Η ΕΥΔΑΠ εισηγήθηκε και η ΡΑΑΕΥ αποδέχτηκε (απόφαση Y-86/2025, ΦΕΚ 7188Β’/3-12-2025) την αλλαγή του τιμολογίου των υπηρεσιών ύδρευσης-αποχέτευσης για την επόμενη 5ετία. Η εισήγηση της ΕΥΔΑΠ βασίζεται στην Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) για την κοστολόγηση και τιμολόγηση των υπηρεσιών ύδατος (ΦΕΚ 5438 Β’/2024), με βάση την οποία ο προσδιορισμός των τιμολογίων γίνεται ώστε τα συνολικά έσοδα της εταιρείας να καλύπτουν το χρηματοοικονομικό της κόστος. Για την ΚΥΑ αναμένεται η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας στην αίτηση ακύρωσης που έχουν υποβάλει σωματεία και πολίτες (συζητήθηκε 7/2/2025). Και ας θυμίσουμε ότι το ΣτΕ έχει ακυρώσει τη σχεδόν πανομοιότυπη ΚΥΑ του 2017, γιατί κρίθηκε ως αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Οδηγία 60/2000, που διακηρύσσει ότι «το ύδωρ δεν είναι εμπορικό προϊόν» και συνιστά τη διασφάλιση της ποιότητας του νερού και τη διαχείρισή του όχι ως εμπορικού προϊόντος, αλλά ως κοινωφελούς αγαθού.
Με βάση το νέο πλέον τιμολόγιο της ΕΥΔΑΠ, για τους οικιακούς καταναλωτές διπλασιάζεται το πάγιο ύδρευσης, και από 1 ευρώ/μήνα γίνεται 2 ευρώ/μήνα, ενώ εισάγεται πάγιο και στην αποχέτευση 1 ευρώ/μήνα. Άρα η συνολική επιπλέον επιβάρυνση κάθε οικιακού καταναλωτή (που είναι συνδεδεμένος και στο δίκτυο αποχέτευσης) θα είναι 7,44 ευρώ ανά τρίμηνο (= 3 Χ {1+1} Χ 1,24 – αφού το πάγιο επιβαρύνεται με ΦΠΑ 24% και οι λογαριασμοί της ΕΥΔΑΠ εκδίδονται ανά τρίμηνο).
Η αύξηση των 7,44 ευρώ/τρίμηνο στους λογαριασμούς της ΕΥΔΑΠ, αν και αριθμητικά είναι η ίδια σε όλους τους καταναλωτές της, δεν έχει την ίδια ποσοστιαία αύξηση/επιβάρυνση στα ανελαστικά τους έξοδα. Εξαρτάται από το συνολικό ύψος του λογαριασμού ύδρευσης-αποχέτευσης που κάθε καταναλωτής καταβάλει στην ΕΥΔΑΠ. Έτσι, για καταναλωτή/νοικοκυριό με τριμηνιαία χρέωση ύδρευσης 10 ευρώ, χωρίς ΦΠΑ (που σημαίνει κατανάλωση περίπου 7,5 κυβικά μέτρα νερό το μήνα ή 250 λίτρα την ημέρα – ποσότητα ανεπαρκής για 2 άτομα), ο συνολικός του λογαριασμός (με τις χρεώσεις για αποχέτευση, πάγια και ΦΠΑ) ήταν με το προηγούμενο τιμολόγιο 21,84 ευρώ και με το νέο γίνεται 29,28, άρα αύξηση 34,1%. Ενώ για καταναλωτή/νοικοκυριό με τριμηνιαία προηγούμενη χρέωση ύδρευσης 60 ευρώ (δηλαδή κατανάλωση περίπου 24,7 κυβικά μέτρα το μήνα ή 825 λίτρα την ημέρα, ποσότητα επαρκής για 4 άτομα) τα αντίστοιχα σύνολα θα είναι 166,04 ευρώ και 173,48 με το νέο τιμολόγιο, άρα επιβάρυνση 6,0%. Και η επιβάρυνση αυτή θα μειώνεται περαιτέρω για νοικοκυριά με μεγαλύτερη μηνιαία κατανάλωση πόσιμου νερού.
Ο διπλασιασμός στο πάγιο ύδρευσης και το νέο πάγιο στην αποχέτευση παρουσιάστηκαν από την ΕΥΔΑΠ ως αναγκαία αύξηση για «την υλοποίηση έργων που όλοι οι πολίτες ισότιμα απολαμβάνουν, από τους ταμιευτήρες έως τη βρύση τους, στην ίδια ποιότητα και την ίδια τιμή». Έργων που στοχεύουν, σύμφωνα με την εταιρεία, και στην αντιμετώπιση της λειψυδρίας, ενός γεγονότος που πρωτίστως σχετίζεται με το ισοζύγιο προσφοράς και ζήτησης πόσιμου νερού, αλλά και επιδεινώνεται με την κλιματική αλλαγή. Αλλά όπως αναφέρθηκε η ποσοστιαία επιβάρυνση του κάθε νοικοκυριού (οικιακού καταναλωτή) δεν είναι ίδια. Οι καταναλωτές με μικρές καταναλώσεις νερού επιβαρύνονται περισσότερο από τους καταναλωτές με υψηλές καταναλώσεις πόσιμου νερού. Και επομένως αυτή η τιμολογιακή πολιτική δεν μπορεί να λειτουργήσει και ως συμπληρωματικό μέτρο για τον περιορισμό της σπατάλης πόσιμου νερού, απαραίτητο μέτρο για να αντιμετωπίζεται η λειψυδρία. Αφού ο χρήστης της ύδρευσης με υψηλές καταναλώσεις δεν έχει κανένα οικονομικό κίνητρο να μειώσει την κατανάλωσή του (θα μειωθεί ο λογαριασμός λιγότερο από 4%), ενώ ο χρήστης με χαμηλές καταναλώσεις, που επιβαρύνεται τώρα με αυξήσεις μεγαλύτερες του 20%, δεν έχει σχεδόν καθόλου περιθώριο να περιορίσει την ήδη χαμηλή ποσότητα πόσιμου νερού που χρησιμοποιεί.
Με την παραδοχή ότι οι οικιακοί καταναλωτές είναι περίπου 1,8 εκατομμύρια υδρόμετρα (από τα περίπου 2,1 εκατομμύρια υδρόμετρα που αναφέρονται στο δικτυακό τόπο της ΕΥΔΑΠ) και αντίστοιχα ότι είναι 1,5 εκατομμύρια οι συνδεδεμένοι και στο δίκτυο αποχέτευσης, συνεπάγεται ότι από την αύξηση στα πάγια ύδρευσης και αποχέτευσης, η εταιρεία θα εισπράττει επιπλέον 3,3 εκατομμύρια ευρώ τον μήνα και παράλληλα το Ελληνικό Δημόσιο θα εισπράττει επιπλέον 0,8 εκατομμύρια ευρώ τον μήνα από το ΦΠΑ που αντιστοιχεί στα πάγια ύδρευσης και αποχέτευσης. Επομένως, το επιπλέον ετήσιο έσοδο της ΕΥΔΑΠ θα είναι τουλάχιστον 21,6 εκατομμύρια ευρώ από την παροχή ύδρευσης και 18,0 εκατομμύρια από την παροχή αποχέτευσης, συνολικά 39,6 εκατομμύρια από τα οικιακά τιμολόγια. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε αύξηση περίπου 11,8% των εσόδων της εταιρείας (οικονομικά στοιχεία 2024), και σε λιγότερο από 14,0% του συνολικού προϋπολογισμού του επενδυτικού έργου της (για το 2026, όπως αναφέρεται στην εισήγηση). Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι η ΕΥΔΑΠ είχε (το 2024) κέρδη 14,7 εκατομμύρια, από τα οποία 50,7% διανεμήθηκαν στους μετόχους της, ενώ παράλληλα έχει ταμειακά διαθέσιμα περίπου 300 εκατομμύρια.
Με βάση τα οικονομικά στοιχεία, δεν προκύπτει ότι η ΕΥΔΑΠ χρειάζεται τη μη ισότιμα κατανεμημένη αύξηση των παγίων μεταξύ των καταναλωτών της, για να υλοποιήσει τα όποια έργα σχεδιάζει. Η δε δήλωση ότι «δεν αναμένονται άλλες αναπροσαρμογές μέχρι το 2029», ας εκληφθεί με επιφύλαξη, αφού η ΚΥΑ κοστολόγησης αφήνει περιθώρια αυξήσεων εντός της ρυθμιστικής περιόδου, αρκεί να παρουσιαστεί μη κάλυψη του χρηματοοικονομικού κόστους. Και αυτό γίνεται με τη χρήση του μηχανισμού του μεσοσταθμικoύ κόστους κεφαλαίου (WACC), δηλαδή την εξασφάλιση εγγυημένης χρηματοοικονομικής απόδοσης, αγνοώντας ότι το νερό είναι κοινό αγαθό και οι υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης είναι κοινωφελείς υπηρεσίες και όχι κεφάλαιο που δικαιούται απόδοση.