Macro

Δημοσθένης Παπαδάτος Αναγνωστόπουλος: Επίσκεψη στον κόσμο της ψηφιοποιημένης σκληρότητας

Δεν είναι ένας και δυο οι λόγοι που όλοι συζητάμε την «Εφηβεία» αυτές τις μέρες. Η σειρά προβλήθηκε πρώτα στη Βρετανία, όπου «αιχμηρά αντικείμενα» βγαίνουν πλέον για το τίποτα – και 2 στις 10 φορές τα βγάζουν ανήλικοι. Στην Ελλάδα δεν είμαστε ακόμα εκεί˙ ακόμα και οι πιο νηφάλιοι από τους ειδικούς επιστήμονες, όμως, προειδοποιούν ότι θέμα υπάρχει κι εδώ – και δεν είναι μόνο πόσο συχνά βγαίνουν μαχαίρια. Eίναι και η αγριότητα των εγκλημάτων.

Η «Εφηβεία» είναι γυρισμένη από τη σκοπιά των γονιών, οι γονείς λογικά φοβούνται ότι έχουν χάσει τη μπάλα και, εξίσου αναμενόμενα, ο Κιρ Στάρμερ «αφουγκράζεται» πατρικά τους φόβους τους και μιλά για την «Εφηβεία» στη βρετανική Βουλή. Τα ελληνικά ΜΜΕ δεν μένουν πίσω. Πολύ περισσότερο που η σειρά είναι καλογυρισμένη και οι χαρακτήρες –ο επιθεωρητής, οι γονείς του 13χρονου, η ψυχολόγος, οι καθηγητές του– έχουν δουλευτεί στην εντέλεια. Τι άλλο χρειάζεται μια σειρά για να γίνει το θέμα του μήνα;

Δεν χρειάζεται να είσαι γονιός για να σε αφορά αυτό που συζητά η «Εφηβεία». Το ένιωσα στο τρίτο επεισόδιο, καταρχάς με την τρομακτική ευκολία του 13χρονου να περνά απ’ τον ένα ρόλο στον άλλο: Πότε παιδί, που θέλει ζαχαρωτά μέσα στη ζεστή σοκολάτα του· πότε ενήλικας, που φλερτάρει και δοκιμάζει τα όρια, χειρίζεται και παίζει το παιχνίδι της γοητείας σα μεγάλος – σαν παιχνίδι εξουσίας. Όταν το παιχνίδι δεν έχει την έκβαση που προσδοκά, όταν το σκηνοθετημένο ανδρικό θάρρος του χάνει το στόχο, όταν το φλερτ οριοθετείται και η ευχαρίστηση/επιβεβαίωση αναβάλλεται, τότε το παιδί που παίζει τον ενήλικο για να νιώσει ότι μετρά, λυσσάει. Δεν έχει εκπαιδευτεί για το ενδεχόμενο της αποτυχίας, γι’ αυτό και δεν αντέχει την επιθυμία που δεν συμμορφώνεται στη δική του: δεν αντέχει την πραγματικότητα. «Πραγματικότητα», όπως τον παρηγορούν οι γκουρού της «ανδρόσφαιρας», είναι ότι οι γυναίκες ασκούν βία επειδή επιλέγουν. Κι αυτή η βία μόνο με βία μπορεί να απαντηθεί.

Έμφυλες σχέσεις, σχέσεις μηδενικού αθροίσματος

Η συνεδρία με την ψυχολόγο στο τρίτο επεισόδιο, από μια άποψη ριμέικ της σκηνής που λίγους μήνες πριν έχει καταλήξει στο φόνο, συνοψίζει αυτή την παθολογία. Η ψυχολόγος προσπαθεί να «ξεκλειδώσει» το παιδί, αυτό νομίζει ότι πρόκειται για φλερτ και φλερτάρει, η ψυχολόγος δεν ανταποκρίνεται, το τζίνι πάει να ξαναβγεί από το μπουκάλι:

Η Κέιτι με απέρριπτε έτσι κι αλλιώς, με απέρριπτε όμως ακόμα και τότε που ήταν ευάλωτη – τότε που λογικά θα έπρεπε να με θέλει. Πώς αντέχεται να μη με θέλει ούτε στα καλά της, ούτε καν ευάλωτη; Πώς γίνεται να μη μετράω σαν άνδρας ούτε γι’ αυτή, ούτε για την ψυχολόγο; Πόσο πιο χαμηλά να πέσω απ’ το να με απορρίπτει ακόμα κι αυτή που θεωρώ ευάλωτη;

Σε αυτόν τον τρόπο σκέψης, οι έμφυλες σχέσεις γίνονται σχέσεις μηδενικού αθροίσματος: Η (υποτιθέμενη) ευαλωτότητα του κοριτσιού είναι ευκαιρία επιβεβαίωσης για το αγόρι. Η ικανότητα του κοριτσιού να επιλέγει ακόμα και σε στιγμή ευαλωτότητας, είναι ακύρωση, συμβολικός φόνος, που πρέπει να ανταποδοθεί με πιο οριστικό τρόπο – με το κυριολεκτικό cancel του κοριτσιού.

Μ’ αυτά τα υλικά φτιάχνεται η κοινότητα των «ακούσια άγαμων» (incels) στο διαδίκτυο. Κι αυτή η αρρωστημένη κοινότητα πληγωμένων επιθετικών θυμίζει ότι κάθε βήμα προς την ισότητα των φύλων ενεργοποιεί, την ίδια στιγμή, την αντίρροπη τάση. Ό,τι θεωρείται κεκτημένο, είναι κεκτημένο προσωρινά. Τα αρκτικόλεξα των κινημάτων έμφυλης ισότητας, τα λεξιλόγια και οι ριζοσπαστικές θεωρίες τους δεν είναι αυτονόητα για όλους – και δεν είναι οι ειδικοί της απέναντι όχθης που λείπουν για να τα κάνουν.

Ανταγωνισμός στο τετράγωνο

Αυτή είναι η μία όψη στον ανταγωνισμό μεταξύ των εφήβων που φωτίζει η σειρά. Η άλλη παίζεται στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης που δουλεύουν κυρίως με εικόνα: το Instagram και το tik-tok. Δεν είναι του Σατανά οι πλατφόρμες: δεν χρειάζονται οι υπερβολές του ηθικού πανικού. Αλλά «μετράω», στις πλατφόρμες αυτές που φτιάχνουν κριτήρια για το τι «μετράει», πάει να πει φωτογραφίες και βίντεο που μετράνε όσο γίνεται περισσότερες καρδιές του «σωστού» χρώματος: κόκκινες (χωρίς λάμψη) και μωβ – όχι ροζ και κίτρινες. Σωστό χρώμα, πάλι, σημαίνει σεξουαλικό κεφάλαιο: κοινωνική δύναμη –αξία–, με βάση το πόσο ελκυστικός/ή περνιέσαι. Όχι ντε και καλά το πόσες σεξουαλικές εμπειρίες έχεις: το σεξ, στις διάφορες αποχρώσεις του, δεν είναι απαραίτητα ο σκοπός. Σίγουρα, πάντως, είναι το μέσο για την αναγνώριση και την αποδοχή στις παρέες των συνομήλικων: το εισιτήριο για να νιώσεις ότι έχεις, και για να σου αποδίδεται, αξία. Το θέμα είναι τι νομίζουν – όχι τι κάνεις.

«Αυτά», θα πει κανείς, «είναι παλιά ιστορία». Το καινούριο είναι ο ανταγωνισμός για σεξουαλικό κεφάλαιο που ενθαρρύνουν οι πλατφόρμες. Η «Εφηβεία» είναι μια επίσκεψη στον κόσμο της ψηφιοποιημένης σκληρότητας, για τους χαμένους και τις χαμένες στον ανταγωνισμό για σεξουαλικό κεφάλαιο – γι’ αυτή τη στρεβλή, αλλά υπαρξιακή, αναζήτηση αποδοχής και αγάπης. Για το κενό μεταξύ ψηφιακής ζωής και ζωής εκτός σύνδεσης – δικτυωμένης και πραγματικής. Και τρομάζει, δείχνοντας πώς οι φαντασιώσεις παντοδυναμίας που ευνοεί η θέση μπροστά στην οθόνη, απαιτούν να επιβληθούν στην πραγματική ζωή: πώς η ιντερνετική σκηνοθεσία του εαυτού γίνεται πιο πραγματική απ’ την πραγματικότητα που θέλει να αποφύγει.

Υπάρχουν αντίβαρα σε αυτόν τον ανταγωνισμό όλων εναντίων όλων; Τι μπορεί να κάνει η οικογένεια που δεν ξέρει τον κώδικα των σόσιαλ; Τι μπορεί το σχολείο που, μαζί με την αυταρχική αυθεντία του δασκάλου, έχει χάσει και το όποιο κύρος του – δεν το ακούει κανείς; Η σειρά προτείνει διάφορες απαντήσεις: Μια αστυνομία που λειτουργεί σαν δημόσια υπηρεσία στο πλευρό του πολίτη, τηρώντας πρωτόκολλα. Ένα πατρικό πρότυπο σαν αυτό του επιθεωρητή: υποχωρητικός, έτοιμος να πει «ευχαριστώ» ή «σ’ αγαπάω» στον ανήλικο γιο του. Καθηγήτριες που κάνουν κόπο και δίνουν χρόνο για να φτιάξουν σχέση με τους μαθητές και τις μαθήτριες – κι ας ματαιώνονται οι προσπάθειές τους από δυναμικές που δεν ελέγχουν. Επαγγελματίες που προτιμούν να κάνουν τη δουλειά τους σωστά, αντί γρήγορα. Ο αναστοχασμός των γονιών που ψάχνουν τρόπο να ξαναμπούν στο παιχνίδι.

Αρκούν αυτά; Μελετώντας τον ανταγωνισμό γύρω από το σεξ και την αποδοχή –το πώς οι άνθρωποι εκπαιδεύονται για να επιβιώσουν κοινωνικά, μαζεύοντας «πόντους» αναγνώρισης, αποδοχής και ελκυστικότητας– η κοινωνιολόγος Εβά Ιλούζ λέει κάτι ενδιαφέρον: «Η αξία θεωρείται ουσιαστικά ένα πρόβλημα που καλείται να λύσει ο εαυτός από μόνος του, και όχι ένα πρόβλημα σχετικό με την αναγνώριση, η οποία εξ ορισμού δεν μπορεί να αυτοδημιουργηθεί». Ποιος θα βάλει όρια στον ανταγωνισμό για την αναγνώριση της προσωπικής αξίας;

Αντί να μας καθηλώνει η βία των εφήβων, ίσως χρειάζεται να ξανασκεφτούμε από πού έρχεται αυτός ο εθισμός στον ανταγωνισμό – και μαζί η ευκολία στη συμβολική ακύρωση όσων δεν μας αναγνωρίζουν όσο γρήγορα θέλουμε. Ίσως τότε να θυμηθούμε ότι υπάρχουν τρόποι επικοινωνίας, διδασκαλίας και σύνδεσης που να μην είναι, όπως το λέει το παλιό σύνθημα, «τρόποι διδασκαλίας του συστήματος».

Η ΕΠΟΧΗ