Μια από τις πρώτες αποφάσεις της νέας υπουργού Παιδείας μετά τον κυβερνητικό ανασχηματισμό Σοφίας Ζαχαράκη ήταν να ανακοινώσει προχτές Παρασκευή 21 Μαρτίου ότι στις 4 Μαΐου θα διεξαχθούν οι εξετάσεις για τα «Ωνάσεια Σχολεία». Η ανακοίνωση χαρακτήριζε τη δημιουργία των 22 Γυμνασίων και Λυκείων ως «θεμέλιο λίθο στη σύγχρονη γνώση και ίσες ευκαιρίες χωρίς κοινωνικούς και οικονομικούς φραγμούς, ισότητα στην πράξη, με αγάπη και σεβασμό στο δημόσιο σχολείο, στους μαθητές, στις οικογένειες, στους άξιους εκπαιδευτικούς μας».
Φυσικά ισχύουν ακριβώς τα αντίθετα, όπως προκύπτει από τις αντιδράσεις των εκπαιδευτικών και των μαθητών στις περιοχές που σχεδιάζονται τα «Ωνάσεια», και όπως αποδείχτηκε στη Βουλή κατά τη συζήτηση του σχετικού νομοσχεδίου στις 29.1.2025. Ο εισηγητής της πλειοψηφίας Γιάννης Λοβέρδος φρόντισε να συνδυάσει το πνεύμα του νόμου με τον εορτασμό της μνήμης των Τριών Ιεραρχών. Στον κυβερνητικό ανασχηματισμό ανταμείφθηκε με τη θέση του υφυπουργού Εξωτερικών. Το αστείο είναι ότι απόφοιτος ο ίδιος του Κολλεγίου Αθηνών δεν παρέλειψε να δηλώσει ως στόχο των «Ωνασείων» ότι «τα παιδιά που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να σπουδάσουν στο Κολλέγιο Αθηνών ή στου Μωραΐτη, να έχουν τη δυνατότητα να σπουδάσουν με τον ίδιο και καλύτερο, ενδεχομένως, τρόπο σε ένα δημόσιο σχολείο, το οποίο θα έχει και την υποστήριξη από το Ίδρυμα Ωνάση». Αλλά λίγο παρακάτω απέδωσε τις αντιδράσεις στην «ιδεολογική κατά τη γνώμη μου προκατάληψη ότι διαχωρίζουμε τους μαθητές σε καλούς και σε κακούς, σε άριστους και μη άριστους. Δεν τους διαχωρίζουμε εμείς. Η ίδια η ζωή τους διαχωρίζει. Η ίδια η ζωή δείχνει ότι υπάρχουν άνθρωποι, που προέρχονται από το ίδιο οικογενειακό ή εισοδηματικό περιβάλλον, αλλά δεν έχουν την ίδια διάθεση, την ίδια θέληση, τις ίδιες ικανότητες για να ανέβουν. Ανισότητα υπάρχει στην ίδια την κοινωνία, στην ίδια τη ζωή»…
Ο καημένος ο κ. Λοβέρδος παραδέχτηκε έτσι ότι τα «Ωνάσεια» ενισχύουν την εκπαίδευση δύο ταχυτήτων, φροντίζοντας βέβαια να συγκαλύψει τον ανοιχτά ταξικό χαρακτήρα της διάκρισης.
Το κακό είναι ότι μαζί με τους κυβερνητικούς βουλευτές υπερψήφισαν το νομοσχέδιο οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και της Πλεύσης Ελευθερίας. Το πρώτο είχε βέβαια σε βάρος του τη γνωστή γραμμή Διαμαντοπούλου στον χώρο της εκπαίδευσης. Όσο για την κυρία Κωνσταντοπούλου, η αλήθεια είναι ότι δεν είχε ακολουθήσει παρόμοια γραμμή την περίοδο που συνεργαζόταν με τον ΣΥΡΙΖΑ.
Είναι γεγονός ότι η Νέα Δημοκρατία και ειδικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχουν κρύψει ποτέ την άποψή τους για την εκπαίδευση δύο ταχυτήτων με καθαρά ταξικό χαρακτήρα. Άλλωστε και το πάθος τους για την κατάργηση του άρθρου 16 του Συντάγματος οφείλεται σ’ αυτήν ακριβώς την πολιτική εμμονή. Για τον ίδιο λόγο το πρώτο που έβρισκαν να καταλογίσουν στους υπουργούς Παιδείας της περιόδου των κυβερνήσεων του Αλέξη Τσίπρα ήταν ότι υποτιμούσαν την «αριστεία»! Βρείτε τι έλεγαν για τον Αριστείδη Μπαλτά, τον Νίκο Φίλη και τον Κώστα Γαβρόγλου, που επέμεναν στην ενίσχυση του ενιαίου σχολείου, στην υποβάθμιση των ταξικών αντιθέσεων και στον αποκλεισμό των ιδιωτικών πανεπιστημίων.
Το μοντέλο Παπαδόπουλου
Υπάρχει, όμως, και κάτι πολύ χειρότερο. Γιατί εκείνος που πρώτος εισηγήθηκε τα σχολεία «αριστούχων» με ειδικά προνόμια ως λύση στο εκπαιδευτικό πρόβλημα της χώρας δεν είναι άλλος από τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο. Μιλώντας στις 30.6.1971 στο Ευγενίδειο Ίδρυμα στην τελετή βράβευσης των «αριστευσάντων» στον πανελλήνιο διαγωνισμό της Ελληνικής Μαθηματικής Εταιρείας, ο δικτάτορας θα εκφωνήσει έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς λόγους του. Στην αρχή έδωσε το πλαίσιο, σε γνήσιο παπαδοπούλειο ύφος:
«Ανισόρροπος έχει καταστή η κοινωνία των ανθρώπων σήμερον και οφείλομεν, εάν αισθανθώμεθα ότι έχομεν υποχρέωσιν να αγωνισθώμεν διά την επιβίωσίν της, να δώσωμεν πάλιν εις αυτήν το έρμα, το έρμα του μέτρου, του μέτρου της λογικής, του μέτρου του λόγου, του λόγου των αξιών, των αξιών, μέσω των οποίων ο άνθρωπος τιθασεύει το ένστικτον του θηρίου εις την δύναμιν του πνεύματος και, αποκτών την ισορροπίαν, κατορθώνει εκάστοτε να προσδιορίζη το πρέπον ανάμεσα εις το δυνατόν και το επιθυμητόν».
Η έμπνευση του Παπαδόπουλου που καθώς φαίνεται θεωρείται σήμερα από τη Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ και την Πλεύση Ελευθερίας εξαιρετικά πρωτοποριακή, είχε ενδιαφέρουσα κατάληξη, στην οποία συνοψίζει ο δικτάτορας το πολιτικό περιεχόμενο των σχολείων αριστούχων: «Χρειάζεται η ζωή εις ό,τι αφορά τας πτυχάς, αι οποίαι την καθιστούν ευχάριστον. Χρειάζεται η ζωή εις ό,τι αφορά την ικανοποίησιν αυτού, προς το οποίον μας σύρει η ανθρωπίνη υπόστασίς μας. Προσοχή όμως! Όχημα χωρίς φρένο είναι δημόσιος κίνδυνος. Και φρένο διά τον νέον άνθρωπον, που κυρίαν του προσπάθειαν έχει να προπαρασκευάση τον ευαυτόν του, αποτελεί η πίστις του εις τας πνευματικάς αξίας του πολιτισμού μας, του Ελληνικού πολιτισμού και του Χριστιανισμού»… Να λοιπόν και η έμπνευση Λοβέρδου να συνδυάσει τα «Ωνάσεια» με τους Τρεις Ιεράρχες.
Με πρωτοσέλιδο άρθρο του στον «Ελεύθερο Κόσμο», ο επίσημος προπαγανδιστής της χούντας Σάββας Κωνσταντόπουλος χαιρέτισε ως ιστορικό «σταθμό» την ίδρυση των σχολείων αριστούχων, υποστηρίζοντας ανοιχτά ότι πρόκειται για ρατσιστικό μέτρο: «σήμερον πρέπει να δεσπόζη η αρχή της φυσικής επιλογής του ικανωτέρου». Και επανέλαβε ότι όλα αυτά ήταν τόσο σπουδαία, ώστε «αν δεν υπήρχε ο κ. Γ. Παπαδόπουλος θα έπρεπε να τον εφεύρωμεν» (2.7.1971). Προφητικά λόγια. Τις τελευταίες μέρες, καθώς φαίνεται κάποιοι εφευρίσκουν πάλι τον Παπαδόπουλο.
Ξεκαρδιστική είναι και η σχετική συζήτηση στη «Συμβουλευτική Επιτροπή», το κοινοβούλιο-μαϊμού της δικτατορίας, όπου τα μέλη της αναρωτιούνται αν ήταν τελευταίος στην τάξη ο Ναπολέων («Η Συμβουλευτική Επιτροπή και το έργον αυτής», τ. Δ, τχ. 4, Αθήνα 1973, σελ. 369-405).
Σύμφωνα με την εξαγγελία του δικτάτορα, προγραμματιζόταν να λειτουργούν δέκα σχολεία αριστούχων σε όλη τη χώρα με «πεντακοσίους μαθητές-αριστείς» το σχολικό έτος 1974-1975. Ευτυχώς αυτό το έτος ήταν το πρώτο με δημοκρατική κυβέρνηση. Ο δικτάτορας το 1975 παραπέμφθηκε σε δίκες και καταδικάστηκε σε ισόβια. Το όραμά του, όμως, καθώς φαίνεται εξακολουθεί να συγκινεί.
Οι σημερινοί υποστηρικτές της «αριστείας» είναι σίγουρο ότι δεν θα ήθελαν να ταυτιστούν με αυτόν τον πρώτο διδάξαντα. Αλλά ας προβληματιστούν τουλάχιστον από το γεγονός ότι τον ενθουσιασμό για τις εν λόγω εξαγγελίες του Παπαδόπουλου δεν συμμερίστηκε καμιά εφημερίδα, παρά μόνο οι καθαρά χουντικές «Ελεύθερος Κόσμος», «Τα Σημερινά» και «Νέα Πολιτεία».
Όλες οι άλλες που κυκλοφορούσαν εκείνη την περίοδο κατανόησαν ότι πρόκειται για ακόμα ένα χτύπημα στη δημοκρατική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που είχε προηγηθεί και, παρά το γεγονός ότι εξακολουθούσε να ισχύει ο ασφυκτικός έλεγχος στο περιεχόμενό τους, «έθαψαν» την ομιλία του Παπαδόπουλου και έριξαν στα σκουπίδια τις εξαγγελίες περί «σχολείων αριστούχων».
Είναι γνωστό ότι ο Αριστοτέλης Ωνάσης διατηρούσε εγκάρδιες σχέσεις με τον Γεώργιο Παπαδόπουλο. Αλλά νομίζω ότι ούτε το Ίδρυμα ούτε το «επιτελικό κράτος» θα θέλανε να μας τις θυμίσουν.