«Θα έρθει η μέρα που η σιωπή μας θα είναι πιο ισχυρή από τις φωνές που στραγγαλίζετε σήμερα». Αυτές ήταν οι τελευταίες λέξεις του August Spies αντικρίζοντας την αγχόνη για τα γεγονότα της, αιματηρής, πρωτομαγιάς στο Σικάγο του 1886. Είναι πιθανό ότι οι 200 κομμουνιστές που εκτελέστηκαν την πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή θα την γνώριζαν από κάποια απεργία, παράσταση εργατικού θεάτρου ή προλεταριακό διήγημα. Και αν όχι αυτήν την ίδια μια ανάλογη.
Η ψυχική και πολιτική συγκρότηση των «κόκκινων» στο μεσοπόλεμο στηριζόταν σε μια συναρπαστική αντινομία. Το κομμουνιστικό κίνημα ήταν βαθιά υλιστικό. Αρνούνταν έτσι την παραμυθητική αντίληψη της συνέχειας του βίου πέραν της στιγμής του θανάτου. Και την ίδια στιγμή, -στοιχείο που ερμηνεύει τη γοητεία που άσκησε- προσέφερε ένα στέρεο νόημα ζωής μέσα από μια πίστη: την πίστη στην ιστορία.
Η θυσία στην υπηρεσία της συλλογικής υπόθεσης προοικονομούσε τη στιγμή της ανθρώπινης χειραφέτησης από τα δεσμά της ανάγκης. Σε αυτό το σχήμα ο θάνατος, η «αλλαγή της ύλης» όπως τον περιέγραψε ο Νίκος Πλουμπίδης αναμένοντας την εκτέλεσή του, ήταν συνυφασμένος με τη μελλοντική δικαίωση των καταπιεσμένων.
Η πίστη στην ιστορία δεν ήταν προϊόν μιας θεωρητικής άσκησης. Ήταν το προϊόν της ένταξης σε μια κοινότητα ομοϊδεατών, στο «Κόμμα», το οποίο προσέφερε στα μέλη του τα ερμηνευτικά κλειδιά της ιστορικής εξέλιξης μέσα από την υλική πολιτική δράση. Ο κομμουνισμός του μεσοπολέμου παρήγαγε έναν ανθρωπότυπο -αυτόν που σηκώνει τη γροθιά του μπροστά στις κάνες των όπλων- που μπορεί σήμερα να μας προξενεί οριακά αμηχανία -την αμηχανία της αναμέτρησης με κάτι ανοίκειο-, αλλά ήταν εντέλει προϊόν μιας ιστορικής εποχής όπου ο κοινωνικός ανταγωνισμός είχε πολεμικά χαρακτηριστικά.
Αυτοί οι άνθρωποι, ή έστω οι περισσότεροι από αυτούς, αντιλαμβάνονταν τους εαυτούς τους ως μαχητές ενός παγκόσμιου στρατού σε μια σύγκρουση διαρκείας με το κράτος και τους μηχανισμούς του. Είχαν βιώσει τον σκληρό κοινωνικό αποκλεισμό ως εργάτες και φτωχοί, είχαν δει συντρόφους τους να πέφτουν νεκροί σε απεργιακές συγκεντρώσεις, είχαν ζήσει για χρόνια έγκλειστοι σε φυλακές και εξορίες.
Η συλλογική βιογραφία των εκτελεσμένων του 1944 μας φέρνει αντιμέτωπους με το γεγονός ότι πολλοί δεν είχαν συλληφθεί από τις κατοχικές αρχές, αλλά από την ελληνική πολιτεία. Το ελληνικό κράτος συγκροτήθηκε μετά το τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας φέροντας ένα σαφές ιδεολογικό πρόσημο: τον αντικομμουνισμό. Και αυτό το πρόσημο αποδείχθηκε ανθεκτικό στο χρόνο υπερβαίνοντας τις συμβατικές διακρίσεις που κάνουμε μεταξύ δημοκρατικών και αυταρχικών περιόδων: από το 1924, όταν νησιά του Αιγαίου υποδέχθηκαν πολιτικούς εξόριστους, έως το 1974.
Η αναγνώριση αυτής της συνέχειας -και προφανώς και της συνέχειας στις κρατικές πολιτικές «πριν» και «μετά» την κρίσιμη στιγμή του 1940/41- μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τη διπλή περιπλοκή γύρω από την Καισαριανή. Αυτοί που εκτελέστηκαν είχαν καταδικαστεί από το ελληνικό κράτος ως εχθροί του έθνους. Και στη συνέχεια, μετά το 1945, παρέμειναν στα μάτια του κράτους το ίδιο. Δεν ήταν Έλληνες, αλλά «κομμουνιστές». Ο χώρος της εκτέλεσης παρέμεινε υπό την κυριότητα της Ελληνικής Σκοπευτικής Εταιρείας -μια σκληρή ειρωνεία της ιστορίας-, κάθε πρωτομαγιά αστυνομικές διαταγές περιόριζαν τη δυνατότητα μνημονικών τελετών, η τεκμηρίωση του ίδιου του συμβάντος εναπόκειτο στη συλλογική μνήμη του νόμιμου κόμματος της Αριστεράς, αλλά όχι της επίσημης πολιτείας.
Ο πολυετής εξοβελισμός της Καισαριανής από το σώμα του έθνους εξηγεί κατά τη γνώμη μου και την ένταση του συναισθήματός που απελευθέρωσε η ξαφνική εμφάνιση των φωτογραφιών του 1944. Αυτό που κατοικούσε στο φαντασιακό απέκτησε υπόσταση. Και αυτή η διαδικασία συνδέεται με την ανάγκη της αναγνώρισης, της ταυτοποίησης και εντέλει και του να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους.
Οι άνθρωποι αυτοί εκτελέστηκαν επειδή ήταν κομμουνιστές- αυτό άλλωστε ανέφερε η ανακοίνωση των κατοχικών αρχών. Η αναγνώριση της διάστασης αυτής μας επιτρέπει με τη σειρά της να σκεφτούμε γύρω από την κεντρική σύγκρουση του ελληνικού 20ου αιώνα: το ποιος θεωρούνταν -και από ποιους- και ποιος δεν θεωρούνταν -και πάλι, και από ποιους- «Έλληνας» σε κάθε ιστορική στιγμή. Μπορούμε να συνεχίσουμε να αποφεύγουμε τη δύσκολη αυτή συζήτηση, αλλά είναι μια επιλογή που μας οδηγεί διαρκώς να σκοντάφτουμε πάνω στα κατάλοιπα, υλικά και φαντασιακά, ενός πεισματάρικου παρελθόντος.
[φωτό: ο «Νικολάκης» Δημητράκας ήταν κρατούμενος στο στρατόπεδο Χαϊδαριου. Επέζησε. Το 1945 αγόρασε το γνωστό βιβλίο του Θέμου Κορνάρου που αναφερόταν στη συλλογική εμπειρία του εγκλεισμού. Δηλαδή σε αυτό που είχε ζήσει. Έκοψε από τον -νόμιμο- Ριζοσπάστη το χαρακτικό της -γερμανίδας αντιφασίστριας- Käthe Kollwitz κ το κόλλησε στο εσώφυλλο]
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ