Macro

Η άριστη δουλειά των τεσσάρων αστυνομικών. Σ’ όποιον αρέσει

Η αθωωτική απόφαση για τους τέσσερις αστυνομικούς που κατηγορήθηκαν ότι συνέβαλαν στον θάνατο του Ζακ Κωστόπουλου αποτελεί την πιο πρόσφατη προσθήκη σε μια μακρά παράδοση: οι αστυνομικοί στην Ελλάδα που κατηγορούνται για πράξεις βίας και αυθαιρεσίας, ακόμη και για αδικήματα τόσο ειδεχθή όσο οι ανθρωποκτονίες και τα βασανιστήρια, εξαιρούνται συστηματικά από τις συνέπειες του νόμου, ακόμη και όταν τα στοιχεία εναντίον τους είναι συντριπτικά. Και στις σχετικά λίγες περιπτώσεις στις οποίες καταδικάζονται, η επιείκεια των ποινών είναι τόσο κραυγαλέα που όχι μόνο εκμηδενίζει την όποια αποτρεπτική λειτουργία του ποινικού κολασμού αλλά εκτρέφει την διάχυτη αίσθηση της ατιμωρησίας.

Στην υπόθεση του Ζακ, το δικαστήριο δέχτηκε την ενιαία γραμμή που ενώνει τις δηλώσεις που είχαν κάνει οι εκπρόσωποι των αστυνομικών μετά το συμβάν (όπως ο γενικός γραμματέας των Ειδικών Φρουρών, Στράτος Μαυροειδάκος, ο οποίος είχε πει πως έχουν κάνει «άριστη δουλειά» και ο πρόεδρος της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Αθηνών, Δημοσθένης Πάκος, ο οποίος είχε πει ότι «αυτή είναι η πρακτική. Σ’ όποιον αρέσει.») με τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης και εν τέλει την εισαγγελική πρόταση: πως οι αστυνομικοί ακολούθησαν όλους τους επιβεβλημένους κανόνες, χρησιμοποιώντας μόνο την ελάχιστη, απολύτως απαραίτητη, νόμιμη βία.
Φυσικά, οι κανόνες λένε το ακριβώς αντίθετο από αυτό που έκαναν οι αστυνομικοί: η χειροπέδηση, και μάλιστα με χρήση βίας, επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση που το υπό σύλληψη άτομο αντιστέκεται. Στα βίντεο, ωστόσο, από το συμβάν, οι αστυνομικοί κλωτσούν, ποδοπατούν, σέρνουν και τελικά δεσμεύουν έναν άνθρωπο που κείτεται αιμόφυρτος και απολύτως ακίνητος, μπρούμυτα στον δρόμο. Πώς ακριβώς αντιστεκόταν αυτός ο άνθρωπος κανείς δεν το ξέρει, εκτός από την ελληνική αστυνομία και την ελληνική δικαιοσύνη.
Κι αν ακόμη δεχτούμε, όπως ισχυρίστηκε η υπεράσπιση, ότι το έναυσμα για την απόφαση δέσμευσης ήταν πως προηγουμένως ο Ζακ κρατούσε ένα θραύσμα από γυαλί — που οποιοσδήποτε στοιχειωδώς καλοπροαίρετος παρατηρητής δεν μπορεί παρά να δει πως αποτελεί την απελπισμένη προσπάθεια ενός θύματος να ξεφύγει από τους βασανιστές του — όταν πια πέφτει στο έδαφος, ημιθανής, οποιαδήποτε «απειλή» έχει πάψει να υφίσταται. Εντούτοις, τέσσερις πάνοπλοι αστυνομικοί επιλέγουν να κακοποιήσουν κι άλλο αυτό το θύμα ακραίας βίας, που δεν κουνιέται, γιατί «αυτή είναι η πρακτική».
Αλλά το δικαστήριο είπε πως η βία αυτή είναι νόμιμη. Και, δυστυχώς, δεν εξέπληξε κανέναν.
Ανατρέχοντας ακόμη και στις σημαντικότερες υποθέσεις ανθρωποκτονιών που διέπραξαν αστυνομικοί από τη μεταπολίτευση και μετά, εύκολα βλέπει κανείς το ίδιο μοτίβο στη δικαστική κρίση. Λόγου χάρη, οι αστυνομικοί των ΜΑΤ που ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου τη Σταματίνα Κανελλοπούλου και τον Ιάκωβο Κουμή, το 1980, δεν εντοπίστηκαν ποτέ. Ο Αθανάσιος Μελίστας, που πυροβόλησε και σκότωσε τον Μιχάλη Καλτεζά, το 1985, καταδικάστηκε πρωτόδικα σε δυόμιση χρόνια φυλάκιση με αναστολή και αθωώθηκε στο Εφετείο. Οι αστυνομικοί που καταγγέλθηκαν, το 1991, για τον θάνατο του Σουλεϊμάν Ακιάρ, ο οποίος σκοτώθηκε υπό κράτηση μετά από πολλαπλά κατάγματα, κακώσεις των γεννητικών οργάνων, ρήξη πρωκτικού δακτυλίου και βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, απαλλάχθηκαν κατά την εσωτερική πειθαρχική διαδικασία — και δεν δικάστηκαν ποτέ. Ο Κυριάκος Βεντούλης, που πυροβόλησε και σκότωσε τον Σέρβο μαθητή Μάρκο Μπουλάτοβιτς, το 1998, αφού τον πέρασε λανθασμένα για πορτοφολά, καταδικάστηκε σε εικοσιεπτά μήνες φυλάκιση με αναστολή. Ο Γιώργος Δημητρακάκης, που πυροβόλησε και σκότωσε τον ερασιτέχνη ποδοσφαιριστή Ηρακλή Μαραγκάκη, το 2003, όταν δεν σταμάτησε το αυτοκίνητό του σε έλεγχο της αστυνομίας, καταδικάστηκε πρωτόδικα σε ισόβια αλλά το Εφετείο μείωσε την ποινή στα πεντέμισι χρόνια.
Η μόνη ποινή που ανταποκρίνεται στη βαρύτητα του αδικήματος είναι αυτή που επιβλήθηκε στον Επαμεινώνδα Κορκονέα, ο οποίος πυροβόλησε και σκότωσε τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο το 2008. Ωστόσο, και εκεί το Εφετείο μείωσε την ποινή στα δεκατρία χρόνια, αναγνωρίζοντας το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου — μια απαράδεκτη χρήση του ελαφρυντικού που προσέκρουσε, όμως, τελικά στον Άρειο Πάγο.
Σε υποθέσεις που δεν αφορούν ανθρωποκτονίες αλλά πιο ελαφρές — αν και, πάλι, σοβαρές — πράξεις βίας, η πίεση του δικαστικού συστήματος προς την αστυνομία να λογοδοτήσει είναι ανύπαρκτη. Θύματα βασανισμού με ηλεκτροσόκ μέσα σε αστυνομικό τμήμα δικαιώνονται στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και τους επιδικάζεται αποζημίωση, αλλά η ελληνική δικαιοσύνη έχει τιμωρήσει τον βασανιστή με ολιγοετή, εξαγοράσιμη ποινή φυλάκισης. Θύμα άγριου ξυλοδαρμού στον δρόμο κερδίζει αποζημίωση στα αστικά δικαστήρια, η ποινική αντιμετώπιση των αστυνομικών όμως ήταν η αθώωση. Το Συμβούλιο της Ευρώπης κυνηγάει χρόνια την Ελλάδα για την ανεπαρκή αντιμετώπιση της βίας και της αυθαιρεσίας των διωκτικών αρχών της — τόσο στο επίπεδο της δικαστικής όσο και της πειθαρχικής διαδικασίας.
Κι όμως, η συνέχιση της ατιμωρησίας της αστυνομικής βίας ίσως να μην είναι το χειρότερο στοιχείο της πάγιας κατάστασης που επικύρωσε η δικαστική απόφαση για την υπόθεση του Ζακ Κωστόπουλου. Διότι η αστυνομική βία δεν υπάρχει εν κενώ. Είναι τμήμα μιας ευρύτερης κουλτούρας, η οποία δεν περιορίζεται στη σχέση της αστυνομίας με τον πολίτη αλλά αφορά τον τρόπο με τον οποίο γενικότερα αντιμετωπίζει τα καθήκοντά της.
Στην υπόθεση του Ζακ, ένας αστυνομικός περιέφερε ένα μαχαίρι – «πειστήριο» – που είχε περισυλλέξει από το κοσμηματοπωλείο με γυμνά χέρια. Έψαχνε, είπε, να βρει ένα σακουλάκι να το βάλει μέσα. Δεν βρήκε και καθώς κλήθηκε να φύγει από το σημείο, αποθήκευσε το μαχαίρι στο ντουλαπάκι της μηχανής του. Όπου το περιέφερε και πάλι, μέχρι που το μαχαίρι έφτασε κάποια στιγμή να εξεταστεί στα εργαστήρια.
Ή, ξανά, στην ίδια υπόθεση: κανένας αστυνομικός δεν περιφρούρησε τον χώρο του συμβάντος. Το πανελλήνιο είδε τον κοσμηματοπώλη να σκουπίζει το κατάστημά του μετά τον θάνατο του Ζακ. Ύστερα, στάθηκε αδύνατο για την αστυνομία να εντοπίσει κρίσιμους μάρτυρες — όπως τον περίφημο άνθρωπο με την κίτρινη μπλούζα που φαίνεται σε βίντεο να κρατάει το γκλοπ ενός αστυνομικού. Όμως, η αστυνομία ήταν εκεί, μαζί με τους μάρτυρες. Τι έκανε από αστυνομική δουλειά, εκτός από το να ποδοπατάει τον Ζακ;
Αυτό το — για το πούμε κομψά — όχι ιδιαίτερα μεγάλο ύψος του πήχη για την ποιότητα της αστυνομικής δουλειάς είναι μάλλον οικείο σε όσους παρακολουθούμε υποθέσεις αστυνομικής αυθαιρεσίας. Ποιος μπορεί να ξεχάσει το εξαφανιζόμενο και εμφανιζόμενο καπέλο στην υπόθεση του Τάσου Θεοφίλου; Το DNA στην υπόθεση της Ηριάνας Β.Λ.; Τους χρυσαυγίτες μάρτυρες στην υπόθεση της αντιφασιστικής μοτοπορείας; Το ανώνυμο σημείωμα στην υπόθεση Marfin;
Δεν είναι μόνο η βία το πρόβλημα, λοιπόν. Είναι η συνολική στάση μιας αστυνομίας που αισθάνεται τέτοια ασυλία, ώστε πραγματικά μπορεί να κάνει ό,τι θέλει και όπως θέλει. Πιάνει πειστήρια με γυμνά χέρια, κουβαλάει τα πειστήρια στο ντουλαπάκι, βρίσκει όποιον μάρτυρα της είναι εύκολο, εμφανίζει σημειώματα που δεν μπορεί να πει πώς έφτασαν στην κατοχή της, καπέλα που δεν υπήρχαν στη σκηνή του αδικήματος, εκθέσεις DNA που δεν αποδεικνύουν τίποτε, παρατάει τους δράστες να καθαρίσουν τον χώρο, ποδοπατάει το θύμα.
Άριστη δουλειά, που λέει και ο κ. Μαυροειδάκος.
Όλα αυτά οι δικαστικές αρχές τα δέχονται. Ανακριτές, εισαγγελείς, δικαστές, όλη η αλυσίδα εγγυήσεων της δίκαιης δίκης, χρόνια τώρα ανακρίνουν και δικάζουν με εργαλείο αυτή την αστυνομική δουλειά. Έχουν την εξουσία όχι μόνο να καταδικάζουν αστυνομικούς για πράξεις βίας αλλά — που είναι, ίσως, το πιο δομικά σημαντικό — να προβάλλουν αντίσταση, να διορθώνουν αυτή την κατάσταση σε κάθε βήμα. Αλλά δεν το κάνουν.
Αυτή είναι η πρακτική, που λέει και ο κ. Πάκος.
Σ’ όποιον αρέσει.
O Αυγουστίνος Ζενάκος είναι ανεξάρτητος δημοσιογράφος, μέλος της ερευνητικής ομάδας The Manifold.