Macro

Κώστας Καναβούρης: Η πατρίδα κουράστηκε

«Έχω κουραστεί σε αυτή τη χώρα να ακούω ότι η λύση σε κάθε πρόβλημα είναι παραπάνω προσλήψεις». Ήταν στο τέλος του περασμένου Ιουλίου που ο πρωθυπουργός -ανάμεσα στα τόσα και τόσα happy weekend ξεκούρασης από την κούραση… της ξεκούρασης- έκανε την παραπάνω δήλωση κατά την επίσκεψή του στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου. Και ήταν στις 21 Οκτωβρίου 2021 όταν ένας άλλος κουρασμένος ήρθε να βάλει τη δική του (νεκρική) σφραγίδα στην ντροπιαστική πρωθυπουργική ατάκα… της πυρκαγιάς (που λίγο αργότερα έκανε στάχτη τη μισή Ελλάδα, αφού ούτε στον τομέα της δασοπυρόσβεσης έγιναν προσλήψεις): «Δεν θέλεις, κύριε, να εμβολιαστείς; Μη σώσεις» είπε ο ανθρωπιστής υπουργός Ανάπτυξης Άδωνις Γεωργιάδης και συμπλήρωσε: «Πάμε παρακάτω, η ζωή συνεχίζεται. Όποιος εμβολιαστεί. Τέρμα, εγώ δεν μπορώ να ασχοληθώ άλλο. Κουράστηκα».
Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής που ασκούν λυσσαλέα… «κάτι κουρασμένα παλικάρια» το είδαμε στους μαύρους και άραχλους αριθμούς και στον τραγικό απολογισμό της πανδημίας για τον Οκτώβριο. Βλέπεις, «δεν πήγαν όλοι παρακάτω» και δεν συνεχίστηκε για όλους η ζωή.
Όχι, βέβαια, επειδή δεν ασχολήθηκε άλλο ο Άδωνις και οι υπόλοιποι κουρασμένοι, αλλά ακριβώς επειδή συνέχισαν να ασχολούνται, όσο βέβαια το επιτρέπουν οι ανύπαρκτες ψυχικές, πνευματικές και σωματικές τους δυνάμεις. Το αποτέλεσμα; Να καταστεί ο Οκτώβριος ο δεύτερος χειρότερος μήνας, με 86.403 κρούσματα και 1.110 θανάτους. Διπλανών μας και αγαπημένων μας ανθρώπων, με όνομα, επίθετο, πρόσωπο πάνω απ’ όλα, που θα μας λείψουν αφόρητα και για πάντα.
Θα «μας» λείψουν, επαναλαμβάνω. Σ’ εμάς θα λείψουν. Όχι στους κουρασμένους σταχτόψυχους που κυβερνούν. Ο διπλανός στη δουλειά, η πρωινή μας καλημέρα, το ενοχλητικό συναπάντημα, ναι, αλλά τόσο μέσα στη ζωή μας. Η διπλανή γροθιά στη διαδήλωση, το διπλανό φιλί που σκοντάφτεις πάνω τους καθώς στρίβεις από τη γωνία, το γέλιο, το δάκρυ, ο θυμός, το γλέντι του γείτονα, η μουσική στη διαπασών. Όλα όσα (και είναι άπειρα) δεν χωράνε μέσα στο τελευταίο αντίο και οι άκρες τους σέρνονται στον καιρό και στον χρόνο και ξεφτίζουν ώσπου γίνονται λεπτές κλωστίτσες που τις παίρνει ο άνεμος της λύπης και της μνήμης και χάνονται.
Μόνο τον Οκτώβριο, λοιπόν, είπαμε 1.110 φορές αντίο για πάντα. Λες κι έχει κολλήσει η βελόνα του θανάτου. Υπό τα χασκόγελα ενός πρωθυπουργού που μοιάζει να μην ξέρει πού πατάει και πού βρίσκεται στις συνεντεύξεις Τύπου, στα ανασκουμπωμένα (και καλά) διαγγέλματα, στο Κοινοβούλιο το ίδιο, και, μόλις πρόσφατα, με την Αν. Μέρκελ α(κατα)νοήτως. Όταν βέβαια δεν ξεκουράζεται και όταν δεν ευφραίνεται με καταπότια ενώ δίπλα του δολοφονούνται από τους σιδερόμορφους χωροφύλακες τα «παιδιά ενός κατώτερου θεού». Όλα καλά. «Πάμε παρακάτω. Η ζωή συνεχίζεται».
Ο υπουργός Θεοδωρικάκος θα καθησυχάσει τους σιδερόμορφους, η «ανεξάρτητη Δικαιοσύνη» θα πράξει το καθήκον της και θα τους απελευθερώσει, οι Ρομά θα κηδέψουν όσο πιο μακριά γίνεται από τους νοικοκυραίους το δολοφονημένο παιδί τους, οι άλλοι δολοφόνοι της μεταξωτής γραβάτας θα πούνε τα δικά τους, το χριστεπώνυμο πλήθος θα ουρλιάζει στο Διαδίκτυο ενώ τρέχει ολοσούμπιτο προς τον χαμό πάνω στις ράγες της πολιτικής βαρβαρότητας και του κοινωνικού αναλφαβητισμού, οι γυναικοκτονίες θα φτάσουν με τη φριχτή τους κανονικότητα τις 13 μέσα στη χρονιά, ο άγιος Σερβίων και Κοζάνης Παύλος θα φτύσει από άμβωνος τα πτώματά τους καγχάζοντας και γελώντας (και αυτός!), λέγοντας επί λέξει, «που να ακουστεί στον νομικό κόσμο ανά την οικουμένη (σ.σ.: ο όρος γυναικοκτονία) και να γελάσει, ή μάλλον να καγχάσει», όλα καλά.
Πάμε παρακάτω. Και, στο μεταξύ, η Κοινοβουλευτική Ομάδα της Ν.Δ. ψηφίζει τις ανειλημμένες υποχρεώσεις του επιτελικού κράτους, ψηφίζει τα συμβόλαια που έχουν υπογράψει από πριν οι επιτελείς, ο Σκέρτσος φτιάχνει τη χωρίστρα του, πάμε παρακάτω, ακόμα πιο κάτω.
Εκεί όπου ένα ακροδεξιό πίτμπουλ στο υπουργείο Υγείας κάνει γρυλλίζοντας τη βρόμικη δουλειά: να κατασπαράξει ό,τι δημόσιο από τη δημόσια Υγεία για να την παραδώσουν ανεπίληπτα νεκρή στους πατριδέμπορους της Υγείας. Υγιαίνετε. Η ζωή συνεχίζεται. Κι όσοι δεν μπορείτε να συνεχίσετε, «μη σώσετε». Η πατρίδα κουράστηκε. Έως θανάτου.

Κώστας Καναβούρης

Πηγή: Η Αυγή