Macro

Γιώργος Μπάλιας: Δώρο στις πολυεθνικές η ψήφιση του Omnibus I στο Ευρωκοινοβούλιο

Η δεξιά και η άκρα δεξιά ψήφισαν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ένα κείμενο που περιορίζει σημαντικά το καθήκον δέουσας επιμέλειας των επιχειρήσεων. Αυτή η ιστορική μετατόπιση προσφέρει στις πολυεθνικές επιστροφή στην ατιμωρησία.

Χάρη στην υιοθέτηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο του νομοθετικού πακέτου Omnibus I, οι πολυεθνικές δεν θα χρειάζεται πλέον να λογοδοτούν για μεγάλο μέρος των παραβιάσεων ανθρωπίνων, κοινωνικών και περιβαλλοντικών δικαιωμάτων που διαπράττονται σε όλη την αλυσίδα παραγωγής τους. Πράγματι, στις 16 Δεκεμβρίου, οι ευρωβουλευτές ψήφισαν στην ολομέλεια ένα κείμενο που αποδυναμώνει σε βάθος δύο πυλώνες της προηγούμενης κοινοβουλευτικής περιόδου: την οδηγία για το καθήκον δέουσας επιμέλειας (2024/1760) και εκείνη για τη μη χρηματοοικονομική αναφορά (2022/2464). Οι ως άνω δύο οδηγίες υπήρξαν εμβληματικές κατακτήσεις για την κοινωνία και το περιβάλλον, οι οποίες δυστυχώς μετά τη χθεσινή ψήφο από το Ευρωκοινοβούλιο ακρωτηριάστηκαν.

Λευκή επιταγή στις πιο ρυπογόνες βιομηχανίες

Το νομοθετικό πακέτο εγκρίθηκε με 428 ψήφους υπέρ και 218 κατά, χάρη σε μία πλειοψηφία που συγκέντρωσε τη φιλελεύθερη δεξιά (Renew), τη συντηρητική δεξιά (ΕΛΚ/PPE) και την άκρα δεξιά (ECR, PfE και ESN). Πρόκειται για καμπή, καθώς σηματοδοτεί μια πολιτική ρήξη: για πρώτη φορά, η ευρωπαϊκή δεξιά στηρίζεται ανοιχτά στην άκρα δεξιά για να απονευρώσει μια μείζονα περιβαλλοντική και κοινωνική νομοθεσία. Πρόκειται για μια ψήφο-λευκή επιταγή στις πιο ρυπογόνες βιομηχανίες, καθιστώντας αδύνατη την επίτευξη των κλιματικών στόχων της ΕΕ.

Νέα Οδηγία ήδη υπό αμφισβήτηση

Για να κατανοήσει κανείς από πού προέρχεται αυτή η «έκρηξη», πρέπει να επιστρέψει στον Φεβρουάριο. Τότε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε το πρώτο της «omnibus», επισήμως με στόχο τη μείωση του «διοικητικού βάρους» των επιχειρήσεων και την ενίσχυση της «ανταγωνιστικότητάς» τους. Το κείμενο έβαζε στο στόχαστρο το καθήκον δέουσας επιμέλειας, που είχε υιοθετηθεί τον Απρίλιο του 2024, έντεκα χρόνια μετά την κατάρρευση του Rana Plaza, του κτιρίου που στέγαζε εργαστήρια ραφής διεθνών εμπορικών σημάτων στο Μπανγκλαντές. Η τραγωδία αυτή είχε στοιχίσει τη ζωή σε 1.138 ανθρώπους και είχε συμβολίσει τις καταστροφές παγκοσμιοποιημένων αλυσίδων παραγωγής χωρίς καμία νομική ευθύνη.

Πολλά στοιχεία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αυτή η αναθεώρηση επηρεάστηκε από τις πολυεθνικές. Η ΜΚΟ Reclaim Finance κατέγραψε μια πληθώρα συναντήσεων μεταξύ της Επιτροπής –ιδίως του γραφείου του αντιπροέδρου αρμόδιου για την Ευημερία και τη Βιομηχανική Στρατηγική, Στεφάν Σεζουρνέ– και των μεγάλων εργοδοτικών ομοσπονδιών.

Το αποτύπωμά τους είναι εμφανές στην πρόταση: κατάργηση της εναρμονισμένης αστικής ευθύνης –ενός ενιαίου ευρωπαϊκού πλαισίου που θα επέτρεπε την προσφυγή κατά μιας επιχείρησης αν δεν τηρεί τις υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας, δραστική μείωση του αριθμού των επιχειρήσεων που καλύπτονται από αυτό, περιορισμός του καθήκοντος δέουσας επιμέλειας στο πρώτο επίπεδο υπεργολαβίας, αποδυνάμωση των σχεδίων κλιματικής μετάβασης.

Ο εισηγητής του κειμένου, ο σουηδός συντηρητικός ευρωβουλευτής Γιέργκεν Βάρμπορν, συναντήθηκε επίσης, στις 14 Απριλίου, με το αμερικανικό γραφείο δημοσίων σχέσεων Teneo, το οποίο –όπως αποκάλυψε η ολλανδική ΜΚΟ Somo– ήταν ο επικεφαλής μιας έντονης εκστρατείας λόμπινγκ βιομηχανικών ομίλων και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού κατά της οδηγίας, μεταξύ των οποίων οι πετρελαϊκές ExxonMobil, Chevron, Koch Industries και TotalEnergies, η τράπεζα JPMorgan Chase και ο χημικός κολοσσός Dow.

Μια συνειδητή συμμαχία

Στο Κοινοβούλιο, οι διαπραγματεύσεις ναυάγησαν νωρίς μεταξύ φιλελευθέρων (ΕΛΚ/PPE, Renew) και σοσιαλδημοκρατών (S&D). Στις αρχές Οκτωβρίου, ο Γιέργκεν Βάρμπορν –ο οποίος καταγγέλθηκε από τη ΜΚΟ Bloom για σύγκρουση συμφερόντων– έθεσε τελεσίγραφο: ελλείψει συμφωνίας, θα αναζητούσε πλειοψηφία με την άκρα δεξιά γύρω από ένα ακόμη λιγότερο φιλόδοξο κείμενο. «Οι πλειοψηφίες στο Κοινοβούλιο έχουν αλλάξει και οι άλλες ομάδες πρέπει να προσαρμοστούν», προειδοποιούσε στο Politico.

Σε αυτό το κλίμα, η βιομηχανία διπλασίασε τις προσπάθειές της. Στις 6 Οκτωβρίου, ο Πατρίκ Πουγιανέ, διευθύνων σύμβουλος της TotalEnergies, και ο Ρόλαντ Μπους, της Siemens, έγραψαν στον Εμανουέλ Μακρόν και στον γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, εκ μέρους 46 διευθυνόντων συμβούλων, ζητώντας την πλήρη κατάργηση της οδηγίας σχετικά με το καθήκον δέουσας επιμέλειας.

Πρωτοφανής πίεση από την κυβέρνηση Τραμπ

Στις Βρυξέλλες, πολλοί αναφέρθηκαν επίσης στις πιέσεις του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, εχθρικού απέναντι σε κάθε περιβαλλοντική νομοθεσία. Μια πραγματικά δεσμευτική ευρωπαϊκή οδηγία θα υποχρέωνε τους αμερικανικούς κολοσσούς να αναθεωρήσουν τον τρόπο λειτουργίας τους σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή αγορά, κάτι που αντιβαίνει, για τον Ντόναλντ Τραμπ, στην υπόσχεση απορρύθμισης και προστασίας της αμερικανικής βιομηχανίας.

Η κυβέρνηση Τραμπ κατέθεσε σχέδιο νόμου με στόχο να απαγορεύσει στις αμερικανικές επιχειρήσεις να συμμορφώνονται με το ευρωπαϊκό καθήκον δέουσας επιμέλειας, απείλησε τις εταιρείες που θα το έπρατταν και απέσπασε από την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν την έναρξη συζητήσεων για τη δημιουργία ενός καθεστώτος εξαίρεσης για τους αμερικανικούς ομίλους ενόψει μιας μελλοντικής διατλαντικής εμπορικής συμφωνίας.

«Παρακολουθούμε, μέσα σε εκκωφαντική σιωπή, τον θάνατο της ευρωπαϊκής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ενώ η κυβέρνηση Τραμπ ασκεί πρωτοφανή πίεση στην Ευρωπαϊκή Ένωση για να διαιωνίσει την κυριαρχία της ορυκτής βιομηχανίας και να ενισχύσει τα ακροδεξιά κόμματα», καταγγέλλει η ΜΚΟ Bloom.

Το καθήκον δέουσας επιμέλειας απογυμνωμένο

Τη νύχτα της 8ης προς 9η Δεκεμβρίου, Κοινοβούλιο και Συμβούλιο κατέληξαν σε συμφωνία για ένα τελικό κείμενο σε μεγάλο βαθμό απονευρωμένο. Τα σχέδια κλιματικής μετάβασης, που θα έπρεπε να εγγυώνται τη συμβατότητα των επιχειρηματικών στρατηγικών με τη Συμφωνία του Παρισιού, εξαφανίστηκαν. Το πεδίο εφαρμογής περιορίστηκε σημαντικά: μόνο επιχειρήσεις με περισσότερους από 5.000 εργαζόμενους και 1,5 δισ. ευρώ καθαρού κύκλου εργασιών θα υπάγονται, έναντι 1.000 εργαζομένων που προβλέπονταν στην οδηγία που είχε ψηφιστεί το 2024.

Η αρχή ενός κοινού καθεστώτος αστικής ευθύνης, που θα επέτρεπε στα θύματα να προσφεύγουν κατά μιας επιχείρησης με ίδιους κανόνες σε όλη την Ένωση, παραπέμπεται στη διακριτική ευχέρεια των 27 κρατών-μελών. Και το χρονοδιάγραμμα μετατίθεται: τα κράτη δεν θα υποχρεούνται πλέον να μεταφέρουν την οδηγία στο εθνικό τους δίκαιο πριν από το 2028, για εφαρμογή που δεν θα επέλθει παρά το 2029.

Η αρχική υπόσχεση –να προσφερθεί στα θύματα του Rana Plaza η δυνατότητα να αποζημιωθούν, ή να τεθεί προ των ευθυνών της η Shell για την τεράστια ρύπανση στη Νιγηρία ή να υπάρξει πραγματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη για τις δολοφονίες υπερασπιστών του περιβάλλοντος στη Λατινική Αμερική– θάφτηκε κάτω από αυτή την ανήθικη συμφωνία δεξιάς και ακροδεξιάς. Και αυτό παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις περισσότερων από εκατό καθηγητών νομικής, της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, της Ισπανίδας σοσιαλίστριας αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και περισσότερων από 400 εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών.

Αυτό το πρώτο νομοθετικό πακέτο ανοίγει μια ρωγμή. Άλλα omnibus έχουν ήδη ανακοινωθεί, ορισμένα εκ των οποίων ενδέχεται να ξηλώσουν ολόκληρα τμήματα της Πράσινης Συμφωνίας, μέχρι και μια πιθανή επαναδειοδότηση φυτοφαρμάκων που σήμερα είναι απαγορευμένα, ακόμη και την ουσιαστική κατάργηση της οδηγίας για τη στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση.

Ένας κύκλος ξεκινά: εκείνος μιας Ευρώπης που, αντί να ενισχύει την προστασία του κλίματος και των θεμελιωδών δικαιωμάτων, επιχειρεί να αποδομήσει συστηματικά ό,τι της πήρε χρόνια να οικοδομήσει. Ο τραμπισμός έχει αρχίσει να κυριαρχεί και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Οι δυνάμεις της αριστεράς και της οικολογίας, λοιπόν, έχουν καθήκον να αντιδράσουν, σήμερα, με ενωτική αγωνιστική διάθεση και κατάθεση συγκεκριμένων προτάσεων που να είναι στον αντίποδα της “αντεπανάστασης” της δεξιάς-ακροδεξιάς. Αύριο ίσως να είναι αργά.

Η ΕΠΟΧΗ