Macro

Δημήτρης Ψαρράς: Ο Μεταξάς, το «Οχι» και ο υπουργός της χούντας

Ενα από τα πιο πολυσυζητημένα επεισόδια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας αποτελεί χωρίς αμφιβολία η έναρξη του πολέμου με την Ιταλία στις 28 Οκτωβρίου 1940. Δεν αναφέρομαι στις ιστορικές συνθήκες και τη διεθνή συγκυρία που οδήγησαν στην είσοδο της Ελλάδας στον Παγκόσμιο Πόλεμο, όσο στο τι ακριβώς διαμείφθηκε στο σπίτι του Ιωάννη Μεταξά στην Κηφισιά, όταν τον επισκέφθηκε στις 3 μετά τα μεσάνυχτα ο Ιταλός πρέσβης Εμανουέλε Γκράτσι.
Επί δεκαετίες κυκλοφορούσε ο μύθος ότι η Ιταλία ζήτησε ταπεινωτικές υποχωρήσεις και ο Ελληνας δικτάτορας στάθηκε στο ύψος του κραυγάζοντας «Οχι». Αλλωστε η λέξη αυτή είχε επικρατήσει ως σύνθημα της επίσημης ελληνικής προπαγάνδας ήδη από τις 30 Οκτωβρίου, μόλις δύο μέρες από την έναρξη του πολέμου, με το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Ελληνικό Μέλλον» και στη συνέχεια με το «Πελώριον Οχι» στο πρωτοσέλιδο της «Καθημερινής» (21.11.1940). Αλλά βέβαια ούτε ο Μεταξάς είπε ποτέ «όχι», ούτε υπήρξε κάποιο ερώτημα στο οποίο θα μπορούσε να απαντήσει «ναι». Απλώς ο Γκράτσι του επέδωσε μια επίσημη διακοίνωση, ένα τελεσίγραφο, όπου η Ιταλία ανακοίνωνε ουσιαστικά την κήρυξη του πολέμου κατά της Ελλάδας, και στο οποίο, σύμφωνα με τις διπλωματικές συνήθειες της εποχής, περιλαμβανόταν μια σειρά από καταγγελίες για τη στάση της Ελλάδας εναντίον του Αξονα, προκειμένου να δικαιολογηθεί η επίθεση.
Αυτό εξάλλου ήταν και το περιεχόμενο της πρώτης σχετικής ανακοίνωσης του Μεταξά, που περιλαμβάνεται στις εφημερίδες της 28.10.1940: «Απήντησα ότι θεωρώ το αίτημα αυτό καθ’ εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος». Οι τίτλοι των εφημερίδων αναφέρουν ρητά: «Η Ιταλία εκήρυξε τον πόλεμον κατά της Ελλάδος» («Ο Τύπος», 28.10.1940), «Κήρυξις πολέμου εκ μέρους της Ιταλίας» («Ελεύθερον Βήμα», 29.10.1940). Εξάλλου διαθέτουμε σήμερα όλα τα στοιχεία για την απόφαση της ιταλικής επίθεσης, καθώς και το περιεχόμενο του Πολεμικού Συμβουλίου στη Ρώμη υπό τον Μουσολίνι που έλαβε την οριστική απόφαση στις 15 Οκτωβρίου.
Και βέβαια ο τότε στενός συνεργάτης του Κώστας Κοτζιάς, «υπουργός-διοικητής πρωτευούσης» της δικτατορίας, στις αναμνήσεις του εξηγεί ότι λίγα λεπτά αργότερα, ο Μεταξάς του αποκάλυψε: «Κυρ Κώστα, έχουμε πόλεμο». Ο Κοτζιάς, που διακρινόταν για την πολιτική του οξυδέρκεια, απόρησε: «Κατά τίνος, κ. πρόεδρε;». Για να λάβει την απάντηση του Μεταξά: «Οι Ιταλοί μας τον κήρυξαν» («Ελλάς, ο πόλεμος και η δόξα της», σ. 28).

Το «Οχι» α λα γαλλικά

Για το πώς χτίστηκε ο μύθος του «Οχι» και πώς αναπαράγεται μέχρι σήμερα ο θαυμασμός για τον Μεταξά έχουμε αναλυτικά αναφερθεί στην «Εφ.Συν.» (Ιός, «Οι κρυφοί “τεταρταυγουστιανοί”», 3.8.2013). Υπήρξε εξάλλου επί δεκαετίες τόσο καταιγιστική η προβολή του, ώστε ακόμα και η Αριστερά επιχείρησε να το οικειοποιηθεί, με το σύνθημα «Το Οχι το είπε ο λαός». Για την αδυναμία του Μεταξά να εμφανιστεί ώς το τέλος ουδέτερος και την αναγκαστική υποχώρηση των φιλογερμανικών του πεποιθήσεων έχουν γραφτεί πολλά (ενδεικτικά, βλ. Χρήστος Χατζηιωσήφ, «Το “Οχι” του Μεταξά: βραχυπρόθεσμοι και μακροπρόθεσμοι παράγοντες μιας απόφασης», στο «Επιστημονικό Συμπόσιο Η Ελλάδα του ’40», Αθήνα 1993, σ. 233-248). Εδώ περιορίζομαι στο περιεχόμενο της μεταμεσονύκτιας συνάντησης Γκράτσι-Μεταξά στο σπίτι της Κηφισιάς.
Οι ιστορικοί συνηθίζουν να καταφεύγουν στις αναμνήσεις του Γκράτσι, προκειμένου να ανασυστήσουν τον διάλογο των δύο ανδρών. Τους παρασέρνει προφανώς το γεγονός ότι ο ίδιος ο επιμελητής του «Ημερολογίου» του Μεταξά παραπέμπει στον Γκράτσι για τις κρίσιμες λεπτομέρειες. Σε υποσημείωση κάτω από την εγγραφή του «Ημερολογίου» της 28ης Οκτωβρίου διαβάζουμε: «Σύμφωνα με την αφήγηση του Γκράτσι, η φράσις που του είπε ο Μεταξάς αφού διάβασε τη διακοίνωση ήταν ακριβώς η εξής: “Alors, c’ est la guerre”, δηλαδή: “τότε είναι πόλεμος”» (Ιωάννης Μεταξάς, «Το προσωπικό του ημερολόγιο», επιμ. Φαίδων Βρανάς, εκδ. Ικαρος, Αθήνα 1960, σ. 516).
Αλλά οι αναμνήσεις του Γκράτσι που εμφανίζονται εδώ ως πηγή περιλαμβάνονται στο βιβλίο του που εκδόθηκε μετά τον πόλεμο και είχε τη σαφή σκοπιμότητα να απαλλαγεί ο ίδιος από την ευθύνη της συνεργασίας με το μουσολινικό καθεστώς. Το βιβλίο μεταφράστηκε πολύ αργότερα στα ελληνικά («Η αρχή του τέλους. Η επιχείρηση κατά της Ελλάδος», εκδ. Εστία, Αθήνα 1980). Και σ’ αυτό περιγράφεται με σαφήνεια η συμβιβαστική τάση του καθεστώτος Μεταξά απέναντι στις προκλήσεις της φασιστικής Ιταλίας (σ. 131), ενώ αναλύεται και το γεγονός ότι «η Ελλάδα, όχι μόνο τήρησε άψογη ουδετερότητα, αλλά ότι ενδεχομένως, σε μερικές περιπτώσεις, ερμήνευσε τις υποχρεώσεις της ουδετερότητας κατά τρόπο μάλλον ευνοϊκότερο παρά δυσμενή για μας» (σ. 153). Ο Γκράτσι φροντίζει να αποσείσει κάθε προσωπική ευθύνη, αλλά δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για το ότι η επίθεση ήταν ειλημμένη απόφαση: «Η πρεσβεία μέχρι τελευταίας στιγμής ετηρήθη στο σκοτάδι για τις πραγματικές προθέσεις της κυβερνήσεως, ώστε να βαυκαλίζεται με την ελπίδα ότι η ιδέα της επιθέσεως κατά της Ελλάδος ή δεν υπήρξε ποτέ ή είχε εγκαταλειφθεί» (259). Και ακόμα πιο κατηγορηματικά: «Τα πάντα είχαν υπολογισθεί ώστε ο πόλεμος να καταστεί αναπόφευκτος» (274).
Παραμένει μέχρι σήμερα μυστήριο για ποιον λόγο οι εκδότες του «Ημερολογίου» του Μεταξά, καθώς και μεγάλο μέρος της ελληνικής ιστοριογραφίας παραπέμπουν στον Γκράτσι για τις λεπτομέρειες εκείνης της ιστορικής βραδινής συνάντησης και όχι απευθείας στον Μεταξά. Αλλά ο δικτάτορας έχει φροντίσει εγκαίρως να περιγράψει τη δική του εκδοχή, αναφέροντας και την επίμαχη γαλλική φράση «alors, c’ est la guerre». Μόλις δέκα μέρες μετά τη συνάντηση, στις 9 Νοεμβρίου 1940, ο ιστορικός ιδρυτής και εκδότης της «Καθημερινής» Γεώργιος Βλάχος δημοσίευε ως προσωπική εκμυστήρευση του Μεταξά αυτές ακριβώς τις λεπτομέρειες. Το ότι η εκμυστήρευση αυτή ήταν μια σχεδιασμένη προπαγανδιστική κίνηση του καθεστώτος αποδεικνύεται από το γεγονός ότι την περιέλαβε αυτούσια το πρώτο τεύχος του «θεωρητικού» οργάνου της 4ης Αυγούστου, του «Νέου Κράτους», που κυκλοφόρησε αμέσως μετά την έναρξη του πολέμου (τχ. 38-39, Οκτώβριος- Νοέμβριος 1940, σ. 924-925).

Το ανύπαρκτο «Οχι»

Για ποιον λόγο δεν «αξιοποιείται» αυτή η μαρτυρία του ίδιου του Μεταξά από το 1940 και επιλέγεται η περιγραφή του Γκράτσι του 1945; Θα ήταν αστείο να θεωρούν οι απολογητές του Μεταξά πιο αξιόπιστο τον Ιταλό πρέσβη. Και βέβαια είναι δεδομένο ότι ο Γκράτσι είχε υπόψη του την αρχική εξιστόρηση του Μεταξά, έστω κι αν αποχώρησε από την Ελλάδα 4 μέρες πριν από την έκδοση του φύλλου της «Καθημερινής» με την περιγραφή του Βλάχου.
Το μυστήριο επιτείνεται από το γεγονός ότι το άρθρο της 8ης Νοεμβρίου 1940 με την επίμαχη διήγηση δεν περιλήφθηκε στη συλλογή άρθρων του Βλάχου για τον πόλεμο που κυκλοφόρησε το 1945 (Γ. Α. Βλάχος, «Αρθρα του πολέμου 1940-41», Αετός 1945), ενώ ανθολογείται σε πιο πρόσφατη συλλογή (Γεώργιος Α. Βλάχος, «Αρθρα στην Καθημερινή (1919-1951)», εκδ. Ζήδρος, Αθήνα 1990, σ. 401-403).
Η μόνη εξήγηση είναι ότι η φράση «alors, c’ est la guerre» έμοιαζε το 1945 «λίγη», από τη στιγμή που είχε επικρατήσει η εκδοχή του ξερού «Οχι», κάτι που το 1990 δεν ίσχυε πλέον.
Αλλά τι ακριβώς εννοούσε με αυτή τη διατύπωση ο Μεταξάς στις 28 Οκτωβρίου που την είπε (ή στις 9 Νοεμβρίου που την επινόησε μαζί με τον Βλάχο); Οι σημερινοί απολογητές του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου έχουν βαλθεί να μας πείσουν ότι η φράση ισοδυναμεί με μια περιφραστική εκδοχή του «όχι». Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι σοβαρός. Η έκφραση «c’ est la guerre» από μόνη της δηλώνει μια διαπίστωση, αλλά υπονοεί και αδυναμία αντίδρασης («αυτά έχει ο πόλεμος»), όπως η πολύ πιο συνηθισμένη «c’ est la vie» («αυτά έχει η ζωή»). Ο φιλόλογος και γλωσσολόγος Πασκάλ Τρεγκέρ σημειώνει ότι μ’ αυτή την παθητική έννοια η φράση χρησιμοποιείται από τον 16ο αιώνα σε γαλλικά βιβλία στρατιωτικής ιστορίας, αλλά προσθέτει ότι ήδη από τις αρχές του 20ού τη συναντούμε και σε αγγλικά βιβλία, σημάδι ότι είχε ήδη γίνει διεθνώς γνωστή, μ’ αυτή την έννοια της παραίτησης (https://wordhistories.net/2019/12/05/cest-la-guerre/).
Προσθέτοντας το «alors» ή το «donc» στην αρχή της, ασφαλώς η φράση μπορεί να μεταφραστεί όπως έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε, αλλά δεν παύει να ισοδυναμεί με μια παθητική στάση, μια διαπίστωση και όχι άρνηση. Το ότι δεν υπήρξε «Οχι» επιβεβαιώνεται από τον ίδιο τον Γκράτσι, τον οποίο εμπιστεύονται οι σύγχρονοι «τεταρταυγουστιανοί». Στις αναμνήσεις του ο Γκράτσι αναφέρει και τι άλλο του είπε ο Μεταξάς προτού καταλήξει εκεί: «Ο Μεταξάς με ρώτησε τότε αν μπορούσα να του καθορίσω τουλάχιστον ποια ήταν τα στρατηγικά σημεία επί του ελληνικού εδάφους που η ιταλική κυβέρνηση θα ήθελε να καταλάβει. Φυσικά, αναγκάσθηκα να του απαντήσω ότι δεν είχα την παραμικρή ιδέα. Ο Μεταξάς απήντησε: “Vous voyez bien que c’ est impossible” [σ.σ.: βλέπετε καθαρά ότι είναι αδύνατον]. Η ευθύνη του πολέμου αυτού βαρύνει αποκλειστικά την ιταλική κυβέρνηση» (σ. 285-286). Σύμφωνα, λοιπόν, με την εξιστόρηση του «αξιόπιστου» Γκράτσι, ο Μεταξάς διαμαρτυρήθηκε που δεν του δόθηκε αρκετός χρόνος για να πει «ναι».

Το «Ημερολόγιο» και η προπαγάνδα

Για το γεγονός ότι το «Οχι» υπήρξε δημιούργημα της πολεμικής προπαγάνδας υπάρχει και ένα τελευταίο στοιχείο. Οταν εκδηλώθηκε η γερμανική επίθεση εναντίον της Ελλάδας το πρωί της 6ης Απριλίου 1941, προβλήθηκε από τον ελεγχόμενο Τύπο ως το δεύτερο «Οχι». Αλλά βέβαια η επίσκεψη του Γερμανού πρέσβη Ερμπαχ στον πρωθυπουργό Κορυζή ταυτόχρονα με την έναρξη των εχθροπραξιών για την επίδοση της διακοίνωσης δεν μπορεί να επενδυθεί με τα φανταστικά στοιχεία της συνάντησης Μεταξά-Γκράτσι.
Οσο για το «Ημερολόγιο» του Μεταξά που εξακολουθεί να θεωρείται βασική πηγή για το «Οχι», ας συνυπολογιστεί το γεγονός ότι ο επιμελητής του επίμαχου τόμου, ο Παν. Μ. Σιφναίος (1904-1979), στον οποίο ανέθεσαν το έργο αυτό η χήρα και η κόρη του δικτάτορα, δεν ήταν ούτε φιλόλογος ούτε ιστορικός. Ο Σιφναίος, που κρύβεται πίσω από το ψευδώνυμο Βρανάς, υπήρξε αρχηγός της σκληρής αντι-ΕΑΜικής οργάνωσης «Εθνική Δράσις» (βλ. Τάσος Κωστόπουλος, «Το σχέδιο του εμφύλιου σπαραγμού», «Εφ.Συν.», 14.7.2018), υπουργός προεδρίας του Παπάγου, αλλά και υπουργός Παιδείας της χουντικής κυβέρνησης Μαρκεζίνη την περίοδο της αιματηρής καταστολής της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Πάνω απ’ όλα, όμως, υπήρξε «θεωρητικός» της ψυχροπολεμικής προπαγάνδας (βλ. σχετικά το πόνημά του «Στοιχεία Προπαγάνδας», που εκδόθηκε το 1950 από το ΓΕΣ ως επίσημο διδακτικό εγχειρίδιο για τα στελέχη του στρατού). Η πολιτική στράτευση του Σιφναίου (έστω και ως Βρανά) και η ιδεολογική του ταύτιση με τον δικτάτορα είναι διάχυτη στον επίμαχο τόμο του «Ημερολογίου». Και η σχέση του με το βαθύ κράτος της μετεμφυλιακής Δεξιάς μαρτυρείται και από την επιλογή του ως μάρτυρα κατηγορίας το 1965 κατά του δημοσιογράφου Μπέρτσου που αποκάλυψε το σκάνδαλο με τα μυστικά κονδύλια της ΕΡΕ.
Ο Σιφναίος περιλαμβάνει στον τόμο και απόσπασμα από το ανέκδοτο ημερολόγιο ενός άλλου τεταρταυγουστιανού υπουργού, του Αμβρόσιου Τζίφου, επίσης στενού συνεργάτη και ομοϊδεάτη του Μεταξά, ο οποίος καταγράφει την ίδια φράση με μια ανεπαίσθητη αλλαγή («donc, c’ est la guerre»), ενισχύοντας έτσι την αληθοφάνειά της.
Ολα αυτά θα είχαν μικρή σημασία, αν το ανύπαρκτο αυτό «Οχι» δεν χρησιμοποιούνταν σήμερα ως επιχείρημα όσων επιχειρούν τον εξαγνισμό του δικτατορικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Το ζήσαμε πριν από λίγα χρόνια με την ανάδειξη του Μεταξά από τον «ΣΚΑΪ» ως ενός από τους 100 «Μεγάλους Ελληνες» και μάλιστα στη θέση 32, μόλις δύο θέσεις κάτω από τον Ρήγα και πιο πάνω από τον Καραϊσκάκη, τον Σολωμό, τον Θεμιστοκλή και τον Θουκυδίδη.
Οι ίδιοι άνθρωποι δεν διστάζουν να εξαγνίσουν και το καθεστώς της χούντας, συκοφαντώντας την αντιδικτατορική αντίσταση και ειδικά την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ο ίδιος ο Σιφναίος είναι εκείνος που όταν κλήθηκε να καταθέσει στη δίκη για τη σφαγή του 1973 ισχυρίστηκε ότι «υπάρχει αλληλουχία μεταξύ των γεγονότων του Πολυτεχνείου και της απωλείας 500.000 Ελλήνων της Κύπρου», ανοίγοντας τον δρόμο στους σημερινούς ακροδεξιούς συκοφάντες. Σύμφωνα με την κατάθεσή του (18.11.1975), το βράδυ της 16ης Νοεμβρίου 1973 ήταν μέχρι τα μεσάνυχτα στο σπίτι του πρέσβη των ΗΠΑ, Τάσκα, και από κει μάθαινε τις εξελίξεις.

Δημήτρης Ψαρράς