Τρία χρόνια μετά το δυστύχημα στα Τέμπη, η μνήμη επιμένει, αλλά η σύγχυση παραμένει.
Οι απεργίες και οι συγκεντρώσεις σε όλη τη χώρα που είναι προγραμματισμένες για το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου διαψεύδουν πανηγυρικά όσους εκτιμούσαν (ή έλπιζαν…) ότι το έγκλημα των Τεμπών θα ξεχαστεί. Τρία χρόνια μετά το πιο σοβαρό σιδηροδρομικό δυστύχημα που έχει γίνει ποτέ στην Ελλάδα, η κοινωνία δεν ξεχνάει τους 57 αδικοχαμένους. Το αίτημα για αλήθεια και δικαιοσύνη εξακολουθεί να τίθεται επιτακτικά.
Η σύγχυση
Τρία χρόνια μετά, η μνήμη επιμένει, αλλά η σύγχυση παραμένει. Με ευθύνη της κυβέρνησης και της Δικαιοσύνης οι πολίτες δεν είναι σίγουροι για τις ακριβείς συνθήκες της τραγωδίας, πέρα από το μεγάλο γεγονός, δηλαδή ότι τα δύο τρένα κινούνταν σε αντίθετη κατεύθυνση στην ίδια γραμμή για 12 ολόκληρα λεπτά, χωρίς να τα σταματήσει κανείς. Τα αντικρουόμενα κρατικά πορίσματα ενέτειναν τις αμφιβολίες του κοινού και ευνόησαν τη διασπορά κάθε λογής θεωριών συνωμοσίας. Σε συνδυασμό δε, με τις παραλείψεις της ανάκρισης και τη στάση της κυβερνητικής πλειοψηφίας στην Προανακριτική, παγιώθηκε η πεποίθηση ότι η επιχειρείται η συγκάλυψη του εγκλήματος.
Οι εκταφές
Η σύγχυση και οι αμφιβολίες ενισχύονται εκ νέου με τις εκταφές των θυμάτων του εγκλήματος. Η άδεια για τις εκταφές των θυμάτων δόθηκε μετά την απεργία πείνας του Πάνου Ρούτσι τον περασμένο Σεπτέμβριο. Μέχρι τότε οι ανακριτικές αρχές για λόγους που είναι ακατανόητοι, είχαν απορρίψει όλα τα σχετικά αιτήματα των συγγενών. Τελικά κάτω από τη μεγάλη κοινωνική πίεση, βρέθηκε μια νομική πατέντα για να κλείσει η απεργία. Η εισαγγελική παραγγελία για τις εκταφές δεν εκδόθηκε στο πλαίσιο της κύριας ανάκρισης, αλλά μιας παράλληλης «ξεχασμένη» έρευνας για παράβαση καθήκοντος των ιατροδικαστικών υπηρεσιών. Το ζήτημα εδώ είναι ότι η συγκεκριμένη δικαστική έρευνα δεν έχει ως αντικείμενο τα αίτια της έκρηξης ή τα ακριβή αίτια θανάτου, ενώ για τον Ρούτσι και τους υπόλοιπους γονείς αυτά ακριβώς είναι τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν από τις εκταφές.