Σε όλη τη διάρκεια των κινητοποιήσεων των αγροτών αναδείχθηκε, μεταξύ όλων των άλλων, ότι η χρήση καλλιεργήσιμης γης από τις εταιρείες για την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών (Φ/Β) σταθμών, αφενός, μειώνει τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις και, αφετέρου, δεν ικανοποιεί τις ενεργειακές ανάγκες των αγροτών. Μια σημαντική δυνατότητα για την εκ παραλλήλου αυτοπαραγωγή ενέργειας και την παραγωγή αγροτικών προϊόντων προσφέρει η τεχνολογία των αγροβολταϊκών (Α/Β), αρκεί να υιοθετηθούν οι κατάλληλες ρυθμίσεις.
Η ευρωπαϊκή κατεύθυνση
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην ανακοίνωση της σχετικά με τη «Στρατηγική της ΕΕ για την ηλιακή ενέργεια» [COM(2022) 221], επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι: η γεωργική χρήση της γης μπορεί να συνδυαστεί με την παραγωγή ηλιακής ενέργειας στα λεγόμενα αγροβολταϊκά (ή αγροφωτοβολταϊκά). Οι δύο δραστηριότητες μπορούν να δημιουργήσουν συνέργειες, βάσει των οποίων τα φωτοβολταϊκά συστήματα μπορούν να συμβάλουν στην προστασία των καλλιεργειών και στη σταθεροποίηση της απόδοσης, με τη γεωργία να παραμένει η κύρια χρήση της γης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν κίνητρα για την ανάπτυξη αγροφωτοβολταϊκών κατά τον σχεδιασμό των εθνικών στρατηγικών τους σχεδίων για την Κοινή Γεωργική Πολιτική, καθώς και των οικείων πλαισίων στήριξης για την ηλιακή ενέργεια (π.χ. μέσω της ενσωμάτωσης αγροφωτοβολταϊκών σε διαγωνισμούς ανανεώσιμων πηγών ενέργειας). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, στον γεωργικό τομέα, οι κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις επιτρέπουν επενδυτικές ενισχύσεις στη βιώσιμη ενέργεια.
Επίσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην ανακοίνωση σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές προς τα κράτη μέλη για την επικαιροποίηση των Εθνικών Σχεδίων για την ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) (2022/C 495/02) επισημαίνει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να διερευνήσουν τη δυνατότητα της από κοινού ανάπτυξης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και αγροτικής παραγωγής. Ομοίως, το ΕΣΕΚ (2024) αναφέρει ότι «η εγκατεστημένη ισχύς των χερσαίων αιολικών και φωτοβολταϊκών πάρκων προβλέπεται να αυξηθεί κατά 10 GW έως το έτος 2030 (από 12,5 GW τον Μάιο του έτους 2024 σε 22,4 GW το έτος 2030)» (κεφ. 2.3.3). Ειδικότερα, η εγκατεστημένη ισχύς των Φ/Β πάρκων ανέρχεται το 2024 στα 9,6 GW και θα φτάσει στα 13,5 GW το έτος 2030, η δε εγκατάστασή τους εκτείνεται σε όλες σχεδόν τις περιφέρειες της χώρας. Π.χ. στην Π.Ε. Λάρισας μέχρι σήμερα έχουν αναπτυχθεί Φ/Β εγκατεστημένης ισχύος 1300 MW.
Ειδικότερα, για τα Α/Β, το ΕΣΕΚ αναφέρει τα εξής: «Έμφαση θα δοθεί στην αξιολόγηση της δυνατότητας διπλής χρήσης των διαθέσιμων βοσκήσιμων και καλλιεργήσιμων διαθέσιμων γαιών, η οποία θα επιτρέψει την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σταθμών και ταυτόχρονα τη διατήρηση και επέκταση των αγροτικών δραστηριοτήτων. Για την υλοποίηση του εν λόγω μέτρου, θα απαιτηθεί η θέσπιση ειδικού πλαισίου για την προώθηση των Α/Β σταθμών, για την εγκατάσταση τους σε ειδικές κατασκευές, καθώς και το είδος των καλλιεργειών που θα μπορούν να αναπτυχθούν παράλληλα και των συνεργατικών σχημάτων που θα πρέπει να αναπτυχθούν μεταξύ παραγωγών ΑΠΕ και αγροτικού τομέα» (σελ. 267).
Η ελληνική περίπτωση
Ενώ το λογικό θα ήταν να κινηθεί η κυβέρνηση προς αυτή την κατεύθυνση, δηλαδή την ευρεία εγκατάσταση Α/Β σταθμών, όπως άλλωστε πράττουν τα άλλα κράτη μέλη, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Συγκεκριμένα στον πρόσφατο νόμο 5261/2025 (άρθρα 66 και 67) προβλέπονται τα εξής:
α) Η συνολική ισχύς των αγρο-φωτοβολταϊκών σε ολόκληρη τη χώρα δεν θα υπερβαίνει τα 130 MW.
β) Σε καμία περιφέρεια δεν επιτρέπεται η εγκατάσταση Α/Β με συνολική ισχύ μεγαλύτερη των δέκα MW.
γ) Κάθε Α/Β σταθμός δεν θα είναι μεγαλύτερης ισχύος από τα διακόσια kW.
δ) Οι Α/Β σταθμοί δεν μπορούν να εγκατασταθούν σε γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας (με την εξαίρεση τις εγκαταστάσεις σε οροφές θερμοκηπίων).
ε) Η Α/Β εγκατάσταση δεν πρέπει να καλύπτει πάνω από το 10% της αρχικά καλλιεργούμενης έκτασης.
Είναι, λοιπόν, προφανές ότι οι παραπάνω ρυθμίσεις περιοριστικού χαρακτήρα για την ανάπτυξη Α/Β δεν απαντούν στο κύριο πρόβλημα, που είναι, αφενός, η εξασφάλιση της αυτοπαραγωγής ενέργειας, ώστε να βελτιωθεί το εισόδημα των αγροτών και, αφετέρου, η εξασφάλιση της επισιτιστικής επάρκειας της χώρας. Για την παραπάνω εξασφάλιση, οι ρυθμίσεις θα πρέπει να κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση, πράγμα που συμβαίνει σε άλλα κράτη μέλη, όπως είναι η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία.
Συγκεκριμένα, δεν πρέπει να υπάρχουν περιορισμοί όπως είναι αυτοί που προβλέπονται στον πρόσφατο νόμο. Καταρχάς, η περιβαλλοντική αδειοδότηση των Α/Β σταθμών θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν για όλες τις ΑΠΕ. Αυτό σημαίνει ότι οι Α/Β σταθμοί θα εγκαθίστανται τόσο σε καλλιεργήσιμες γαίες όσο και σε κτηνοτροφικές μονάδες, υπό την προϋπόθεση ότι θα έχουν οριστεί οι αγροτικές εκτάσεις στις οποίες θα επιτρέπεται η εγκατάσταση Α/Β σταθμών με παράλληλη απαγόρευση μη Α/Β εγκαταστάσεων στις εν λόγω εκτάσεις, όπως επίσης και το ποσοστό κάλυψης ενός αγροτεμαχίου από Α/Β (στα κράτη μέλη που έχουν θεσπίσει ήδη τη δυνατότητα εγκατάστασης Α/Β σταθμών το ποσοστό κάλυψης με /Α/Β ανέρχεται έως το 40% της συνολικής έκτασης του αγροτεμαχίου).
Προϋποθέσεις και κριτήρια
Ωστόσο, για την εξασφάλιση του σκοπού των Α/Β σταθμών, όπως περιγράφηκε παραπάνω, θα πρέπει να υπάρχουν προϋποθέσεις και κριτήρια χαρακτηρισμού τους, όπως έχουν καθοριστεί σε άλλα κράτη μέλη. Η βασική προϋπόθεση είναι ότι η εγκατάσταση Α/Β σταθμών θα γίνεται μόνο από τον έχοντα ως κύριο επάγγελμα τη γεωργία. Ακολούθως, για να θεωρηθεί μια εγκατάσταση ως σταθμός Α/Β θα πρέπει να ικανοποιεί σωρευτικά τα εξής κριτήρια: α) να εξασφαλίζει σημαντική αγροτική παραγωγή και ανάλογο εισόδημα, β) να παρέχει στο αγροτεμάχιο εγκατάστασης Α/Β τουλάχιστον μία από τις παρακάτω υπηρεσίες:
1. Βελτίωση των αγρονομικών συνθηκών.
2. Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
3. Προστασία από τις φυσικές καταστροφές.
4. Βελτίωση της καλής κατάστασης των ζώων.
Τα παραπάνω κριτήρια συνδέουν άμεσα την εγκατάσταση των Α/Β σταθμών, οι οποίοι αποσκοπούν στη βελτίωση του εισοδήματος των αγροτών και στην εξασφάλιση της επισιτιστικής επάρκειας της χώρας, με τους στόχους της προστασίας του κλίματος και της βιοποικιλότητας.
Μια σημαντική παράμετρος είναι η συνύπαρξη Α/Β και Φ/Β σταθμών σε μια περιφέρεια. Για να καταστεί εφικτό θα πρέπει: α) οι Φ/Β σταθμοί να μην προκαλούν βλάβη στις οικολογικές λειτουργίες του εδάφους (βιολογικές, υδρολογικές και κλιματικές) και β) να είναι συμβατές με την άσκηση αγροτικής ή δασικής δραστηριότητας στην ίδια περιφέρεια. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ανάπτυξη Α/Β σταθμών θα πρέπει να εξασφαλίζει από κοινού τόσο την αυτοπαραγωγή ενέργειας και την αγροτική παραγωγή, όσο και την προστασία του κλίματος και της βιοποικιλότητας.
Χρηματοδότηση και ενισχύσεις
Μια σημαντική παράμετρος σχετικά με την εγκατάσταση Α/Β σταθμών είναι η χρηματοδότηση και οι ενισχύσεις. Ειδικότερα, η χρηματοδότηση των Α/Β σταθμών θα πρέπει να ενταχθεί στον νόμο 4414/2016, ο οποίος προβλέπει τις χρηματοδοτήσεις των ΑΠΕ (καθεστώς στήριξης), σύμφωνα με το χρηματοδοτικό εργαλείο της EE «Σχήμα SA. 60004» (EEEE 2022/C 220/01). Το «Σχήμα SA. 60004» συνολικού προϋπολογισμού 2.271.000.000 ευρώ προβλέπει την άμεση επιχορήγηση των έργων ανανεώσιμης ενέργειας και, κατά συνέπεια, εφαρμόζεται και στους Α/Β σταθμούς.
Περαιτέρω, ο κανονισμός 2021/2115 για την ΚΑΠ (άρθρο 16) προβλέπει ότι στις άμεσες ενισχύσεις περιλαμβάνονται και εκείνες που αφορούν σε προγράμματα και δράσεις για το περιβάλλον. Είναι προφανές ότι η εγκατάσταση Α/Β σταθμών εντάσσεται στις δράσεις για την προστασία του περιβάλλοντος (και του κλίματος). Θα πρέπει, λοιπόν, να προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία ότι οι ορισθείσες αγροτικές εκτάσεις, στις οποίες θα επιτρέπεται η εγκατάσταση Α/Β σταθμών, να θεωρούνται αγροτικές εκτάσεις και, ως εκ τούτου είναι επιλέξιμες για άμεση ενίσχυση.
Αν και η ανάπτυξη Α/Β σταθμών συμβάλλει σημαντικά στη δίκαιη μετάβαση, που είναι νομικά δεσμευτικός στόχος της ΕΕ, ωστόσο η κυβέρνηση, πιστή κυρίως στην πολιτική αξιοποίησης της κλιματικής κρίσης προς όφελος των μεγάλων καπιταλιστικών συμφερόντων, αρνείται προκλητικά την παραπάνω επιλογή. Θα πρέπει το αγροτικό κίνημα, μεταξύ των άλλων, να προβάλει ως στόχο την ανεμπόδιστη ανάπτυξη Α/Β σταθμών, στο πλαίσιο της μείωσης του κόστους παραγωγής και της ασφαλούς συνύπαρξης της γεωργίας με το περιβάλλον και την κλιματική ισορροπία.