Macro

Γεράσιμος Ζαχαράτος: Ο τουρισμός ως κατηγορία διεθνών οικονομικών σχέσεων

Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για «υπερτουρισμό», έναν όρο χωρίς επακριβές περιεχόμενο, με τον οποίο εννοείται γενικά η ανεξέλεγκτη και χωρίς κανόνες τουριστική μεγέθυνση που έχει οδηγήσει σε φαινόμενα αρνητικά για το φυσικό, κοινωνικό, πολιτισμικό περιβάλλον των τουριστικών προορισμών. Ωστόσο, μέχρι πρόσφατα ο εισερχόμενος τουρισμός, που σήμερα επικρίνεται, αντιμετωπιζόταν θετικά, με συχνά υπερβολικά θετικούς χαρακτηρισμούς, ως η ως «βαριά βιομηχανία» και ως «σωτήρας» της χώρας.

Για να κατανοήσουμε το φαινόμενο που σήμερα επικρίνεται είναι αναγκαίο να μπορούμε να διευκρινίζουμε κάθε στιγμή εάν και τι είναι αυτό που έχει πάει λάθος με την αδιάλειπτα συνεχή μεγέθυνση του τουρισμού. Μένοντας στην περίπτωση της Ελλάδας, υπάρχουν εξαιρετικές προσεγγίσεις τα τελευταία χρόνια για πολλά από τα επιμέρους προβλήματα, που δεν αρκούν όμως για μια ολοκληρωμένη διάγνωση και άρα δεν αρκούν για την επιλογή των αναγκαίων πολιτικών αποφάσεων. Χρειάζεται πια να επικεντρωθούμε στο γιατί έχει πάει λάθος η μεγέθυνση του τουρισμού, ώστε να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τα όποια λάθη χωρίς να δημιουργούμε καινούργια.

Ας δούμε πρώτα τη φύση του φαινομένου: πολλά από τα χαρακτηριστικά του εισερχόμενου τουρισμού, όπως το μέγεθος, η σύνθεση και οι προτιμήσεις του διεθνώς μετακινούμενου τουριστικού πλήθους, καθορίζονται εκτός συνόρων, πράγμα σχετικά αναπόφευκτο. Άλλα, όπως για παράδειγμα οι επιπτώσεις στο περιβάλλον και στις κοινωνίες υποδοχής, είναι αποτέλεσμα εθνικών και τοπικών πολιτικών αποφάσεων αλλά και διαχρονικής ανοχής τόσο της πολιτικής όσο και κοινωνικών ομάδων με ποικίλα συμφέροντα, που με έκπληξη σήμερα ανακαλύπτουν τα κακώς κείμενα.

Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, στις βιομηχανικά αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες, μεγάλα τμήματα των πληθυσμών έζησαν μια χρυσή εποχή σε σύγκριση με την προπολεμική περίοδο μέσα από μεγάλες αλλαγές στη καθημερινή ζωή των εργαζομένων. Αλλαγές στο προσδόκιμο ζωής, στις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας, στις μετακινήσεις, τη διασκέδαση και το ταξίδι διαμόρφωσαν από το 1945 έως το 1975 την αποκαλούμενη από τους Γάλλους περίοδο «les trente glorieuses» που οδήγησε τις χώρες αυτές, μαζί με τις ΗΠΑ, στην ανάπτυξη μιας μεγάλης και συνεχώς διευρυνόμενης καταναλωτικής αγοράς. Αναπόσπαστο μέρος της έγινε το τουριστικό ταξίδι, και τελικά η διαρκής μεγέθυνση του διεθνούς τουρισμού, που οργανικά πλέον αγγίζει αμφίπλευρα (χώρες αποστολής και υποδοχής) τις εισοδηματικές εξελίξεις στον κόσμο.

Πρόκειται για μια εποχή συστηματικής και αθόρυβης απελευθέρωσης του παγκόσμιου εμπορίου. Για μια μακρόσυρτη διαδικασία υπό την υψηλή αιγίδα και καθοδήγηση όλων των γνωστών διεθνών οικονομικών οργανισμών, που δημιουργήθηκαν μεταξύ των δεκαετιών 1940 και 1950, με σκοπό την παγκόσμια καπιταλιστική ρύθμιση μέσω υποδείξεων και οδηγιών. Σε αυτό το πλαίσιο, δινόταν ιδιαίτερη έμφαση στην πολιτική ανάπτυξης του διεθνούς τουρισμού, κυρίως με τη δημιουργία Εθνικών Οργανισμών Τουρισμού.

Εν αρχή εγένετο διεθνής τουριστική αγορά

Η μεταπολεμική δημιουργία της διεθνούς τουριστικής αγοράς συνοδευόταν από τη διαρκή και διττή προσπάθεια: Πρώτον, για τη συνεχή ενίσχυση της ελευθερίας των διεθνών τουριστικών μετακινήσεων και, δεύτερον, για την ενίσχυση και την ανάπτυξη υποδομών και δομών υποδοχής σε όποιες από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες, που είχαν διαχρονικά προβλήματα ελλειμμάτων στα ισοζυγία πληρωμών τους και αποφάσιζαν όπως η Ελλάδα, να συμμετάσχουν στη νέα διεθνή τουριστική αγορά. Οι πολιτικές που αναπτύχθηκαν για αυτές τις στοχεύσεις ήταν αποκλειστικά σχεδόν πολιτικές ζήτησης. Η πλευρά της προσφοράς, ιδιαίτερα στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, περιοριζόταν συνήθως σε διευκολύνσεις του δομημένου χώρου υποδοχής, δηλαδή στη διάθεση κυρίως δωματίων και κλινών, καταλυμάτων κάθε μορφής και τύπου, ώστε να ικανοποιείται η εξελισσόμενη τουριστική ζήτηση. Τα δεδομένα αυτά καθόρισαν εν πολλοίς όχι μόνο το περιεχόμενο και τους προσανατολισμούς των τουριστικών πολιτικών στις αναπτυσσόμενες χώρες υποδοχής, αλλά, και τις στάσεις και τις συμπεριφορές του μεγαλύτερου μέρους των τοπικών κοινωνιών.

Έτσι, ο διεθνής τουρισμός εξελίχθηκε ως ιδιαίτερη κατηγορία των διεθνών οικονομικών σχέσεων. Συγχρόνως διαμορφώθηκε και ως μια ακόμη πιο ιδιόμορφη αναλυτική κατηγορία των εθνικών παραγωγικών κυκλωμάτων, τόσο στις ανεπτυγμένες όσο και στις αναπτυσσόμενες οικονομίες αποστολής και υποδοχής, με διαφορετικό βέβαια ρόλο για την κάθε πλευρά.

Επείγει ο αναπροσανατολισμός της τουριστικής πολιτικής

Αυτή είναι η πορεία της τουριστικής ζήτησης που οδήγησε στα σοβαρά προβλήματα που πρόσφατα εκφράζονται με τον αμήχανο όρο «υπερτουρισμός», τα οποία δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά παρά μόνο εάν η τουριστική πολιτική αναπροσανατολιστεί και ως πολιτική προσφοράς των οικονομιών και κοινωνιών υποδοχής. Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό είναι να γνωρίζει επακριβώς:

τα όρια παραγωγής και διάθεσης των προϊόντων που έχει ανάγκη η ετήσια κατά τόπους τουριστική διαβίωση και αντίστοιχα τα όρια διαχείρισης των αρνητικών αποτελεσμάτων της διαβίωσης του επιπρόσθετου τουριστικού πλήθους, δηλαδή των απορριμμάτων, λυμάτων κ.λπ., ώστε να μπορεί η πολιτική να εισάγει όρια, ρυθμίσεις και περιορισμούς στην εθνική και στην κατά τόπους τουριστική διακίνηση, που να είναι κατανοητοί και αποδεκτοί από όλους.

τα διαθέσιμα σε κατοικίες για τις ανάγκες του τοπικού πληθυσμού, ώστε να προσεγγίζονται και τα όρια πάνω από ποια είναι επισφαλές να καλύπτονται οι εξελισσόμενες ανάγκες της ετήσιας επιπρόσθετης τουριστικής διαβίωσης και κατανάλωσης, ώστε ενδεχομένως η πολιτική να εισάγει προληπτικούς ή και κατασταλτικούς περιορισμούς στην κατά τόπους ετήσια επιπρόσθετη τουριστική εισροή, προστατεύοντας κατοίκους και τουρίστες από ακραίες καταστάσεις.

Μόνο από τη στιγμή που η τουριστική πολιτική θα αναπροσανατολιστεί με βάση την ουσιαστική προσφορά της χώρας (υποδοχής) στην παραγωγή και διάθεση προϊόντων, υπηρεσιών, καθώς και φυσικού, δομημένου και κοινωνικού περιβάλλοντος, θα γίνει δυνατό να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά οι όποιες αρνητικές επιπτώσεις του τουρισμού στην Ελλάδα. Προϋπόθεση είναι να διευκρινίζονται αξιόπιστα οι κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές ανάγκες τόσο του τοπικού πληθυσμού όσο και του ετησίως επιπρόσθετου τουριστικού πλήθους, και να αντιμετωπίζονται ως εν εξελίξει ισόρροπη σχέση μεταξύ δύο διαφορετικών κοινωνικών μεγεθών. Μόνο τότε θα είναι δυνατή η ορθή αξιολόγηση, επομένως και ρύθμιση, όλων των διαστάσεων του εκάστοτε θεωρούμενου «υπερτουρισμού», ως αρνητικού και υπερβάλλοντος μεγέθους. Γενικοί και μάλλον ρητορικοί χαρακτηρισμοί περί «υπερτουρισμού» ελάχιστα χρησιμεύουν και επιπλέον συσκοτίζουν τη σύγχρονη προβληματική για ένα διακαώς αναζητούμενο νέο παραγωγικό πρότυπο, που τόσο άρρηκτα συνδέεται και με τον τουρισμό.

Η ΕΠΟΧΗ