Macro

Κορίνα Χατζηνικολάου: Η υπόθεση της 12χρονης από τον Κολωνό και το ναυάγιο της παιδικής προστασίας

Η υπόθεση της σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης της 12χρονης από τον Κολωνό είναι ένα εμβληματικό παράδειγμα θεσμικής αποτυχίας και θεσμικής βίας εις βάρος ενός παιδιού, ένα χρονικό διαδοχικών πράξεων και παραλείψεων που οδήγησαν στη συστηματική δευτερογενή θυματοποίηση της ανήλικης, στο όνομα της «προστασίας» της.

Όπως και στην υπόθεση της Ηλιούπολης, η 12χρονη δεν βρέθηκε αντιμέτωπη μόνο με τους άμεσους θύτες, αλλά και με έναν μηχανισμό που είτε αδράνησε είτε λειτούργησε τιμωρητικά. Για παράδειγμα, όταν η μητέρα της ανήλικης απευθύνθηκε στο ΑΤ Κολωνού για να καταγγείλει τη σεξουαλική εκμετάλλευση του παιδιού της, εκδιώχθηκε. Ο βασικός κατηγορούμενος συνελήφθη περίπου σαράντα ημέρες αργότερα, χρόνος κρίσιμος για την απώλεια και τη νόθευση αποδεικτικών στοιχείων. Καταγγελίες που φωτογράφιζαν ευρύτερα κυκλώματα και διασυνδέσεις των βασικών ενόχων δεν διερευνήθηκαν ουσιαστικά.

Επιπλέον, η διαχείριση της υπόθεσης από τα ΜΜΕ υπήρξε υπόδειγμα αντιδεοντολογικής και επιβλαβούς δημοσιότητας. Αντί για προστασία της ανηλικότητας, είδαμε διαρροές, υπαινιγμούς και μια εμμονή στις «λεπτομέρειες» που ανεβάζουν την τηλεθέαση. Σε αυτό το περιβάλλον, η δημόσια αναφορά προσωπικών στοιχείων της ανήλικης από κυβερνητική αξιωματούχο δεν ήταν απλώς ατόπημα· ήταν συμπύκνωση μιας κουλτούρας θεσμικής απαξίωσης των δικαιωμάτων του παιδιού.

Η ίδια η «φροντίδα» που προσφέρθηκε στην ανήλικη μετά την αποκάλυψη της σεξουαλικής της εκμετάλλευσης αποκαλύπτει το βάθος του προβλήματος. Το παιδί αντιμετωπίστηκε πρωτίστως ως αποδεικτικό μέσο και όχι ως υποκείμενο δικαιωμάτων. Πολλαπλές, επαναλαμβανόμενες καταθέσεις, μετακινήσεις, ασυνέχεια στην φροντίδα και απομάκρυνση από οικεία πρόσωπα συνέθεσαν μια διοικητική και δικαστική διαδρομή που παρήγαγε συνεχώς νέες τραυματικές εμπειρίες για την ανήλικη.

Τι θα έπρεπε να είχε γίνει; Πρώτον, η κατάθεση όφειλε να ληφθεί εξαρχής στο «Σπίτι του Παιδιού», με ενιαία, επιστημονικά τεκμηριωμένη και παιδοκεντρική διαδικασία. Δεύτερον, έπρεπε να εξασφαλιστεί σταθερή, μακροπρόθεσμη και διεπιστημονική πλαισίωση του παιδιού και της οικογένειας από δημόσιες υπηρεσίες ψυχικής υγείας και κοινωνικής προστασίας. Τρίτον, όφειλε να ενεργοποιηθεί αυστηρό πλαίσιο προστασίας από την δημόσια έκθεση και την δημοσιογραφική κακοποίηση, στο πνεύμα μιας δικαιοσύνης φιλικής προς το παιδί.

Πρωτόδικα, τον Μάρτιο του 2024, ο Ηλίας Μίχος καταδικάστηκε για βαριά κακουργήματα (βιασμό, μαστροπεία, κατάχρηση και πορνογραφία ανηλίκου), ενώ αθωώθηκε από την κατηγορία της εμπορίας ανθρώπων. Συνολικά 19 από τους 24 κατηγορούμενους κρίθηκαν ένοχοι. Η μητέρα της ανήλικης αθωώθηκε για τις βασικές κατηγορίες, έπειτα από ενάμιση χρόνο προφυλάκισης. Η άσκηση εφέσεων δείχνει ότι η υπόθεση παραμένει ανοιχτή. Στις 23 Ιανουαρίου 2026 ξεκίνησε η δίκη σε δεύτερο βαθμό. Με το δεδομένο ότι στην πρώτη δίκη η εισαγγελική πρόταση κινήθηκε προς την κατεύθυνση της απαλλαγής του Μίχου από την κατηγορία της εμπορίας ανθρώπων και της ενοχοποίησης της μητέρας της ανήλικης, και η καταδίκη του ήταν αποτέλεσμα της στάσης των ενόρκων που δεν αποδέχθηκαν την εισαγγελική πρόταση, το διακύβευμα δεν είναι απλώς μια «επανεξέταση» της υπόθεσης. Είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να ανατραπεί η πρωτόδικη απόφαση, αθωώνοντας περαιτέρω τον βασικό κατηγορούμενο και επαναφέροντας στο προσκήνιο την ενοχή της μητέρας.

Ωστόσο, υπάρχει και ένα ακόμα σημαντικότατο διακύβευμα στην διαχείριση της υπόθεσης του Κολωνού. Εάν το κράτος και οι θεσμοί του αποδείξουν ότι μπορούν να προστατέψουν επιζώσες και επιζώντες της εμπορίας ανθρώπων και να αποδώσουν δικαιοσύνη, τότε θέτουν τις βάσεις για να αποκαλυφθούν και άλλα τέτοια εγκλήματα. Η παροχή προστασίας και η απονομή δικαιοσύνης επικοινωνούν στα υπόλοιπα θύματα πως υπάρχει ένα ασφαλές πλαίσιο για να εμπιστευτούν τις/τους αρμόδιες/-ιους και να καταγγείλουν την βία που τους ασκείται. Όμως, όταν μία (ανήλικη) επιζώσα εκτίθεται, αμφισβητείται, τιμωρείται αφού μιλήσει, το μήνυμα προς όλα τα θύματα είναι σαφές: «μη μιλήσετε».

Εν κατακλείδι, η υπόθεση του Κολωνού δεν αφορά απλώς σε «λάθη» που διέπραξαν κρατικοί λειτουργοί και θεσμοί στην έως σήμερα διαχείρισή της. Η εν λόγω υπόθεση αποκάλυψε μια καλά οργανωμένη «κρατική αδυναμία» προστασίας των πλέον ευάλωτων, και την ταυτόχρονη άσκηση εκφοβισμού και διώξεων στα θύματα. Αν το εφετείο επιβεβαιώσει αυτήν την «κρατική αδυναμία», τότε το μήνυμα θα είναι σαφές προς όλες και όλους: σε αυτή τη χώρα, τα παιδιά μπορούν να επιβιώνουν από τους θύτες τους, αλλά όχι από το κράτος που υποτίθεται ότι τα προστατεύει.

Η ΕΠΟΧΗ