Macro

Εμανουέλε Τζορντάνα: Οι γενειοφόροι δεν είναι αυτοί πριν από είκοσι χρόνια

Την πέμπτη χρονιά μετά την ανακήρυξη του Ισλαμικού Εμιράτου του Αφγανιστάν, ένα αεροσκάφος Fokker του ΟΗΕ μας πήγε στην Τζαλαλάμπαντ, μία από τις λίγες εισόδους στη χώρα που κυβερνούσε ο μουλάς Ομάρ από την Κανταχάρ, την πιο παραδοσιακή πόλη της χώρας, όπου γεννήθηκε ο Ομάρ και ίδρυσε το κίνημα των Μαθητών του Κορανίου.

Ήταν το 2000, πριν από είκοσι ένα χρόνια. Οι τελωνειακές διατυπώσεις πραγματοποιήθηκαν από δύο παιδιά με καλάσνικοφ που δεν ήξεραν ούτε να διαβάζουν ούτε να γράφουν, στον διάδρομο ενός διαλυμένου ηλιόλουστου αεροδρομίου όπου ήταν σταθμευμένο ένα DC-10 της Ariana, της παλιάς εθνικής αεροπορικής εταιρείας της χώρας. Είχε τα τζάμια καλυμμένα, αλλά κοιτάζοντας τις κούτες που άδειαζαν παρατηρήσαμε δυτικές μάρκες ραδιοφώνων ή τηλεοράσεων που προέρχονταν από τον Περσικό Κόλπο.

Τότε, όταν διασχίσαμε μια χώρα που είχε καταρρεύσει, χωρίς δρόμους και που είχαν κλέψει όλα τα χάλκινα καλώδια ηλεκτρικής ενέργειας, μόνο το Πακιστάν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία είχαν αναγνωρίσει το άθλιο εμιράτο που στην Κανταχάρ είχε μόνο ένα δημόσιο τηλέφωνο και στους δρόμους περιπολούσαν αγροτικά αυτοκίνητα, το κλειδί της ταχείας προέλασης των Ταλιμπάν από το Πακιστάν στην Τζαλαλάμπαντ και την υπόλοιπη χώρα.

Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει.  Όχι μόνο επειδή τα αγροτικά αυτοκίνητα έχουν πιο ισχυρούς κινητήρες ή επειδή κάθε μαχητής έχει ένα κινητό τηλέφωνο. Το εμιράτο εκείνο των αγροίκων αγροτών που μεγάλωσαν στα προσφυγικά στρατόπεδα του Πακιστάν, στους οποίους η θρησκευτική εξέγερση φάνηκε να δίνει επίσης και μια αξιοπρέπεια, δεν ισχύει πλέον ακόμα κι αν δεν γνωρίζουμε τι θα γίνει ακριβώς.

Ούτε η πολιτική ηγεσία των Ταλιμπάν είναι σήμερα η ίδια όπως τότε, πρόθυμη να συμβιβαστεί με τη διεθνή αναγνώριση μόνο τριών χωρών ή με τα χρήματα ενός Μπιν Λάντεν, αιτία που οι εθνικιστές Παστούν του Ομάρ είχαν δεχτεί με χαρά τον πλούσιο Σαουδάραβα ιδεολόγο.

Το ότι δεν είναι πλέον οι ίδιοι μπορεί να γίνει κατανοητό ξεκινώντας από τον πόλεμο, από το ευρύ δίκτυο πληροφοριών που δημιουργήθηκε, ενώ διαπραγματεύονταν στην Ντόχα με τους Αμερικανούς ή, όπως παρατηρούν μερικοί εδώ και χρόνια από ένα υπόγειο δίκτυο τόσο μυστικό, που ξέφυγε από τα μάτια των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, οι οποίες πιθανότατα δεν το γνώριζαν.

Ένα δίκτυο που προετοίμαζε όχι μόνο τον πόλεμο του ανταρτοπόλεμου, αλλά τον λιγότερο αιματηρό και απαιτητικό πόλεμο μιας συμφωνίας κάτω από το τραπέζι. Με κυβερνήτες, αρχηγούς χωριών, συνταγματάρχες και λοχαγούς.

Ένα εύκολο παιχνίδι με έναν κυβερνητικό στρατό, το γνωρίζουμε σήμερα με βεβαιότητα, που στεκόταν στα πόδια του για μήνες χωρίς μισθό, παρά τα δισεκατομμύρια με τα οποία τον τροφοδοτούσαν οι Δυτικοί στρατιωτικοί σύμβουλοι, οι οποίοι, προφανώς, εδώ και χρόνια ήταν ικανοποιημένοι με αναφορές στα χαρτιά που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα της κατάστασης: μισθών που δεν καταβλήθηκαν, την κλεμμένη βενζίνη, τους στρατιώτες – φαντάσματα στους καταλόγους της μισθοδοσίας μιας διεφθαρμένης κυβέρνησης που έχει ήδη δει υπουργούς και αξιωματούχους να διαφεύγουν στο εξωτερικό (μόλις χθες το πρακτορείο Pajhwok ανακοίνωσε την κλοπή 40 εκατ. αφγάνι, το εθνικό νόμισμα του Αφγανιστάν) από το υπουργείο Αστικής Ανάπτυξης και 273 εκατ. αφγάνι που καταβλήθηκαν παράνομα σε δύο εταιρείες για ένα έργο που έμεινε μόνο στα χαρτιά.

Η δημιουργία αυτού του εξελιγμένου δικτύου πληροφοριών, ένας από τους λόγους της ταχείας νίκης των Ταλιμπάν, μας λέει επομένως για μια εξελιγμένη ηγεσία, όχι μόνο τεχνολογικά. Με την πάροδο των ετών, αυτή η ηγεσία προσπάθησε να αποδεσμευτεί από τη στάμπα των Παστούν στο κίνημα και μάλιστα προσπάθησε να είναι προσεκτική στις ανάγκες των γυναικών, παραδεχόμενη ακόμη και ότι έχει κάνει λάθη στο παρελθόν.

Ένας δρόμος που φαίνεται να ανοίγει προς δύο κατευθύνσεις: αυτόν της αναζήτησης εσωτερικής συναίνεσης σε έναν κόσμο, κυρίως αστικό, που είναι ριζοσπαστικά αλλαγμένος. Και στο να δημιουργήσει μια αποδοχή και συναίνεση από τις οποίες δεν μπορεί να αποκοπεί.

Οι σημερινοί Ταλιμπάν, που δίνουν έμφαση στον πόλεμο για την ανεξαρτησία περισσότερο από το Κοράνι, δεν μπορούν να δεχτούν ότι το Πακιστάν θα είναι ο μόνος νονός από τον οποίο θα εξαρτώνται. Ως εκ τούτου, τα ανοίγματα των Κινέζων ή των Ρώσων (που δεν είναι νέα) είναι ευπρόσδεκτα, καθώς και η πιθανότητα το καθεστώς τους να είναι ένα καθεστώς, αλλά όχι τρόμου.

Αλλά υποθέτοντας, και μη παραδεχόμενοι ότι η ηγεσία τους έχει αλλάξει πραγματικά, κάτι που μένει να αποδειχθεί, ποια είναι η απόσταση μεταξύ της ηγεσίας και των στρατιωτών της, των οποίων τη θηριωδία γνωρίζουμε ήδη; Και ποιο μπορεί να είναι το τίμημα που θα πρέπει να πληρώσει η ηγεσία στους αρχηγίσκους που επέτρεψαν την ταχύτατη επέλαση;

Οι επόμενες μέρες θα δείξουν αμέσως αν θα ξεσπάσει, όπως όλοι φοβόμαστε και όπως οι ντόπιοι λένε, η δολοφονική εκδίκηση και το κυνήγι συνεργατών, ή εάν, τουλάχιστον προσχηματικά, το Εμιράτο θελήσει να εμφανιστεί στον κόσμο σαν μια συντηρητική κυβέρνηση και όχι μόνο σαν κυβέρνηση στυγερών βασανιστών και εκτελεστών.

Ο Emanuele Giordana είναι Ιταλός δημοσιογράφος και συγγραφέας, συνιδρυτής του Lettera22, διευθυντής του ιστότοπου atlanteguerre.it και από το 2016 πρόεδρος του συλλόγου «Αφγανή». Το άρθρο του δημοσιεύτηκε στο Ιl Manifesto στις 17 Αυγούστου 2021

Μετάφραση – απόδοση: Αργύρης Παναγόπουλος

Πηγή: Η Αυγή