Macro

Κίραν Γκόνταρντ «Βλέπω τα κτίρια να πέφτουν σαν αστραπές», μετάφραση: Νατάσα Σίδερη, εκδόσεις: Αλεξάνδρεια, 2025

Μια εργατική γειτονιά χωρίς όνομα – σε αντίθεση με την παμπ της, την Τράιντεντ, όπου τέσσερις τριαντάρηδες συναντιούνται για να γιορτάσουν, μαζί με όλη την κοινότητα, τα τριακοστά γενέθλια του ενός εξ αυτών: ο Ράιαν, ο Πάτρικ, ο Κόνορ κι ο εορτάζων Όλι. Λείπει η πέμπτη της παρέας, η γυναίκα του Πάτρικ, Σιβ, που έμεινε στο σπίτι γιατί δεν είχαν λεφτά για μπέιμπι-σίτινγκ.

Ο Ράιαν είναι ο μόνος που έχει φύγει από τη γειτονιά, έβγαλε λεφτά από το χρηματιστήριο και ζει στο Λονδίνο. Ο Πάτρικ δουλεύει ντελιβεράς σε πλατφόρμα για να ζήσει την οικογένειά του (η Σιβ μεγαλώνει τις δυο τους κόρες, καθώς ο μισθός της δεν θα ήταν μεγαλύτερος από τον μισθό της νταντάς που θα χρειαζόταν για να δουλέψει). Ο Κόνορ είναι οικοδόμος όπως ο πατέρας του και είναι σκοτεινός, συχνά οργισμένος και βίαιος. Ο Όλι διακινεί και καταναλώνει μετά μανίας ναρκωτικά, μεταξύ άλλων και μπόλικη πρέζα. Όταν συναντιούνται πίνουν και παίρνουν ναρκωτικά μέχρι τελικής πτώσεως.

Παράλληλοι εσωτερικοί μονόλογοι

Η αφήγηση θα μοιραστεί στις πέντε φωνές τους, σε πέντε παράλληλους εσωτερικούς μονολόγους που έρχονται και επανέρχονται και ενσωματώνουν κατά τόπους λόγια των φίλων, των γονιών, των συντρόφων τους… Αλλά διάλογος, συνομιλία, δεν υπάρχει πουθενά στο μυθιστόρημα. Μήπως επειδή η γλώσσα των τεσσάρων φίλων είναι η σιωπή, όπως λέει η Σιβ; Ή επειδή υπάρχει τεράστια απόσταση από το αίσθημα ως τον λόγο; Όπως και να έχει, η αφήγηση ξεκινά με τον Ράιαν και με μια μεγαλοπρεπή όσο και παράδοξη, σε σχέση με τον ομιλούντα, παραδοχή μιας αμετάκλητης ήττας: κανένας τους δεν ζει τη γεμάτη ελευθερία και πάθος ζωή που είχαν ονειρευτεί μικροί. Κανένας τους δεν πραγματοποίησε τις επιθυμίες του. Ούτε καν ο Ράιαν, αφού τα λεφτά δεν καταφέρνουν να προσδώσουν νόημα στη ζωή του ούτε να τον αποτραβήξουν οριστικά από το παρελθόν και την αφόρητη μοναξιά του.

Ο Πάτρικ γυρίζει καθημερινά με το ποδήλατό του, με ήλιο κι ανεμοβρόχι, όλη την πόλη, για να παραδώσει παγωμένα μπέργκερ. Όντας τάχα μου ελεύθερος επαγγελματίας, όπως επιτάσσει η οικονομία της πλατφόρμας, έχει την εμπεδωμένη αίσθηση ότι είναι ένα άλογο κι αφεντικό του είναι το ίδιο αυτό το φαγητό που κουβαλάει και μπορεί ανά πάσα στιγμή να τον μαστιγώσει για το κέφι του – και το έχει απολύτως σιχαθεί. Ο πλέον πολιτικός της παρέας, καταλαβαίνει πολύ καλά ότι πουλάει τον χρόνο και το κορμί του και δεν σταματάει να βρίζει το σύστημα και τους κανόνες του. Ο Όλι, με την πρέζα να τον ζεσταίνει κλέβοντάς του την ομορφιά και την ικμάδα του, τόσο φωτεινός στο χάσιμό του όσο σκοτεινός είναι ο Κόνορ, δεν σταματάει να λαχταράει όχι μόνο τα πρακτικά αλλά και τα όμορφα πράγματα της ζωής. Αποφασίζει να αλλάξει ζωή και να γίνει χτίστης, όταν ο Κόνορ αποφασίζει κι αυτός με τη σειρά του να γίνει, με λεφτά του Ράιαν, εργολάβος εργατικών κατοικιών, που οι γηραιότεροι της κοινότητας ανησυχούν ότι θα τους κόψουν τον ουρανό. Ο Κόνορ θέλει να κάνει οικογένεια σαν τον Πάτρικ, που η σχέση του με τη Σιβ και τα κορίτσια τους είναι η μοναδική πηγή χαράς και σιγουριάς στη ζωή του.

Διότι η χαρά σπανίζει στη γειτονιά κι επειδή είναι λιγοστή, όλοι τσακώνονται για τα ψίχουλά της. Τα διεκδικούν με κάθε τίμημα, ακόμη κι από τους φίλους τους. Ή αδυνατούν να τα διαχειριστούν, όσο κι αν τα λαχταράν, καθώς το περιβάλλον στραγγίζει το νόημα από τη ζωή τους. Κι είναι ο καθένας τους ένα χάος, όπως λέει η Σιβ μετά από τις δύσκολες εξελίξεις που σημαδεύουν την παρέα σε διαφορετικά επίπεδα, ένα σύνολο από σπασμένα κομμάτια που κόβουν συχνά τα χέρια των άλλων. Και το χάος του καθενός είναι διαφορετικό αλλά και ίδιο με του άλλου, χρωματισμένο από τον τόπο και την ταξική καταγωγή που, κεντημένη στο πετσί τους, γεννά «συνήθειες που πασάρονται ως επιλογές», όπως ωραία το τοποθετεί ο Πάτρικ, ή εμποδίζει εν τοις πράγμασι την ολοκλήρωση της ταξικής αποστασίας τους. Εξού και οι φωνές των πέντε προσώπων διαφοροποιούνται ελάχιστα, ενώνονται σε επίπεδο βιώματος και συγκλίνουν στην παραδοχή μιας πολυπρόσωπης ήττας, που πλαγιοκοπεί αδιάκοπα το κορμί, την καρδιά, το μυαλό, την ψυχή τους.

Ποιητικός ρεαλισμός και θεωρία

Ο Γκόνταρντ, ο οποίος γράφει επίσης ποίηση και επιστημονικά ασχολείται με την εργασία και τα δικαιώματα των εργαζομένων, έκανε εντυπωσιακό ντεμπούτο στην πεζογραφία με το πρώτο του μυθιστόρημα, Κλεψύδρα (Hourglass, 2022) – τον τίτλο του οποίου δανείστηκε από την ομιλία ενός στελέχους των Ζαπατίστας, που ορίζει την κλεψύδρα ως τρόπο αντίληψης του χρόνου (και του κόσμου) που δεν αρνιέται το παρελθόν και αγκαλιάζει το μέλλον: ο τελευταίος κόκκος της άμμου είναι και ο πρώτος της αναποδογυρισμένης κλεψύδρας, του διαρκούς αγώνα. Στο δεύτερο αυτό έργο του, μιλάει για τη γειτονιά όπου μεγάλωσε, το Σαρντ Εντ στο ανατολικό Μπέρμιγχαμ, μια από τις πιο υποβαθμισμένες και φτωχές εργατικές γειτονιές της πόλης αλλά και ολόκληρης της Αγγλίας, με έναν πρωτότυπο αφηγηματικό τρόπο, τους παράλληλους εσωτερικούς μονολόγους που, αρυόμενοι σε μεγάλο βαθμό τη δυναμική τους από την ποίηση, λειτουργούν πλήρως σε επίπεδο εμπλοκής του αναγνώστη: ελάχιστη πλοκή, ενσωματωμένη στη ροή της συνείδησης, ελάχιστοι διάλογοι, μόνο σκέψεις που δεν μπορούν να γίνουν λόγια, πόσο δε μάλλον πράξεις… Σκέψεις που φανερώνουν την πολιτική διάσταση του ατομικού και του ιδιωτικού, μαζί και την αργή και αθέατη οικονομική, κοινωνική και πολιτική βία του συστήματος, μέσα από και τη διαγενεακή αναφορά· αλλά κι αποτυπώνουν ανάγλυφα τη διαχρονική, απελπισμένη, αλλά ισχυρή, επιθυμία των ηττημένων για το ψωμί αλλά και τα τριαντάφυλλα της ζωής, όπως ζητούσαν η Χέλεν Τοντ και η Ροζ Σνάιντερμαν στο κίνημα των εργαζομένων Αμερικανίδων στις αρχές του προηγούμενου αιώνα – για δουλειά που δεν σακατεύει το κορμί και για χαρά, για αγάπη, συντροφικότητα, βιβλία, μουσική, και χορό επίσης, όπως ήθελε κι η Έμμα Γκόλντμαν. Με τον υπόρρητο τρόπο, λοιπόν, ενός δραστικού ποιητικού ρεαλισμού και συνομιλώντας δημιουργικά με τη θεωρία, με τον Μαρξ, τον Μπουρντιέ (χωρίς την αυτομυθοπλασιακή επιλογή του Λουί και του Εριμπόν, που δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν τους γνωρίζει), τον Φίσερ του καπιταλιστικού ρεαλισμού (αλλά και του αλλόκοτου και του απόκοσμου κάποια στιγμή στον λόγο του Όλι), το κείμενο του Γκόνταρντ, στην καλή μετάφραση της Νατάσας Σίδερη, εγκαθιδρύει τελικά, μέσα από αυτή την επιθυμία για μια ζωή με νόημα, μια αβέβαιη, εύθραυστη, μετέωρη, όπως και τα πρόσωπα, σχέση με το δυνητικό, με το επιθυμητό άλλο μέλλον. Εάν και εφόσον οι σκέψεις όλων μας γίνουν λόγια και τα λόγια πράξεις ενάντια στην αργή αλλά και τη γρήγορη βία, τη σκοτεινιά που πλέον μας κυκλώνει.

Τιτίκα Δημητρούλια
Η ΕΠΟΧΗ