Macro

Γιατί προαιρετικότητα και όχι κατάργηση της σαρία στη Θράκη

Ψηφίστηκε την προηγούμενη Τρίτη από το ελληνικό κοινοβούλιο η διάταξη που αφορά την εφαρμογή του ιερού μουσουλμανικού νόμου στη Θράκη, με τροποποίηση του πέμπτου άρθρου του Νόμου 1920/1991. Η υποχρεωτική υπαγωγή των μουσουλμάνων της Θράκης στον ιερό νόμο του Ισλάμ για υποθέσεις οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου, ενώ φαινομενικά αφορά τις θρησκευτικές ελευθερίες, έχει στερήσει από τους συμπολίτες μας την υπαγωγή τους στον Αστικό μας Κώδικα. Ήδη τις τελευταίες δεκαετίες έχει ξεκινήσει σημαντικός διάλογος για το κατά πόσο το υφιστάμενο νομικό καθεστώς είναι συμβατό με το σύγχρονο Διεθνές Δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Με την τροποποίηση, υιοθετήθηκε η προαιρετικότητα της υπαγωγής στον τοπικό μουφτή για τις οικογενειακές και κληρονομικές υποθέσεις έπειτα από ρητά εκφρασμένη επιθυμία όλων των εμπλεκομένων μερών. Καταργήθηκε συνεπώς η μέχρι σήμερα αυτόματη υπαγωγή των μελών της μειονότητας στο Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο, η οποία επικράτησε ακόμη και όταν υπήρχε εκφρασμένη αντίθετη βούληση, όπως στην υπόθεση που συζητήθηκε πρόσφατα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατά της Ελλάδας και για την οποία η καταδίκη της χώρας μας είναι πιθανή.

Η προτεινόμενη ρύθμιση δεν φέρνει καμία αλλαγή ή περιορισμό στις αρμοδιότητες του μουφτή. Ταυτόχρονα, δεν μεταβάλλεται η αρμοδιότητα που έχουν τα πολιτικά δικαστήρια της χώρας να ασκούν έλεγχο συνταγματικής νομιμότητας σε κάθε απόφαση του μουφτή και να κηρύττουν την εκτελεστότητά της. Η μεταβολή έγκειται μόνο στη δυνατότητα επιλογής που αποκτούν πλέον οι διάδικοι για την υπαγωγή της υπόθεσής τους είτε στον οικείο μουφτή ή στα πολιτικά δικαστήρια. Η υπαγωγή της υπόθεσης στη δικαιοδοσία του μουφτή με δήλωση όλων των εμπλεκομένων είναι αμετάκλητη και αποκλείει τη δικαιοδοσία των τακτικών δικαστηρίων στη συγκεκριμένη διαφορά για ευνόητους λόγους.

Γιατί έπρεπε να φτάσουμε στο 2018 προκειμένου να κατατεθεί μια νομοθετική πρωτοβουλία που θεωρείται όχι μόνο εύλογη, αλλά και επιβεβλημένη; Γιατί αρνηθήκαμε για δεκαετίες στους Θρακιώτες μειονοτικούς συμπολίτες μας να προσφεύγουν στον Αστικό Κώδικα στον οποίο υπόκεινται όλοι οι υπόλοιποι Έλληνες πολίτες και τους αναγκάσαμε να βρίσκονται μόνιμα υπό ένα θρησκευτικό νομικό καθεστώς;

Πρέπει, νομίζω, να αναγνωρίσουμε ότι η υποχρεωτική εφαρμογή της σαρία στη Θράκη έως και τις μέρες μας είχε σαφή αίτια που δεν συνδέονται μόνο με τη καθ’ όλα σεβαστή προσήλωση μεγάλου μέρους των Θρακιωτών μουσουλμάνων στα θεολογικά τους πιστεύω και στις θρησκευτικές παραδόσεις τους. Έχουν κυρίως να κάνουν με αδιέξοδες πολιτικές σκοπιμότητες του παρελθόντος, οι οποίες απομόνωσαν τους μειονοτικούς συμπολίτες μας και τους ανάγκασαν να μην έχουν άλλη επιλογή για την επίλυση των οικογενειακών και κληρονομικών υποθέσεών τους παρά μόνο τον ιερό νόμο του Ισλάμ, ακόμη και χωρίς την επιθυμία τους. Για τούτο είναι τόσο σημαντική η πρωτοβουλία του υπουργείου: συνιστά ευεργετική τομή σε σχέση με ένα αναχρονιστικό καθεστώς.

Τίθεται από ορισμένους, καλοπροαίρετα, το ερώτημα: Γιατί δεν καταργείται πλήρως η αρμοδιότητα του μουφτή; Είναι αλήθεια ότι η πλήρης κατάργηση θα αποτελούσε μία επιλογή, όμως ας σκεφτούμε κυρίως δύο σημεία. Πρώτον, η ολοσχερής και αιφνίδια απαγόρευση μιας πρακτικής αιώνων και η απότομη στροφή 180 μοιρών, όταν για σχεδόν έναν αιώνα η ελληνική Πολιτεία επέβαλε την υποχρεωτική θρησκευτική επίλυση των διαφορών, θα ήταν τουλάχιστον άκαιρες και θα μπορούσαν να επιφέρουν τα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Άρα, λοιπόν, αυτό που θεσπίζεται είναι ένα σημαντικό βήμα, ώστε στο άμεσο μέλλον να μπορεί να προχωρήσει και ο πλήρης εξορθολογισμός χωρίς κραδασμούς.

Δεύτερον, η εισαγωγή της επιλογής -εφόσον πρόκειται για πολίτες οι οποίοι είναι ντόπιοι και ζουν στις περιοχές αυτές για αιώνες, όπως οι Θρακιώτες μουσουλμάνοι- είναι ένδειξη μιας πλουραλιστικής κοινωνίας που αντιμετωπίζει ισότιμα τα μέλη της. Σε εποχές όπου στον δημόσιο χώρο διατυπώνονται αιτήματα όχι μόνο αναγνώρισης, αλλά και προστασίας διαφορετικών ταυτοτήτων, την ίδια στιγμή που οι ισλαμόφοβοι επιδιώκουν την εκδίωξη του Ισλάμ από τη Δύση και -σκοπίμως- το ταυτίζουν με την τρομοκρατία, προοδευτικό αίτημα μπορεί να είναι εξίσου η ανάπτυξη πλουραλιστικών θεσμών συνύπαρξης. Με άλλα λόγια, η αποδοχή και αναγνώριση της διαφορετικότητας είναι επίσης προοδευτική, ιδιαίτερα σε περιοχές με μακρά ιστορική παρουσία ντόπιων μουσουλμάνων.

Τα παραπάνω αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σήμερα σε έναν κόσμο που η ισλαμοφοβία, λόγω των αυξανόμενων μουσουλμανικών πληθυσμών της Δύσης, εδραιώνεται. Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα στον διεθνή Τύπο, υποστηρικτές του Τραμπ στην Αμερική προσπαθούν να απαγορεύσουν την έκδοση αποφάσεων από τα δικαστήρια των ΗΠΑ τα οποία ήδη λαμβάνουν υπόψη το Ιερό Ισλαμικό Δίκαιο όταν εκδίδουν αποφάσεις που αφορούν μουσουλμάνους πολίτες. Επιπλέον, στην Ευρώπη αυξάνονται οι χώρες που προσπαθούν να προσαρμοστούν στα αιτήματα αναγνώρισης και προστασίας των θρησκευτικών ταυτοτήτων ενός αυξανόμενου αριθμού πολιτών τους και αναζητούν τρόπους, πάντα συμβατούς με τα ανθρώπινα δικαιώματα, έτσι ώστε να εντάξουν στην πρακτική τους τα διαφορετικά ήθη, έθιμα και θρησκευτικές πρακτικές των μελών τους. Από την άλλη, εκεί όπου απαγορεύονται ακόμη και συγκεκριμένες θρησκευτικές ενδυμασίες και σύμβολα έχουν δημιουργηθεί κοινωνική ένταση και συγκρούσεις.

Για τους παραπάνω λόγους φαίνεται δόκιμη η επιλογή της προαιρετικότητας που εισάγεται στη δυνατότητα των διαδίκων να προσφεύγουν στον τοπικό θρησκευτικό τους ηγέτη έπειτα από συμφωνία και των δύο μερών, αντί της πλήρους απαγόρευσης μιας τέτοιας δυνατότητας, είναι σε αυτό το στάδιο η προσφορότερη λύση. Η εισαγωγή της επιλογής λαμβάνει υπόψη μια υπαρκτή κοινωνική δυναμική, αφού στην πράξη οι ντόπιοι μουσουλμάνοι έχουν βρει τρόπους να προσφεύγουν στα αστικά δικαστήρια για τις κληρονομικές αλλά και για τις οικογενειακές τους υποθέσεις.

Συμπερασματικά, η λειτουργικότητα και εν τέλει η αποτελεσματικότητα των νομοθετικών ρυθμίσεων κρίνονται από το αν και κατά πόσο αυτές θεραπεύουν χρόνιες παθογένειες που ταλαιπωρούν διάφορες κοινωνικές ομάδες. Το νομοσχέδιο διασφαλίζει την πρόοδο και τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας και δημιουργεί συνθήκες απαλλαγμένες από καταναγκασμούς. Είναι άλλωστε ιδιαίτερα θετικό ότι, όπως φαίνεται, εξασφαλίζει ευρεία πολιτική συναίνεση.

Ο Δημήτρης Εμμανουηλίδης είναι Βουλευτής Ν. Καβάλας του ΣΥΡΙΖΑ. Το κείμενο αποτελεί τροποποιημένη εκδοχή της εισήγησης στην Ολομέλεια της Βουλής.

Πηγή: Η Αυγή