Macro

Ιωσήφ Σινιγάλιας: Από την πράσινη μετάβαση στους πολεμικούς εξοπλισμούς

H πρόσφατη απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη δυνατότητα χρησιμοποίησης κονδυλίων του Ταμείου Ανάπτυξης για τη χρηματοδότηση της βιομηχανίας όπλων και του αποθέματος πυρομαχικών, συνιστά μια σοβαρή πολιτική αλλαγή, σε πλήρη αντίστιξη με το άρθρο 41 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης, όπου ρητά αναφέρεται στην απαγόρευση χρησιμοποίησης ευρωπαϊκών πόρων για τη χρηματοδότηση στρατιωτικών εξοπλισμών από τα κράτη μέλη.
 
Ο ευρωπαίος επίτροπος αρμόδιος για την εσωτερική αγορά, Thierry Breton, στηρίζει την απόφαση και την αιτιολογεί ως εξής: «Το Ταμείο Ανάκαμψης έχει δημιουργηθεί ειδικά για τρεις κύριες δράσεις: την πράσινη μετάβαση, την ψηφιακή μετάβαση και την ανθεκτικότητα των υποδομών. Η χρηματοδότηση και υποστήριξη βιομηχανικών έργων που κινούνται προς τη διασφάλιση της ανθεκτικότητας, συμπεριλαμβανομένης της άμυνας, αποτελεί μέρος αυτού του τρίτου πυλώνα».
 
Η απόφαση να κατευθυνθούν επενδύσεις προς αυτή την κατεύθυνση δεν θεωρείται ότι συνιστά τρόπο αντιμετώπισης έκτακτων γεγονότων (π.χ. ένας πόλεμος σε εξέλιξη), αλλά ως «ανθεκτική» απάντηση σε έναν μόνιμα απειλούμενο κόσμο.
 
O επίτροπος (πρώην στέλεχος των Groupe Bull, Thomson-RCA, FranceTélécom) επιχειρεί να ανατρέψει την παγιωμένη αντίληψη ότι ο όρος «ανθεκτικότητα», χρησιμοποιούμενος σαν στοιχείο της οικολογικής μετάβασης, δεν αφορά αποκλειστικά στην αντιμετώπιση των φυσικών φαινομένων που η κλιματική κρίση παράγει.
 
Ο κ. Breton εκτιμά ότι ο πόλεμος δύναται να θεωρηθεί ένα είδος αναπόφευκτου φυσικού φαινόμενου (όπως οι σεισμοί, η ξηρασία, οι πλημμύρες κλπ), οι αρνητικές επιπτώσεις του οποίου μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω της αύξησης των πολεμικών εξοπλισμών.
 
Το επιχείρημα του είναι προκλητικά σαθρό, αλλά όχι τόσο ώστε να αποτρέψει 446 ευρωβουλευτές να υπερψηφίσουν τη σχετική πρόταση της Κομισιόν ASAP (Act to Support Ammunition Production). Μονο 67 καταψήφισαν, ενώ 112 ευρωβουλευτές έκριναν σκόπιμο να απόσχουν (ίσως γιατί δεν είχαν καταλάβει το αλλόκοτο της πρότασης, ή απλά γιατί δείλιασαν μπροστά στο κύμα του ανορθολογισμού που αντιμετωπίζει τον πόλεμο όχι με την ειρήνη, αλλά με άλλον πόλεμο).
 
Οικονομία πολέμου
 
Η επιλογή της συγκεκριμένης οικονομικής πολιτικής «οικονομία πολέμου» αναδεικνύει με σαφήνεια το μοντέλο ανάπτυξης το οποίο επεξεργάζεται η ευρωπαϊκή άρχουσα τάξη. Το αφήγημα της αδιάκοπης οικονομικής ανάπτυξης βασίζεται όλο και περισσότερο στην παραγωγή αγαθών με «αρνητική αξία χρήσης» για τον άνθρωπο και το περιβάλλον.
 
Από μια προσεκτική καταγραφή της σύνθεσης του ΑΕΠ προκύπτει ότι ένα αυξανόμενο μέρος αυτού που ονομάζουμε «εθνικό πλούτο», συνδέεται με την παραγωγή αγαθών που έχουν αρνητικό αντίκτυπο στο οικοσύστημα, στην υγεία και την ευημερία των ανθρώπων. Όλα αυτά κρύβονται σε μια φούσκα παραποίησης της πραγματικότητας, όπου επικρατούν εμμονικά όροι όπως «βιωσιμότητα» και «πράσινο».
 
Η διακοπή των προμηθειών φυσικού αερίου από τη Ρωσία ήταν αρκετή για να ανοίξουν ξανά οι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα, να ξαναρχίσουν οι γεωτρήσεις στην Ευρώπη και στις αφρικανικές χώρες, να κατασκευαστούν νέοι τερματικοί σταθμοί επαναεριοποίησης FSRU και τελικά να επιταχυνθεί η κούρσα των εξοπλισμών, μία από τις κύριες αιτίες της περιβαλλοντικής καταστροφής. Εν ολίγοις, από την πολυδιαφημισμένη «πράσινη μετάβαση», περνάμε γρήγορα και χωρίς σοβαρές αντιστάσεις στην «πολεμική μετάβαση».
 
Τα εργατικά συνδικάτα υπόκεινται όλο και περισσότερο στον εκβιασμό της απώλειας θέσεων εργασίας, έχοντας, παράλληλα, απωλέσει τη δυνατότητα παρεμβάσεων στο τι παράγεται, πώς παράγεται και για ποιον.
 
Στο ιδεοληπτικό αφήγημα της αδιάκοπης ανάπτυξης σαν αυτοσκοπό, η ευρωπαϊκή Αριστερά δυσκολεύεται να αναλύσει κριτικά την ποιότητα αυτής της «νομισματικής ανάπτυξης», ναρκωμένη από την προοπτική προσφυγής στον δρόμο της δημιουργίας χρέους. Η ΕΕ έχει πλέον προσαρμοστεί πλήρως στον αμερικανικό τρόπο πολέμου, ως δομικό και μόνιμο στοιχείο του καπιταλισμού των ΗΠΑ.
 
Ο Seymour Melman, στο βιβλίο του «Pentagon Capitalism» του 1970, περιγράφοντας τη δομή της πολεμικής οικονομίας, επισημαίνει ότι διαμορφώνεται μια νέα κυρίαρχη ομάδα, μια νέα αστική τάξη που προσδιορίζεται από τις σχέσεις της με τα μέσα καταστροφής και όχι από τις σχέσεις της με τα μέσα παραγωγής, μια εγκληματική αστική τάξη που σήμερα πρωταγωνιστεί και επιβάλλεται.
 
Το ζήτημα του πολέμου και της ειρήνης δεν είναι μία από τις πολλές αντιφάσεις της κοινωνίας μας: αντιπροσωπεύει τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ σοσιαλισμού και βαρβαρότητας, μεταξύ της παγκόσμιας καταστροφής και της δυνατότητας να δοθεί μέλλον στις επόμενες γενιές, την Next Generation EU, από την οποία αφαιρούνται τώρα κονδύλια για τη χρηματοδότηση της πολεμικής βιομηχανίας.
 
Η έκρηξη των εξοπλισμών
 
Το 2021 (πριν την έκρηξη του πολέμου στην Ουκρανία) οι παγκόσμιες εξοπλιστικές δαπάνες (SIPRI -Military spending) ανήλθαν στο αστρονομικό ποσό των 2,1 τρισ. δολαρίων, δηλαδή περίπου στο 11% του παγκοσμίου ΑΕΠ. Ενώ, αντίστοιχα, οι δαπάνες υγείας, κατά την Παγκόσμια Τράπεζα, σε 8,8 τρισ. δολάρια (ποσοστό 25%). Η Ελλάδα με ποσοστό εξοπλιστικών δαπανών 3,15% του ΑΕΠ καταλαμβάνει την 19η θέση σε 158 χώρες και την 22η σε δαπάνη ανά κεφαλή (μέσος όρος 629 δολάρια για την περίοδο 2018-2022). (Στον πίνακα η σχέση πολεμικών δαπανών προς τις δαπάνες υγείας σε αντιπροσωπευτικές χώρες.)
Συμπέρασμα
 
Η πρόταση της Επιτροπής αναδεικνύει την προσπάθεια να μετατραπεί η τραγωδία του πολέμου (Ουκρανία) σε ευκαιρία κέρδους για τις πολυεθνικές όπλων και παραμορφώνει το νομικό πλαίσιο πάνω στο οποίο σχεδιάστηκε το πρόγραμμα τριών κατευθύνσεων του Ταμείου Ανάκαμψης (Next Generation Future): η πράσινη μετάβαση, η ψηφιακή μετάβαση και η ανθεκτικότητα. Ταυτόχρονα, τροφοδοτεί ένα νέο εθνικό και εθνικιστικό φαύλο κύκλο, ενώ η συζήτηση για την αυτόνομη ευρωπαϊκή στρατηγική άμυνας εχει από πολλού παγώσει.
 
Το 2019 η προεκλογική εκστρατεία της ριζοσπαστικής Δεξιάς οικοδομήθηκε γύρω από τον αντιευρωπαϊσμό. Στις ευρωεκλογές του 2024 όλες οι πολιτικές δυνάμεις θα παρουσιαστούν ως φιλοευρωπαϊκές: οι φιλελεύθεροι αναδεικνύοντας την υπεροχή της τεχνοκρατικής διάστασης της Κομισιόν και της ΕΚΤ, οι δεξιές/ακροδεξιές κυβερνήσεις θα επιδιώξουν την ενίσχυση του ρόλου των εθνικών κρατών, συρρικνώνοντας το κοινοτικό δημοκρατικό όραμα, ενώ η Αριστερά θα πρέπει να αγωνιστεί για την ενίσχυση και την υπερεθνική δημοκρατική διάσταση των ίδιων των ευρωπαϊκών θεσμών. Ο νόμος θα επιστρέψει τον Ιούλιο στο ευρωκοινοβούλιο για τελική έγκριση.
 
Ο M. Smeriglio του Δημοκρατικού Κόμματος Ιταλίας PD δηλώνει : «Έχουμε ακόμα χρόνο να αγωνιστούμε και να προσπαθήσουμε να ακυρώσουμε μια λανθασμένη απόφαση, που ανταλλάσσει περιβαλλοντικές και κοινωνικές πολιτικές με ένα μοντέλο ανάπτυξης βασισμένο στα όπλα και που φουσκώνει τα πανιά του εθνικισμού και του μιλιταρισμού, απομακρύνοντας περαιτέρω τον μοναδικό ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει η Ευρώπη, με κύρος και αξιοπιστία, στηρίζοντας την Ουκρανία και διευκολύνοντας τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις».
 
Ο Ιωσήφ Σινιγάλιας είναι μηχανολόγος μηχανικός.