Από την πλευρά της Νέας Αριστεράς, αντιλαμβανόμαστε την ενέργεια ως το σημείο τομής πολλών και διαφορετικών διεκδικήσεων: της κοινωνικής δικαιοσύνης, της παραγωγικής ανασυγκρότησης και της προστασίας του περιβάλλοντος. Πρόκειται για πολλαπλά ζητήματα που συμπυκνώνονται και συνενώνονται στον κρίσιμο τομέα της ενέργειας.
Σήμερα, κάθε αναφορά στην ενέργεια συνδέεται αναπόφευκτα με την ενεργειακή κρίση. Μια κρίση που βιώνουμε καθημερινά μέσα από την εκτίναξη του ενεργειακού κόστους, το οποίο επιβαρύνει τα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις και την πραγματική οικονομία. Οι επιπτώσεις αυτές λειτουργούν πολλαπλασιαστικά, καθώς η αύξηση του κόστους της ενέργειας μετακυλίεται στις μεταφορές, στα τρόφιμα και στις υπηρεσίες, διαμορφώνοντας ένα εκρηκτικό μείγμα ακρίβειας και υποβάθμισης του βιοτικού επιπέδου.
Το φαινόμενο αυτό εκδηλώνεται στην Ελλάδα σε βαθμό πολύ εντονότερο από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Δυστυχώς, η χώρα μας αναδεικνύεται διαρκώς πρωταθλήτρια σε όλες τις αρνητικές στατιστικές που επιβαρύνουν την καθημερινότητα των πολιτών. Στο πεδίο της ακρίβειας και του πληθωρισμού, η Ελλάδα βρίσκεται και πάλι στην πρώτη γραμμή, με τον πληθωρισμό να αγγίζει το 5% τον Μάιο του 2026, τη στιγμή που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος για την ίδια περίοδο κυμαίνεται στο 3,2%.
Η ενέργεια αποτελεί κομβικό παράγοντα αυτής της ακρίβειας. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι γενικό και αόριστο, ούτε αφορά απλώς τον τεχνικό τρόπο οργάνωσης της αγοράς. Είναι ένα ζήτημα βαθύτατα πολιτικό, που συμπυκνώνεται στα εξής ερωτήματα: ποιος παράγει, ποιος εμπορεύεται, με ποιο τρόπο παράγεται, αλλά και ποιος καταναλώνει την ενέργεια.
Ως Νέα Αριστερά έχουμε ασκήσει σκληρή κριτική —ήδη από το προγραμματικό μας συνέδριο— στον τρόπο τιμολόγησης της ενέργειας και στη μετατροπή της σε χρηματιστηριακό προϊόν σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτή ακριβώς η επιλογή τροφοδοτεί τις κερδοσκοπικές τάσεις και προκαλεί τις μεγάλες αυξομοιώσεις στην τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος.
Θυμόμαστε όλοι τις δηλώσεις του τότε Υπουργού Ενέργειας, Κωστή Χατζηδάκη, ο οποίος ισχυριζόταν ότι η έναρξη λειτουργίας του χρηματιστηρίου ενέργειας θα είχε άμεσες θετικές επιπτώσεις για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Η πραγματικότητα, ωστόσο, διέψευσε πλήρως αυτές τις προσδοκίες, καθώς η κοινωνία βίωσε τις συνέπειες αυτής της επιλογής με τον πλέον δυσμενή τρόπο. Το σύστημα της οριακής τιμολόγησης —όπου η τελική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος καθορίζεται από την ακριβότερη μονάδα παραγωγής, δηλαδή συνήθως από τις θερμικές μονάδες φυσικού αερίου— είναι αυτό που γεννά τις στρεβλώσεις και τα υπερκέρδη στην αγορά ενέργειας.
Στο συγκεκριμένο ζήτημα, η Νέα Αριστερά, πέρα από τη σφοδρή κριτική που ασκεί στον θεσμό του χρηματιστηρίου ενέργειας, καταθέτει μια συγκεκριμένη βραχυπρόθεσμη πρόταση για την άμεση ανακούφιση των καταναλωτών: τον διαχωρισμό των μονάδων φυσικού αερίου από τον μηχανισμό τιμολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας. Πρόκειται για το μοντέλο της λεγόμενης «ιβηρικής εξαίρεσης» που εφαρμόστηκε επιτυχώς στην Ισπανία και την Πορτογαλία, επιτυγχάνοντας άμεση μείωση του ενεργειακού κόστους.
Μια τέτοια παρέμβαση προϋποθέτει, αναμφίβολα, ρήξεις με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα και με το εγχώριο ενεργειακό καρτέλ. Το καρτέλ αυτό, αν και αποτελείται από ελάχιστες εταιρείες, ελέγχει κάθετα την αγορά ρεύματος. Παράλληλα, διαθέτει την οικονομική ισχύ να επηρεάζει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και την κατανομή της διαφημιστικής δαπάνης, αποκτώντας μια εξωθεσμική επιρροή που του επιτρέπει να διαμορφώνει τον δημόσιο διάλογο προς όφελος των συμφερόντων του.
Για εμάς, η πολιτική είναι ταυτόσημη με τη σύγκρουση με τέτοιου είδους κατεστημένα. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο η Αριστερά οφείλει να παρεμβαίνει: να οργανώνει τη δράση της, να μιλά τη γλώσσα της αλήθειας και να αναδεικνύει τον πυρήνα του προβλήματος στον τρόπο οργάνωσης της αγοράς.
Φυσικά, η τιμολόγηση δεν είναι το μοναδικό επίδικο. Εξίσου κρίσιμο είναι το ζήτημα του ελέγχου της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ). Θέση μας είναι ότι το 51% των μετοχών της ΔΕΗ πρέπει να επιστρέψει υπό κρατικό έλεγχο, ώστε το δημόσιο να καθορίζει τον στρατηγικό προγραμματισμό, τις κοινωνικές προτεραιότητες και την τιμή της κιλοβατώρας. Σήμερα, με τη συρρίκνωση της δημόσιας συμμετοχής, η διοίκηση της επιχείρησης ελέγχεται από θεσμικούς επενδυτές. Έτσι, βασική προτεραιότητα καθίσταται η μεγιστοποίηση της μετοχικής αξίας και η αύξηση των μερισμάτων, εις βάρος των αναγκών της ελληνικής οικονομίας και της κοινωνίας.
Όλα αυτά είναι ζητήματα που οφείλουμε να επαναφέρουμε στο προσκήνιο, αναδεικνύοντας τη σημασία του δημόσιου ελέγχου και του κοινωνικού χαρακτήρα της ΔΕΗ.
Μια από τις κεντρικές μας προτεραιότητες, την οποία θέτουμε πολύ ψηλά στην ατζέντα, είναι η ανάγκη για άμεση απαγόρευση των εξορύξεων και η οριστική απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Η Νέα Αριστερά, με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την παρέμβασή της, αποτελεί μια πολιτική δύναμη που δεν υπολογίζει το όποιο πολιτικό κόστος.
Σήμερα επιχειρείται η οικοδόμηση ενός νέου εθνικού αφηγήματος, μιας ιδιότυπης «μεγάλης ιδέας», η οποία καλλιεργεί την ψευδαίσθηση ότι οι εξορύξεις ορυκτού αερίου αποτελούν μια εύκολη και ανεξάντλητη πηγή πλούτου. Είμαστε κάθετα αντίθετοι σε αυτή την κατεύθυνση. Έχουμε ήδη καταθέσει σχετική πρόταση νόμου και σκοπεύουμε να συνεχίσουμε αταλάντευτα σε αυτόν τον δρόμο.
Είναι ανάγκη να ενισχύσουμε το μέτωπο για την ανασύνθεση των δυνάμεων της αριστεράς και της πολιτικής οικολογίας. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα δυστοπικό μέλλον που διαμορφώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο, προκαλώντας απογοήτευση, δυσαρέσκεια και έντονη ανασφάλεια στους πολίτες. Υπάρχει, επομένως, ένα ιστορικό επείγον: να πιάσουμε ξανά το νήμα των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων σε κάθε επίπεδο —στα κινήματα, στα κόμματα, στο κοινοβούλιο, στους θεσμούς και στον δρόμο— ώστε να οργανώσουμε αποτελεσματικές αντιστάσεις.
Παρέμβαση του Γαβριήλ Σακελλαρίδη στο πλαίσιο της εκδήλωσης “Ενεργειακή Μετάβαση – Γεωπολιτική, οι πολιτικές της Δεξιάς και η Αριστερή διέξοδος”