Το να μιλάμε για προστασία της φύσης και της άγριας ζωής εν μέσω πολυκρίσεων είναι δύσκολη και συχνά αμήχανη υπόθεση. Τα εγκλήματα πολέμου, οι απώλειες σε άμαχο πληθυσμό, η εργαλειοποίηση ρητορικών απελευθέρωσης προς όφελος ολιγαρχικών συμφερόντων, η στρατευμένη αποσταθεροποίηση, η πολυκρίση και η πλήρης υποτίμηση της διεθνούς νομοθεσίας αποτελούν τόσο πρωτοφανή θέματα που αφήνουν ελάχιστο χώρο για να σκεφτούμε για ζώα ή φύση ή περιβάλλον ή σπόρους. Τα ζητήματα αυτά υποβιβάζονται σε προνομιακές ανησυχίες.
Είναι όμως έτσι;
Λέμε πως όχι. Το περιβάλλον (αν μπορούμε καταχρηστικά να χρησιμοποιούμε μια τόσο γενική έννοια η οποία να εγκολπώνει τους φυσικούς πόρους, τα οικοσυστήματα, την άγρια ζωή κ.ο.κ.) πρέπει να βρίσκεται στην καρδιά των αναλύσεών μας, αν θέλουμε να κατανοήσουμε τα αίτια της επικαιρότητας αλλά και τις συνέπειές της.
Η συνεχόμενη εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και η επιμονή σε μοντέλα εξτρακτιβισμού είναι φυσικά αντίθετη με κάθε περιβαλλοντικό στόχο, αποτελεί όμως και κύρια αποσταθεροποιητική παράμετρο παγκοσμίως.
Όπως αναφέρουν και ειδικοί, o έλεγχος του πετρελαίου διαμορφώνει τη γεωπολιτική. Ο αγώνας για τους ενεργειακούς πόρους υπήρξε σημαντικός παράγοντας σε πολλές πρόσφατες συγκρούσεις, όπως ο πόλεμος Ιράν-Ιράκ του 1980-1988, ο πόλεμος του Κόλπου του 1990-1991, και ο εμφύλιος πόλεμος του Σουδάν του 1983-2005[1]. Σε μια εποχή που ο κόσμος πρέπει να στοχεύει σύσσωμα στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, το αίτημα για απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα δεν αποτελεί απλώς μία περιβαλλοντική διεκδίκηση, αλλά μία διεκδίκηση για αλλαγή πολιτικής και κοινωνική δικαιοσύνη.
Επιπλέον, οι πολεμικές συρράξεις επιφέρουν, εκτός από ανθρώπινο πόνο, και μακροπρόθεσμες περιβαλλοντικές συνέπειες. Η οικοκτονία ορίζεται ως πράξεις «παράνομης ή αδικαιολόγητης» καταστροφής του περιβάλλοντος που διαπράττονται με γνώση των πιθανών σοβαρών, εκτεταμένων ή μακροπρόθεσμων επιπτώσεών τους[2]. Η στοχευμένη καταστροφή του περιβάλλοντος ως μέσο πίεσης ή εξόντωσης και η καταστροφή των φυσικών πόρων ως όπλο πολέμου τίθενται στον δημόσιο διάλογο ήδη από το 1973, όταν κατατέθηκε στον ΟΗΕ το πρώτο κείμενο/προσχέδιο «Ecocide Convention»[3].
Ιστορικά, η επίθεση στο περιβάλλον έχει συνδεθεί με τις σκοτεινότερες στιγμές της παγκόσμιας ιστορίας – από την ισπανική κονκίστα στις πολιτικές Μπολσονάρο έναντι ιθαγενών του Αμαζονίου προς όφελος της απαλλοτρίωσης δασών[4], και από τους εκατομμύρια τόνους Agent Orange που ψεκάστηκαν από τις ΗΠΑ στο πέρασμα Ho Chi Minh στο Βιετνάμ[5] στο σήμερα. Μόλις κατά τις πρώτες 120 ημέρες των πολεμικών δραστηριοτήτων του Ισραήλ στην Παλαιστίνη απελευθερώθηκαν 536.410 τόνοι διοξειδίου του άνθρακα, ενώ ο αέρας μολύνθηκε με χημικές ουσίες από όπλα όπως ο λευκός φώσφοροςλόγω της εκτεταμένης χρήσης εκρηκτικών, και η παραγωγικότητα της γης μειώθηκε λόγω έκθεσης σε πυρομαχικά λευκού φωσφόρου[6]. Οι επιθέσεις σε διυλιστήρια πετρελαίου στο Ιράν έχουν ήδη επιφέρει καταστροφικές περιβαλλοντικές συνέπειες(τοξική βροχή, τοξικά αέρια, ρύπανση του αέρα και του νερού), ενώ μια πιθανή επίθεση στα πετρελαιοφόρα στον κόλπο Ορμούζ θα επέφερε διαρροές πετρελαίου που θα ζημίωναν δραματικά τα θαλάσσια οικοσυστήματα, όπως καταδεικνύει και η προσομοίωση του διαδραστικού χάρτη της Greenpeace[7]. Σημειωτέον ότι οι εκπομπές από στρατιωτικές δραστηριότητες, με τα υψηλά ποσοστά ενέργειας που απαιτούν και οι οποίες συμβάλλουν στην επιδείνωση της κλιματικής κρίσης, δεν καλύφθηκαν πλήρωςαπό το Πρωτόκολλο του Κιότο του 1997 ή τη Συμφωνία του Παρισιού του 2015[8].
Και φυσικά σε όλα τα παραπάνω οφείλουν να προστεθούν οι επιπτώσεις στην άγρια ζωή, χερσαία και θαλάσσια, τον πλέον άμαχο και εν πολλοίς αόρατο πληγέντα πληθυσμό. Η βιομηχανία του πολέμου, ξεκινώντας από τις εξορύξεις και τις συνέπειές τους στη θαλάσσια πανίδα[9], και φτάνοντας στη ρύπανση της θάλασσας, είναι μια βιομηχανία κατά της άγριας ζωής. Οι συρράξεις μπορεί να επιμολύνουν τα θαλάσσια οικοσυστήματα, να δημιουργήσουν αυξημένη ηχορύπανση, να αλλοιώσουν ριζικά τα ενδιαιτήματα και να οδηγήσουν σε πτώση της βιοποικιλότητας, να αυξήσουν τις θαλάσσιες δραστηριότητες που αποτελούν όχληση για τη θαλάσσια πανίδα[10], ενώ η ρύπανση μπορεί να ταξιδέψει από τα θαλάσσια είδη πίσω στον άνθρωπο μέσω της διατροφικής αλυσίδας[11]. Στον πόλεμο του Κόλπου οι διαρροές πετρελαίου προκάλεσαν επιπτώσεις στο νερό, το υπέδαφος, τη θαλάσσια πανίδα και την ορνιθοπανίδα, με μερικά είδη και οικοσυστήματα να χρειάζονται δεκαετίες για να ανακάμψουν, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες χιλιόμετρα ακτογραμμής ρυπάνθηκαν σε μια από τις τραγικότερες περιβαλλοντικές καταστροφές που έχουν καταγραφεί.
Παράλληλα όμως, σε ένα σκηνικό πολέμου και τεταμένης κρίσης, το ενδιαφέρον για το περιβάλλον, για την προστασία του, για τη συνεχιζόμενη έρευνα και την πολιτική επιμονή σε προστατευτικά μέτρα, υποβαθμίζεται στην πολιτική ατζέντα και αυτό είναι λάθος.
Αλλά δεν συμβαίνει απαραίτητα«κατά λάθος».
Ήδη, με τα μάτια του κόσμου στραμμένα στα μαύρα νέφη του Ιράν, οι ΗΠΑ πιέζουν για πρωτοφανείς εμπορικές εξορύξεις βαθέων υδάτων σε διεθνή ύδατα, για παραβίαση του διεθνούς δικαίου της θάλασσαςπου θέλει τα βάθη της θάλασσας να ανήκουν σε όλη την ανθρωπότητα – και κυρίως να ανήκει στα είδη της, προσθέτουμε εμείς. Δεν είναι μόνο το ότι οι ίδιες οι εξορύξεις είναι επιζήμιες για τα οικοσυστήματα, καθώς αποσταθεροποιούν τη βιοποικιλότητα δημιουργώντας κενά, ότι παράγουν υποβρύχιο θόρυβο και νέφη ρύπανσης, και ότι μειώνουν την ικανότητα της θάλασσας να εκπληρώνει τις περιβαλλοντικές της λειτουργίες (να απορροφά θερμότητα και διοξείδιο του άνθρακα και να παράγει οξυγόνο). Τα μέταλλα που εξάγονται από τον πυθμένα (κοβάλτιο, νικέλιο, μαγγάνιο) συμβάλλουν στην κερδοφορία μερικών λίγων εταιρειών όπως λ.χ., προς έκπληξη κανενός, εταιρειών εμπλεκόμενων με την παραγωγή όπλων στις ΗΠΑ[12]. Παρά το αφήγημα, οι εξορύξεις βαθέων υδάτων δεν είναι αναγκαίες για την πράσινη μετάβαση, είναι όμως μια ακόμη καταστροφική εξτρακτιβιστική τακτική κερδοσκοπίας εις βάρος της φύσης, του περιβάλλοντος, των ζώων, των ανθρώπων.
Ενώ παρακολουθούμε σκηνικά οικολογικού και ανθρωπιστικού δράματος να εκτυλίσσονται στο Ιράν, η ελληνική κυβέρνηση προέβη σε υπογραφή συμβάσεων για εξορύξεις στη Μεσόγειο –για τις οποίες το ελληνικό γραφείο της Greenpeace παραθέτει τους 10+1 λόγους εναντίωσης–και σε επικίνδυνες εξαγγελίες για πυρηνική ενέργεια, δείχνοντας μια κοντόφθαλμη και θλιβερή επιμονή σε ένα τεκμηριωμένα καταστροφικό μοντέλο συσχέτισης με τη Γη. Πόλεμος και περιβάλλον πάνε λοιπόν μαζί.
Για τη Μεσόγειο και όλο τον κόσμο, απαιτούμε το αυτονόητο: ένα μέλλον βιώσιμο, με προστατευόμενα ενδιαιτήματα και ακμάζοντα είδη, με επισιτιστική ασφάλεια και δικαιώματα. Δεν θέλουμε ένα μέλλον που χαρακτηρίζεται από εξορυκτικές πλατφόρμες, στρατιωτικές βάσεις, συρράξεις και εκβιομηχάνιση. Και αυτό το όραμα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ενόσω το πολεμικό-καπιταλιστικό σύμπλεγμα ακμάζει εις βάρος μας.
Η προστασία της φύσης είναι καίρια, και καθίσταται ακόμη πιο καίρια σε περιόδους κρίσης.
Δεν υπάρχει περιβαλλοντική δράση χωρίς δικαιοσύνη και δεν μπορεί να υπάρξει κλιματική δικαιοσύνη χωρίς ειρήνη.