός ιεροσπουδαστής που τον έχει επηρεάσει ο Σαρτρ, και ο συναρπαστικότερος ήρωας όλων, ο Ζουλί Σολεράς, που άλλοτε μοιάζει με τον Ζαρατούστρα του Νίτσε και άλλοτε με αναρχικό επαναστάτη.
 
Ο πόλεμος μπορεί να είναι το φόντο όλων των εικόνων, η μεγάλη πληγή πίσω από τις συμπεριφορές των ανθρώπων, αλλά πάνω από όλα είναι η σημασία της ανθρώπινης ύπαρξης που επανέρχεται ξανά και ξανά στην αφήγηση, κάνοντας αυτό το βιβλίο διαχρονικό και σύγχρονο. Ο Σάλες είναι δεινός αφηγητής, βάζει στο μικροσκόπιό του την ύπαιθρο και τους ανθρώπους της, τη θρησκεία και τις αυταπάτες της, τις συχνά ανεξήγητες ανθρώπινες σχέσεις με τις προεκτάσεις της, την πολιτική και τις ιδεολογίες.
 
Στο πολύ ενδιαφέρον επίμετρό του, ο καθηγητής καταλανικής λογοτεχνίας Τσαβιέρ Πλα μάς δίνει πολλές πληροφορίες για τον σχετικά άγνωστο σε μας Ζοάν Σάλες. Γεννήθηκε στη Βαρκελώνη το 1912 και πέθανε το 1983. Πήρε ενεργό μέρος στον εμφύλιο και «ως ανήκων στην πλευρά των ηττημένων, θα αναγκαστεί, όπως άλλοι συγγραφείς αυτής της γενιάς, να πάρει θέση απέναντι στην Ιστορία». Σπούδασε νομικά, αλλά δούλευε ως δημοσιογράφος. Ηταν μέλος του κομμουνιστικού κόμματος αλλά κατά τη διάρκεια του πολέμου αποτραβήχτηκε και από τον κομμουνιστικό και από τον αναρχικό κόσμο. «Ηταν πάνω απ’ όλα ένας ανεξάρτητος άνθρωπος, ένας outsider της καταλανικής λογοτεχνίας».
 
Εζησε στην Αϊτή, στο Παρίσι, στο Μεξικό, περιμένοντας τη νίκη των συμμάχων για να απομακρυνθεί ο Φράνκο από την εξουσία. Γύρισε στη Βαρκελώνη το 1948 και άρχισε να γράφει το «Αβέβαιη δόξα», το μοναδικό δημοσιευμένο του μυθιστόρημα. Ο τίτλος του βιβλίου προέρχεται από το έργο του Σέξπιρ «Οι δύο άρχοντες της Βερόνας», ένα απόσπασμά του είχε βρει στο «Κόκκινο και Μαύρο» του Σταντάλ: «Αχ! Πόσο η Ανοιξη μοιάζει αυτής της αγάπης, με την αβέβαιη δόξα μιας απριλιάτικης μέρας». Ομως ο συγγραφέας και διανοητής του βιβλίου δεν συνομιλεί μόνο με τον Σέξπιρ, αλλά και με τους Πασκάλ, Μποντλέρ, Κίρκεγκωρ, Καμί και άλλους «αιρετικούς».
 
Κράτησα για το τέλος αυτού του κειμένου τα δικά του λόγια, κάποιες από τις σκέψεις του στην εισαγωγή του βιβλίου, με την ελπίδα τόσα χρόνια μετά τον θάνατό του να τον ανακαλύψουν ακόμα περισσότεροι αναγνώστες διαβάζοντας το «Αβέβαιη δόξα».
 
«Η δίψα για δόξα γίνεται, σε συγκεκριμένες στιγμές της ζωής, επίπονα έντονη. Οσο πιο έντονη είναι η δίψα τόσο πιο αβέβαιη είναι η δόξα για την οποία διψάμε, δηλαδή πιο αινιγματική. Το μυθιστόρημά μου προσπαθεί ακριβώς να αιχμαλωτίσει κάποια από αυτές τις στιγμές σε κάποιους χαρακτήρες του. Με ποιο αποτέλεσμα; Δεν είμαι εγώ αυτός που θα το πει. Αλλά ξέρω ότι πολλά θα συγχωρεθούν σε όποιον έχει αγαπήσει πολύ».
 
Κυριακή Μπεϊόγλου