Macro

Δημήτρης Χριστόπουλος: 5 σημεία για την εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας

Με ενεκάλεσε χθες ένας συνάδελφος σε μια συζήτηση σχετικά με τον νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, λέγοντάς μου πως “ό,τι και να πρότεινε ο Μητσοτάκης, όχι θα εισέπραττε” και πως “άπαξ αποφάσισε να κάνει δεξιό αρχηγό κράτους, τότε όλοι εσεις [εμείς, δηλαδή] θα είστε απέναντι.”
Σκέφτoμαι επ’αυτών τα εξής :
1/ Όταν προτάθηκε η Κ. Σακελλαροπούλου πολλοί αριστεροί επιδοκιμάσαμε. Όχι όλοι και όχι ανέφελα φυσικά. Γνωρίζαμε ότι μια επιλογή με τα προοδευτικά χαρακτηριστικά της πρώην Προέδρου του ΣτΕ, (και μάλιστα με εισήγηση κυβέρνησης Τσίπρα), είχε όρια, αλλά στηρίξαμε για διάφορους λόγους. Τα όρια αυτά φάνηκαν στην πορεία και μάλιστα σε βαθμό πολύ ενοχλητικό: θυμίζω φωτογραφήσεις στον φράχτη Έβρου και άλλα πολλά που δεν έχει νόημα να απαριθμηθούν τώρα. Η ουσία πάντως είναι ότι η προηγούμενη επιλογή Μητσοτάκη είχε, τουλάχιστον στον πρώτο καιρό της θητείας της, εντελώς άλλο εκτόπισμα από την τελευταία, είτε μας άρεσε – είτε όχι.
2/Θυμάμαι έναν άλλο Πρόεδρο Δημοκρατίας προερχόμενο κι αυτόν από τα σωθικά της συντηρητικής παράταξης, τον Κ. Στεφανόπουλο, ο οποίος έχει μάλλον καταγραφεί ως ο πιο πετυχημένος Πρόεδρος της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας. Έχει βέβαια σημασία ότι δεν προτάθηκε από την ίδια τη ΝΔ αλλά από το ΠΑΣΟΚ, αλλά περισσότερο σημασία έχει η θητεία του και το αποτύπωμά της. Ο Στεφανόπουλος – γέννημα θρέμα της Δεξιάς και μάλιστα όχι της “φωτισμένης”, (όπως λέγαμε τότε) – προχώρησε ως νους. Ως πρόεδρος φάνηκε ότι ήταν σε θέση να αναστοχαστεί αυτοκριτικά πολλά πεπραγμένα του παρελθόντος για τα οποία η παράταξή του ευθύνονταν και για το λόγο αυτόν αγαπήθηκε διαπαραταξιακά από τους πολίτες. Όταν ο Ψωμιάδης έλεγε “Έλληνας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι” , αυτό δηλαδή που υπαγόρευε μέχρι το 2010 ο Κώδικας Ελληνικής ιθαγένειας, ο άνθρωπος είχε το σθένος να πει ότι Έλληνες είναι “οι της ημετέρας παιδείας μετέχοντες” ή το σθένος να πει στον Κλίντον πράγματα που ουδείς συντηρητικός Έλληνας πολιτικός είχε πει δημοσίως ως τότε σε Αμερικάνο πρόεδρο. Βέβαια, ήταν και η συγκυρία πολύ ευκολότερη και λιγότερο διχαστική από τώρα και αυτό διευκόλυνε το έργο του. Οι μεταγενέστεροι πρόεδροι, μετά το 2010 είχαν πολύ πιο δύσκολη δουλειά, ανεξάρτητα από τις δικές τους δεξιότητες.
3/ Η επιλογή Τασούλα τα ξεπερνά αυτά. Τα κάνει σκόνη όλα: λαό, πολίτευμα και πρωτίστως τον θεσμό του Πρόεδρου τον ίδιο. Το δόγμα που μέχρι τη δεκαετία του ΄50 ήταν «ο βασιλιάς μπορεί να διορίσει πρωθυπουργό ακόμα και τον κηπουρό του», τώρα έγινε “ο πρωθυπουργός μπορεί να διορίσει πρόεδρο ακόμη και τον κηπουρό του”. Τους ανθρώπους που ενδιαφέρονται για το κύρος του πολιτεύματος και τη συναίνεση γύρω από τις αρχές του, η επιλογή του νέου αρχηγού του ελληνικού κράτους είναι ένα σενάριο που τους αποτελειώνει. Για το λόγο αυτό, η δήλωση Μητσοτάκη πως η εκλογή Τασούλα υπήρξε “θεσμική νίκη του πολίτευματος” είναι από τις μεγαλύτερες ύβρεις εναντίον του πολίτευματος που του χρεώνονται κατά τη διάρκεια της θητείας του. Θυμίζω πως ο Τασούλας είναι ο πρώτος Πρόεδρος που προέρχεται από το κόμμα που κυβερνάει. Το αναπάντεχα καλό “έθιμο” που είχαμε ως τώρα, ο πρωθυπουργός να μην προτείνει πρόεδρο από το κόμμα του, καταστρατηγήθηκε. “Θεσμική νίκη”…
Όμως, όπως λέει ένας φίλος, “βρίσκει και τα κάνει”…
4/ Η άποψή μου από την αρχή ήταν ότι η αντιπολίτευση έπρεπε ευθύς εξαρχής να απέχει από τις ψηφοφορίες και όχι να προτείνει ή να αποδεχθεί υποψηφίους. Xάρηκα πολύ λοιπόν που το έγραψε ο Αντίφωνο Κωστής Παπαϊωάννου πριν λίγες μέρες. Αυτό θα ήταν ένα κάποιο μήνυμα, τουλάχιστον. Το να προτείνεις υποψηφίους σε ένα τόσο σημαδεμένο παιχνίδι με τους θεσμούς, είναι σα να το αποδέχεσαι. Το θεωρώ λάθος από τη βάση του.
Προσπαθούσα πριν λίγο καιρό να εξηγήσω στους φοιτητές πρώτου εξαμήνου “τι χρειάζεται ένας πρόεδρος δημοκρατίας χωρίς αρμοδιότητες” και ομολογώ πως η απάντησή μου δεν ήταν από τις πιο πειστικές που έχω δώσει.
Φαντάζομαι ότι τώρα θα ήμουν ακόμη λιγότερο πειστικός και αυτό με ανησυχεί.
5/ Πέρα από τη θεσμική διάσταση του θέματος που αφορά τον τρόπο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, το μείζον ζήτημα του ελληνικού πολιτεύματος δεν είναι το γεγονός ό,τι ο Πρόεδρος δεν έχει αρμοδιότητες, αλλά το ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός είναι θεσμικά μάλλον ο ισχυρότερος στην ΕΕ, μετά την αποχώρηση της Αγγλίας. Σε μια χώρα όπου τα θεσμικά αντίβαρα ασθενούν με τον τρόπο που ασθενούν στην Ελλάδα, αυτό είναι ζωτικά επικίνδυνο. Τον κίνδυνο αυτό βιώνουμε διαρκώς, απλώς εσχάτως βρισκόμαστε σε κατάσταση μάλλον μη ανατάξιμη. Η ζημιά της επιλογής Τασούλα για την προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας έχει ήδη γίνει. Ξεπερνάει τα χρονικά όρια της θητείας του καθώς συντελεί αποφασιστικά στην διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος απόλυτης ηθικής υπονόμευσης και απονομιμοποίησης του θεσμού αυτού σε μακρά διάρκεια.
Οι καιροί δύσκολοι.

Δημήτρης Χριστόπουλος