Macro

Δημήτρης Χριστόπουλος: Θράκη: Μέσα σε λίγες μέρες πολλά χρόνια πίσω

Υπάρχουν στιγμές που η υποκρισία καταντά ανοησία σκέτη. Η Νέα Δημοκρατία ωρύεται προς τη μειονότητα, είστε μουσουλμανική και όχι τουρκική αλλά με την πρακτική της, αναγορεύοντας το προξενείο της Τουρκίας στην Κομοτηνή σε αόρατο χέρι επηρεασμού της εκλογικής συμπεριφοράς στην περιοχή, τους λέει ουσιαστικά είστε Τούρκοι και αυτό απαγορεύεται στην Ελλάδα.
 
Διότι πώς αλλιώς θα μπορούσε να τους επηρεάζει το τουρκικό προξενείο; Θα μπορούσε μήπως να τους επηρεάζει η κινεζική πρεσβεία ή το προξενείο της Αργεντινής; Δεν είναι δυνατό να λες σε μια μειονότητα ότι χειραγωγείται από τη μητέρα-πατρίδα, να την εγκαλείς ουσιαστικά για αντεθνική δράση και την ίδια στιγμή να προσποιείσαι ότι η μειονότητα δεν έχει εθνικά στοιχεία. «Χειραγωγείστε από το προξενείο! Είστε αντεθνικά στοιχεία, είστε η εθνική εξαίρεση – ήμαρτον – αλλά εθνική μειονότητα δεν είστε. Μουσουλμάνοι είστε».
 
Έχουμε μια σοβαρή δυσανεξία στην Ελλάδα να αποδεχθούμε ότι κάποιος μπορεί να είναι εθνοτικά Τούρκος και να είναι άξιος Έλληνας πολίτης. Για τον λόγο αυτόν, δεν λέμε «Τούρκος», αλλά «τουρκογενής». Ο όρος «τουρκογενής» ξεκινάει να χρησιμοποιείται νωρίς στη δεκαετία του ΄90 όταν για πρώτη φορά μετά το 1955 η Ελλάδα αναγκάζεται να αλλάξει μερικώς πλεύση και να αναγνωρίσει τις εθνοτικές ομάδες που συγκροτούν τη μουσουλμανική μειονότητα.
 
Και επειδή ο όρος «εθνοτικά Τούρκος» είναι βλάσφημος, επινοήσαμε το «τουρκογενής». Αυτά τα γνωρίζουν και οι πέτρες στην περιοχή. Όπως γνωρίζουν ότι όλοι, μα όλοι, οι μειονοτικοί υποψήφιοι μιλούνε για και σε «Τούρκους». Είτε είναι ΝΔ είτε ΠΑΣΟΚ είτε ΣΥΡΙΖΑ είτε παλιότερα ΔΗΜΑΡ ή Δημοκρατική Συμμαχία, το πάλαι ποτέ κόμμα της Ντόρας Μπακογιάννη.
 
Δεν υπάρχει λοιπόν καμία «ανακάλυψη» σήμερα για το ότι οι άνθρωποι αναφέρονται σε Τούρκους. Διότι, η μειονότητα στην πλειοψηφία της νιώθει τουρκική, επομένως θα ήταν ανόητο να απευθύνονται σε άλλους. Η υποτιθέμενη «αποκάλυψη» ότι ο αποσυρθείς από τη ΝΔ υποψήφιος μιλούσε για Τούρκους, περιέχεται στο έγγραφο της ΕΥΠ που ο ίδιος ο προηγούμενος πρωθυπουργός έστειλε στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
 
Το πιο παράδοξο είναι ότι η ίδια η Νέα Δημοκρατία αποκάλυψε την αποστολή του εγγράφου ώστε να φανεί πόσο «εθνικά ανεύθυνος» είναι ο Τσίπρας, αφού ήξερε τι έλεγε ο υποψήφιός του και δεν τον έδιωξε. Αλήθεια τότε, ο Κυριάκος Μητσοτάκης τι είναι που έστειλε έγγραφο που αναφερόταν στον δικό του υποψήφιο που έλεγε τα ίδια με τον του ΣΥΡΙΖΑ;
«Οπότε τώρα τι να κάνω; … Αν δε μας στηρίξετε, τα πράγματα θα είναι πολύ δύσκολα.»
 
Η δυναστεία Μητσοτάκη θεωρεί πως έχει μια εμπράγματη σχέση με τη μειονότητα της Θράκης. Όπως φάνηκε και από τον «bossy» (κατ’ ευφημισμόν αρθρογράφου της Καθημερινής – πιο Godmother για μένα -) τρόπο που απευθυνόταν η Ντόρα Μπακογιάννη στους μειονοτικούς, η οικογένεια είναι βαθιά πεισμένη ότι η μειονότητα κατά κάποιον τρόπο τους «ανήκει».
 
Αυτό είναι η κληρονομιά του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη που υπήρξε ωστόσο –προς τιμήν του– ο πρώτος Έλληνας πρωθυπουργός της Μεταπολίτευσης που στις αρχές της δεκαετίας του ΄90 μίλησε για «ισονομία-ισοπολιτεία» στη μειονότητα και προχώρησε στην κατάργηση των λεγομένων «διοικητικών μέτρων», των διακρίσεων δηλαδή σε βάρος της.
 
Οι συστηματικές αυτές διακρίσεις από τα μέσα του 20ού αιώνα, ως αντίποινα δηλαδή στα όσα υπέστη η ελληνική μειονότητα της Πόλης, είχαν τρία αποτελέσματα.
 
Το πρώτο ήταν η πληθυσμιακή στασιμότητα της μειονότητας, κυρίως λόγω των αφαιρέσεων της ιθαγένειας ως το 1998. Το δεύτερο ήταν η συσπείρωσή της γύρω από τον τουρκικό εθνικισμό και το προξενείο, με αποκορύφωμα τις ανεξάρτητες υποψηφιότητες στην Κομοτηνή και την Ξάνθη στα τέλη της δεκαετίας του ΄80. Το τρίτο ήταν πως η απαγόρευση της χρήσης του όρου «τούρκος», «τουρκικός» ή «τουρκική» για τη μειονότητα και τους συλλόγους της είχε ως αποτέλεσμα για πρώτη φορά το 1990 την ανοιχτή αντιπαράθεση μιας ως τότε παθητικής και φοβισμένης ομάδας με την ελληνική πολιτεία. Να θυμίσουμε ότι όσες φορές αυτές οι υποθέσεις έφτασαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η Ελλάδα καταδικάστηκε.
 
Οι έκτοτε προσπάθειες της χώρας μας να υπερτονιστεί η εθνοτική καταγωγή και η βαρύτητα των άλλων δύο ομάδων που συνθέτουν τη μειονότητα, Πομάκοι και Τσιγγάνοι, είχαν περιορισμένη απήχηση. Κοινώς, η Ελλάδα εξέθρεψε με την πολιτική της για 40 χρόνια, τον εφιάλτη της. Το να προσποιείται ότι τον ανακάλυψε σήμερα και να το βάζει με ευθύνη του μεγαλύτερου κόμματος ως όπλο στη φαρέτρα της προεκλογικής αντιπαράθεσης είναι ό,τι χειρότερο για τις σχέσεις της μειονότητας με την κοινωνία. Ό,τι χειρότερο για τη Θράκη…
 
Δυστυχώς, η επιλογή της Δεξιάς να μιλήσει με τέτοιο τρόπο το μειονοτικό και να το ανάγει σε κεντρικό προεκλογικό θέμα το 2023, μας πηγαίνει πολύ πίσω στο χρόνο. Η ανάταξη δεν θα είναι εύκολη υπόθεση. Η εκσυχρονισμένη εθνικοφροσύνη, τα πιστοποιητικά εθνικών φρονημάτων που ζητά η Νέα Δημοκρατία είναι φρικαλέα υπόθεση όχι μόνο για Θράκη, αλλά και για την πολιτική αντιπαράθεση σε μια δημοκρατία.
 
Αν η Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία χρωστά στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη ένα μεγάλο βήμα μπρος στη Θράκη, χρεώνει στο γιό του δύο μεγάλα βήματα πίσω.
 
ΥΓ. Αν και η ευθύνη για την ανάδειξη του μειονοτικού σε προεκλογικό επίδικο, ανήκει πλήρως στη Νέα Δημοκρατία, αυτό δεν σημαίνει ότι και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει το μερίδιο του. Όχι γι’ αυτό που συμβαίνει σήμερα, αλλά γι’ αυτό που συνέβαινε στη Θράκη σε όλη τη διάρκεια της δικής του διακυβέρνησης.
 
Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ άφησε αυτό το ζωτικό ζήτημα στον κυβερνητικό εταίρο, τους ΑνΕλ, ενώ οι νευραλγικές υπηρεσίες στην περιοχή στελεχώθηκαν με ιδεοληπτικά πρόσωπα αρνητικά διακείμενα απέναντι στους μειονοτικούς. Κοινώς, από το 2014 ως σήμερα έγινε εξαιρετικά μεγάλη ζημιά στις σχέσεις της μειονότητας και της Αριστεράς.
 
Αλήθεια, το ότι βγαίνει σήμερα πρώην διπλωματικός σύμβουλος του ίδιου του Αλέξη Τσίπρα, Γ. Αυφαντής και ουσιαστικά λέει πως η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ελέγχεται από την Τουρκία ενώ υποψήφιοι του ΣΥΡΙΖΑ στη Ροδόπη εγκαλούν άλλους «συντρόφους» τους ότι είναι η τουρκική πέμπτη φάλαγγα την επομένη των εκλογών, δείχνει πώς – και στη Θράκη – ο ΣΥΡΙΖΑ πυροβόλησε τα πόδια του.
 
Και τα πυροβόλησε διότι για όσα χρόνια κυβέρνησε δεν έδειξε το σθένος να τα βάλει με όλους τους μηχανισμούς του βαθέως κράτους που έχουν εδραιωθεί στην περιοχή. Και όχι μόνο δεν τους αντιμετώπισε, αλλά προκειμένου να τους καταπραΰνει, θέλησε να τους προσεταιριστεί και να τους ενσωματώσει. Η Νέα Δημοκρατία είδε το αίμα και αδίστακτα όρμησε. Αυτό ζούμε σήμερα.

Δημήτρης Χριστόπουλος