Macro

Έλλειψη και αδυναμία εύρεσης στέγης στο Δήμο της Αθήνας

Η κρίση των προηγούμενων χρόνων, σε συνδυασμό με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που ασκήθηκαν (αύξηση ανεργίας, μείωση εισοδημάτων, περικοπές στην πρόνοια), επέφεραν συνολική υποβάθμιση των συνθηκών στέγασης των κατοίκων της Αθήνας. Η έξοδος από την κρίση δεν έλυσε το πρόβλημα, αφού συνοδεύτηκε από το φαινόμενο της βραχυχρόνιας μίσθωσης που έδρασε ως ένας επιπλέον επιβαρυντικός παράγοντας. Η εύρεση στέγης έγινε ακόμα δυσκολότερη έως αδύνατη σε ορισμένες περιοχές της Αθήνας.

Η νεοφιλελεύθερη λογική αντιμετωπίζει την έλλειψης στέγης δίνοντας έμφαση σε ατομικούς παράγοντες, προσωποποιώντας το πρόβλημα και συνδέοντάς το με ένα στερεοτυπικό προφίλ αστέγου («μόνου ενήλικου άνδρα που ζει στο δρόμο»). Έτσι, παραβλέπονται οι συνέπειες της συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους και του περιορισμού της κρατικής παρέμβασης, αφού το πρόβλημα της στέγης προβάλλεται ως ατομική ευθύνη, που αφορά κυρίως άτομα με «παραβατική» συμπεριφορά ή προβλήματα ουσιοεξάρτησης.

Αρχικά, είναι σημαντικό, στον αντίποδα της παραπάνω λογικής, πέρα από τους ορατούς αστέγους του δρόμου χωρίς κανενός είδους κατάλυμα, να προσθέσουμε στους πληττόμενους από το πρόβλημα της έλλειψης στέγης άλλες τρεις κατηγορίες πολιτών: τους πολίτες στερούμενους κατοικίας που διαβιούν σε ξενώνες, προνοιακά ή σωφρονιστικά ιδρύματα, τους πολίτες που διαβιούν σε ακατάλληλη κατοικία (όπως ερειπωμένα κτήρια ή σε συνθήκες συνωστισμού), αλλά και πολίτες που διαβιούν σε επισφαλή κατοικία με μεγάλες πιθανότητες να χάσουν τη στέγη τους για διάφορους λόγους (π.χ. λόγω έξωσης, ενδοοικογενειακής βίας κ.α.).

Πρόκειται για ένα πρόβλημα που δεν αφορά αποκλειστικά τα πολύ χαμηλά εισοδηματικά στρώματα, τους χρόνια ανέργους, τους αστέγους, τους τοξικοεξαρτημένους, τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Αντιθέτως, αγγίζει ακόμα και μεσοαστικά νοικοκυριά, τα οποία αντιμετωπίζουν προβλήματα στεγαστικής επισφάλειας ή και αποκλεισμού λόγω της οικονομικής κρίσης.

Οι παραπάνω πιέσεις στον πληθυσμό λόγω της οικονομικής κρίσης γίνονται εντονότερες από το φαινόμενο της βραχυχρόνιας μίσθωσης που εξαπλώνεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς στο κέντρο της Αθήνας. Σύμφωνα με έρευνα της Grant Thornton για λογαριασμό του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, τα μεγέθη της οικονομίας του διαμοιρασμού καταγράφουν ετήσια ποσοστιαία αύξηση κατά 25% και έχουν σημαντικές κοινωνικές επιπτώσεις, όπως τον εκτοπισμό ακινήτων από τις μακροχρόνιες προς τις βραχυχρόνιες μισθώσεις, γεγονός που οδηγεί σε αύξηση των τιμών ενοικίασης κατά περίπου 9% και συνακόλουθα σε επιβάρυνση των οικονομικά ασθενέστερων. Έτσι, στο ζήτημα της έλλειψης στέγης προστίθεται και το γενικευμένο πρόβλημα της αδυναμίας εύρεσης στέγης εντός της Αθήνας.

Το ελληνικό κράτος δεν ανέπτυξε ποτέ μία συγκροτημένη πολιτική κοινωνικής κατοικίας, με αποτέλεσμα η διόγκωση της έλλειψης στέγης τα τελευταία χρόνια να καθιστά την υπάρχουσα υποδομή σε κοινωνικές υπηρεσίες και προγράμματα ανεπαρκή. Σαν απάντηση, τα θέματα της κατοικίας έχουν ενταχθεί, άμεσα ή έμμεσα, σε μία σειρά από προωθούμενες πολιτικές από το Δήμο για το κέντρο της Αθήνας. Είναι, όμως, σαφές ότι η προσέγγιση του Δήμου της Αθήνας για τα θέματα της κατοικίας δεν αποτελεί μέρος μίας ολοκληρωμένης στεγαστικής πολιτικής σε συνεργασία με την κυβέρνηση και άλλους φορείς. Αντιθέτως, συνδέεται με πολεοδομικές παρεμβάσεις που ικανοποιούν τη ζήτηση της κτηματαγοράς και του κατασκευαστικού κεφαλαίου για τη δημιουργία νέων επενδυτικών ευκαιριών στο κέντρο της πόλης. Έτσι, ο ρόλος του Δήμου περιορίζεται στην προσπάθεια εξασφάλισης ενός ελκυστικού περιβάλλοντος με σημειακές αναπλάσεις και την απομάκρυνση όσων «χαλούν» την εικόνα της πόλης.

Στον αντίποδα αυτής της πρακτικής, θεωρούμε ότι είναι ευθύνη της τοπικής αυτοδιοίκησης να συμβάλει στην ασκούμενη στεγαστική πολιτική προς όφελος των κατοίκων, απαντώντας στη στεγαστική κρίση και παράλληλα συμβάλλοντας στην αναζωογόνηση του κέντρου της Αθήνας με χαμηλό κόστος. Η διεκδίκηση και κατοχύρωση του δικαιώματος στη στέγη και η θέσπιση ενός συνολικού μακροπρόθεσμου πλαισίου διασφάλισης σταθερής, αξιοπρεπούς και προσιτής οικονομικά κατοικίας για όλους τους κατοίκους της Αθήνας είναι για εμάς προτεραιότητα. Ο Δήμος μπορεί να παίξει κομβικό ρόλο στη συγκρότηση ενός πλέγματος πολιτικών και υπηρεσιών, που ξεκινούν από την υποστήριξη δομών κοινωνικής αλληλεγγύης και υποστήριξης αστέγων, όπως κέντρα ημέρας κλπ, αλλά πάνε πολύ πιο μακριά.

Αρχικά, η έκταση του προβλήματος απαιτεί την ίδρυση ενός δημοτικού γραφείου στέγασης, που θα αναλάβει το σχεδιασμό και συντονισμό των επιμέρους πολιτικών κατοικίας του Δήμου, τη δημιουργία μητρώου στεγαστικών αιτημάτων, αλλά και τη νομική υποστήριξη ιδιοκτητών που κινδυνεύουν να χάσουν την κατοικία τους.

Ακόμα, ένα τεράστιο εργαλείο στα χέρια του Δήμου είναι η επανάχρηση του υπάρχοντος αδρανούς οικιστικού αποθέματος -δημόσιου και ιδιωτικού- αξιοποιώντας κοινοτικούς και εθνικούς πόρους, σε συνδυασμό με συνολικότερα προγράμματα ολοκληρωμένης ανάπτυξης γειτονιάς. Η αξιοποίηση αυτή θα θέτει ως προτεραιότητα την κοινωνική κατοικία και θα περνάει μέσα και από τη στήριξη και ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας και των συνεταιρισμών στον τομέα της κατοικίας, για επισκευή και ενεργειακή αναβάθμιση του υπάρχοντος αποθέματος, αλλά και για τη διαχείρισή του με κοινωνικούς όρους.

Τέλος, τίθεται πια επιτακτικά το αίτημα για παρέμβαση στον ενοικιαζόμενο τομέα, ο οποίος συρρικνώνεται βασικά λόγω της επέκτασης της βραχυχρόνιας μίσθωσης. Στην κατεύθυνση αυτή μπορούν να εφαρμοστούν προγράμματα συντονισμού της προσφοράς και της ζήτησης κατοικίας, με στόχο τη ρύθμιση της αγοράς ενοικίων με κοινωνικά κριτήρια. Τέτοια προγράμματα έχουν εφαρμοστεί στην Ιταλία, την Ισπανία και τη Γερμανία και μπορούν να μας προσφέρουν χρήσιμη εμπειρία.

Ο Νάσος Ηλιόπουλος είναι Υποψήφιος Δήμαρχος με τη Δημοτική Παράταξη «Ανοιχτή Πόλη»

Πηγή: Η Αυγή