Macro

Αρθρο 86: συνεδριάστε, παραγράψτε, τελειώσατε!

Ολες οι συνταγματικές και νομοθετικές πρωτοβουλίες διαχρονικά έχουν διακηρυγμένο βασικό στόχο να περιορίσουν τα φαινόμενα διαφθοράς, διαπλοκής και κατάχρησης εξουσίας. Την ίδια όμως στιγμή που ξεκινάει (αν και όταν ξεκινήσει) η διερεύνηση και κυρίως η διαδικασία απόδοσης ευθυνών μετά τις αποκαλύψεις των ΜΜΕ και της εκάστοτε αντιπολίτευσης, αρχίζει και η αντίστροφη επιχειρηματολογία περί πολιτικών διώξεων, σκευωριών και συνωμοσιών.

Είναι αλήθεια ότι ιστορικά οι αντιπολιτευτικές «βεντέτες» και ο ρεβανσισμός στοχοποίησαν όχι μόνο πολιτικούς αλλά ακόμα και ολόκληρα κόμματα. Συχνά πολιτικοί και ισχυροί οικονομικοί παράγοντες του κατεστημένου πρωταγωνίστησαν στη διαπόμπευση. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, η οργανωμένη από τους κύκλους της μοναρχίας εκστρατεία κατά του μεταρρυθμιστή Ελ. Βενιζέλου το 1932 με το σύνθημα «έξω οι κλέφτες» και φυσικά ο εξοστρακισμός ολόκληρου του ΠΑΣΟΚ το «βρόμικο ’89» με αφορμή το σκάνδαλο Κοσκωτά.

Η συνήθης όμως κατάληξη στις περισσότερες υποθέσεις όπου φέρονται να εμπλέκονται πολιτικοί είναι το γνωστό δίχτυ προστασίας των διατάξεων περί ευθύνης υπουργών.

Σήμερα για μία ακόμα φορά το θέμα του άρ. 86 του Συντάγματος και οι διατάξεις περί ευθύνης υπουργών μπαίνουν ξανά στο μικροσκόπιο των κομμάτων με πρωτοβουλία της κυβέρνησης. Η τιμωρία όσων πολιτικών καταχράστηκαν την εξουσία προκειμένου να ισχυροποιήσουν τη δύναμη και την παρουσία τους, ενίοτε δε και με το αζημίωτο, παραμένει ζητούμενο στην Ελλάδα της γρήγορης «παραγραφής».

Καραμπινάτες υποθέσεις σκανδάλων «σέρνονται» για δεκάδες χρόνια μεταξύ Βουλής και Δικαιοσύνης κατεβάζοντας στο ναδίρ την εμπιστοσύνη του κόσμου στο πολιτικό προσωπικό. Σκάνδαλα που στραγγάλισαν την ελληνική οικονομία και τις τράπεζες άφησαν κατά κανόνα αλώβητους τους εκάστοτε αξιωματούχους που είτε διευκόλυναν είτε αδιαφόρησαν είτε και πλούτισαν βασισμένοι στην ασυλία και την ισχύ της εξουσίας. Τις ολέθριες συνέπειες της διαφθοράς, της διαπλοκής και της ατιμωρησίας τις γεύτηκαν και τις γεύονται ακόμα οι πολίτες και η οικονομία της χώρας.

Από το 1844 θεσμοθετήθηκε η πρόβλεψη για τις ευθύνες υπουργών στο Σύνταγμα με διακυμάνσεις και διαφοροποιήσεις μέχρι το χουντικό κατασκεύασμα του 1967. Στη συνέχεια το Σύνταγμα της κυβέρνησης Καραμανλή (1975) διαμόρφωσε τα σχετικά άρθρα 85-86, ενώ έγιναν αλλαγές με την αναθεώρηση του 2001 και τις μετέπειτα τροποποιήσεις των σχετικών με τα άρθρα του Συντάγματος νόμων.

Η προστασία επί χούντας

Οι δικτάτορες θεσμοθέτησαν απολύτως τη μελλοντική ασυλία τους, με ρυθμίσεις που κάνουν τα σημερινά κουκουλώματα να μοιάζουν με παιδικό παιχνίδι. Η χουντική νομοθεσία «περί ευθύνης υπουργών» (Ν.Δ. 802 της 30.12.1970) περιείχε «μεταβατική διάταξη» (§ 48) βάσει της οποίας δίωξη υπουργού ή υφυπουργού της χούντας μπορούσε να γίνει μόνο με απόφαση των… συναδέλφων του.

Επιπλέον, όλα τα «εγκλήματα διά τα οποία δεν ησκήθη ποινική δίωξις μέχρι της ημέρας συγκλήσεως» της μελλοντικής Βουλής, θεωρούνταν αυτομάτως παραγεγραμμένα! Ειδική κατηγορία σκανδάλων συνιστούσαν τότε οι ανεξέλεγκτες δανειοδοτήσεις «ημετέρων»! («Εφτά χρόνια αρπαχτή, απολαβές και ασυλία», Ιός, «Ελευθεροτυπία» 25/7/2010).

Η προστασία επί Κων/νου Καραμανλή

Κωνσταντίνος Καραμανλής
Κωνσταντίνος Καραμανλής |

Τα άρθρα 85 και 86 του Συντάγματος προέβλεπαν ότι υπουργοί και υφυπουργοί είναι συλλογικά υπεύθυνοι για τη γενική πολιτική της κυβέρνησης, αλλά ο καθένας είναι ταυτόχρονα υπεύθυνος για πράξεις ή παραλείψεις της αρμοδιότητάς του σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων περί ευθύνης υπουργών.

Η Βουλή έχει το δικαίωμα να κατηγορεί αν κρίνει ότι παραβιάστηκαν οι νόμοι περί ευθύνης υπουργών ενώπιον του (ειδικού) δικαστηρίου με πρόεδρο τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου και μέλη 12 δικαστές. Η προστασία αφορούσε όχι μόνο τους εν ενεργεία υπουργούς αλλά και όσους είχαν διατελέσει υπουργοί και υφυπουργοί.

Δίωξη ή ανάκριση ή προανάκριση για πράξεις ή παραλείψεις που τελέστηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν επιτρέπεται αν δεν αποφασίσει πρώτα η Βουλή. Επίσης αν στη διάρκεια διοικητικής εξέτασης προέκυπταν στοιχεία που μπορούσαν να θεμελιώσουν ευθύνη υπουργού, τότε ο εισαγγελέας έπρεπε να διαβιβάσει την ολοκληρωμένη δικογραφία στη Βουλή, διότι μόνο η Βουλή είχε δικαίωμα να αναστείλει την ποινική δίωξη.

Εάν δε για οποιονδήποτε λόγο δεν έφτανε στο στάδιο της περαίωσης μια υπόθεση ή προηγούνταν παραγραφή η Βουλή είχε δικαίωμα να συστήσει ειδική επιτροπή (όχι μόνο από δικαστικούς αλλά και από βουλευτές) για τον έλεγχο της κατηγορίας.

Τελικά η σχετική διάταξη που προέβλεπε το άρθρο 86 εκδόθηκε μόλις τον Ιούλιο του 1997 μετά το δικαστικό θρίλερ του 1989.

Ηταν ο Γ.-Α. Μαγκάκης ένας από τους βουλευτές που είχαν εκφράσει τότε τις αντιρρήσεις τους για το άρ. 86 που παρέπεμπε σε μελλοντικές διατάξεις τον τρόπο αναζήτησης υπουργικών ευθυνών. «Τυχόν αδικήματα σχετιζόμενα με περιουσιακή βλάβη του Δημοσίου ή Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου εξαιρέθηκαν και σωστά από τα αδικήματα που έγιναν στην επταετία για τα οποία και δόθηκε (με ψήφισμα) εξάμηνη προθεσμία και υπάρχει επομένως ανάγκη ρυθμίσεως του θέματος αυτού (σ.σ. της παραγραφής)».

Η μεταβατική διάταξη, υποστήριξε τότε ο Γ.-Α. Μαγκάκης, αφορά μόνο αδικήματα που έχουν ήδη διαπραχθεί. «Εδώ ομιλούμε περί μελλοντικών αδικημάτων τα όποια χρήζουν ρυθμίσεως διά παγίας διατάξεως», επέμεινε.

Η επί λέξει απάντηση του τότε υπουργού Δικαιοσύνης Κ. Στεφανάκη ήταν ότι «τον ειδικόν νόμον επειδή ανησυχεί και ο κ. Α. Κακλαμάνης θα τον φέρωμεν ίσως σε 2-3 μήνες».

Παρεμβαίνει ξανά ο Γ.-Α. Μαγκάκης λέγοντας ότι ουσιαστικά ο χουντικός νόμος εξακολουθεί να ισχύει ως προς την παραγραφή, χαρακτηρίζοντας το γεγονός αυτό «αδιανόητο». Και οι παρεμβάσεις του ΠΑΣΟΚ τότε επισήμαιναν ότι διαχωρίζονται οι υπουργοί από τους υπόλοιπους πολίτες. Τα άρθρα τελικά ψηφίστηκαν (από τα Επίσημα Πρακτικά της Βουλής του 1975).

Η προστασία διά χειρός ΠΑΣΟΚ

Οι αναθεωρημένες συνταγματικές ρυθμίσεις υπερψηφίστηκαν τελικά το 2001 από τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ., ενώ προηγουμένως είχε μεσολαβήσει η αναστολή της δίωξης του Κων/νου Μητσοτάκη και υπουργών της κυβέρνησής του το 1994. Η αναθεωρητική διαδικασία ξεκίνησε το 1995 και ολοκληρώθηκε το 2001. Δύο χρόνια αργότερα ήλθε ο εκτελεστικός νόμος «Περί ευθύνης υπουργών» (νόμος 3126/2003) με εισήγηση του τότε υπουργού Δικαιοσύνης Φίλιππου Πετσάλνικου, αλλά υπερψηφίστηκε από τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και των κομμάτων της Αριστεράς και όχι από τη Ν.Δ.

Ο περίφημος νόμος Βενιζέλου δεν άλλαξε δραστικά το δίχτυ προστασίας, αντίθετα -εκ του αποτελέσματος- μάλλον το κατέστησε ακόμα πιο στέρεο. Επεκτάθηκε μεν ο χρόνος αρμοδιότητας για την άσκηση δίωξης μέχρι και το τέλος της επόμενης τακτικής συνόδου. Αυτή ήταν η βασική αλλαγή που θεωρητικά τουλάχιστον απέτρεπε την κάθε κυβέρνηση να δίνει άφεση αμαρτιών στους υπουργούς της, πρακτικά όμως προέβλεπε μια εξαιρετικά σύντομη παραγραφή ειδικά όταν σπάνια εξαντλείται η τετραετία μιας κυβέρνησης.

Επίσης με επαναφορά διάταξης που ίσχυε και επί χούντας η δικογραφία διαβιβαζόταν πλέον στη Βουλή όχι στο τέλος ενός διοικητικού ελέγχου, αλλά σε όποιο στάδιο ο εισαγγελέας προσέκρουε σε όνομα υπουργού ή υφυπουργού. Αυτομάτως τότε η εισαγγελική έρευνα διακοπτόταν. Περιλήφθηκαν στο δίχτυ προστασίας όλα τα αδικήματα αξιωματούχων και όχι μόνο τα διοικητικά. Για όλα πλέον μόνη να αποφασίσει ήταν η Βουλή με τις γνωστές πολύπλοκες διαδικασίες. Τέλος, ο νόμος απαγόρευε στη Βουλή να νομοθετήσει για ιδιώνυμα υπουργικά αδικήματα.

Τα επιχειρήματα του Β. Βενιζέλου

Ο Β. Βενιζέλος ισχυρίζεται ότι η αναθεώρηση του 2001 κατέστησε αυστηρότερες τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 86 του Συντάγματος που θέτει το πλαίσιο και τη διαδικασία για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά υπουργών, όμως αναγνωρίζει ότι μετά το κλίμα που δημιουργήθηκε την περίοδο 1989-1994, το βασικό ζήτημα που προέκυψε ήταν η κάθε νέα κυβέρνηση να μην ποινικοποιεί τις επιλογές της προηγούμενης κυβέρνησης για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας ή «βεντέτας».

Ο Β. Βενιζέλος αναφέρεται στα μεγάλα σκάνδαλα του 2007-2009 (Βατοπέδι, δομημένα ομόλογα κ.λπ.), αποδίδοντας όμως τις ευθύνες για τη μη ποινική παραπομπή υπουργών όχι στο γράμμα του νόμου αλλά στη μεθόδευση της τότε κυβέρνησης της Ν.Δ. με την πρόωρη διάλυση της Βουλής που αυτομάτως σήμαινε παραγραφή.

Επισημαίνει ότι η Ν.Δ. παραβίασε τότε το άρθρο 86 του Συντάγματος και για τον λόγο αυτό πρότεινε ο ίδιος την τροποποίηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών το 2007, που έγινε ωστόσο πράξη το 2010 από τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης Χάρη Καστανίδη.

Οι αλλαγές αφορούσαν τη συγκρότηση συμβουλίου από δικαστικούς λειτουργούς για τον προκαταρκτικό έλεγχο της κάθε κατηγορίας και την υποβοήθηση του έργου της Βουλής ήδη από το πρώτο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης. Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι χρειάζεται ξανά αναθεώρηση του άρθρου 86 του Συντάγματος, διότι πάντα μια κυβερνητική πλειοψηφία θέλει να προστατεύει τα παρανομούντα στελέχη της.

Επιμένει ότι συκοφαντείται το Σύνταγμα, ενώ το άρ. 86 είναι εμπλουτισμένο πλέον και με το αδίκημα της διακίνησης μαύρου χρήματος το οποίο δεν υπόκειται στην προβλεπόμενη χρονική παραγραφή «εφόσον διασώζεται το προϊόν του εγκλήματος» (από τον προσωπικό ιστότοπο του Β. Βενιζέλου).

Σε κάθε περίπτωση ήταν εκείνος που αντέδρασε σφοδρά στην ανοιχτή πρόταση της Φώφης Γεννηματά προς τον Αλέξη Τσίπρα να προχωρήσει η αναθεώρηση του Συντάγματος.

…δεύτερος ο Κυριάκος

Η πρόταση του Νοεμβρίου του 2006 βουλευτών της Ν.Δ., μεταξύ των οποίων και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, και του Αν. Λοβέρδου πράγματι αφορούσε την αναθεώρηση του συγκεκριμένου άρθρου και τροποποίηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών, αλλά για λόγους που ο κ. Μητσοτάκης δεν μας εξήγησε, αυτό δεν προχώρησε μέχρι και το 2014. Σήμερα ο ίδιος δηλώνει πλέον ότι το κόμμα του θα λάβει μέρος στη συζήτηση χωρίς την προϋπόθεση να διεξαχθούν πρώτα οι εκλογές.

Ηταν όμως ο Ι. Βαρβιτσιώτης (πρώην υπουργός Δικαιοσύνης) εκείνος που λίγους μήνες νωρίτερα, στις 28/5/2006, δήλωνε στο «Βήμα» ότι «η νέα διατύπωση του 2001 δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας σύγχρονης δικαιοκρατικής κοινωνίας. Διότι θεσμοθετήθηκε μια εξαιρετικά πολύπλοκη διαδικασία για την ποινική δίωξη των υπουργών, η οποία πολύ δύσκολα μπορεί να καταλήξει στην παραπομπή τους στο ακροατήριο. Συγκεκριμένα, χρειάζεται να αποφασίσει το Κοινοβούλιο δύο φορές ώστε να ασκηθεί ποινική δίωξη.

Είναι προφανές ωστόσο ότι αν ο «εγκαλούμενος» υπουργός ανήκει στο κόμμα που διαθέτει την πλειοψηφία στη Βουλή, τότε η λήψη αποφάσεως της Βουλής, τόσο για τη σύσταση της ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής που θα διενεργήσει την προκαταρκτική εξέταση όσο και την τελική κρίση για τη δίωξη, καθίσταται σχεδόν αδύνατη.

Το πλέον όμως σκανδαλώδες είναι το προτελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 86, σύμφωνα με το οποίο η Βουλή μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητά της (να συστήσει δηλαδή επιτροπή και να ασκήσει δίωξη) μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου.

Με τη διάταξη αυτή η ατιμωρησία καθίσταται σχεδόν βεβαία για τα αδικήματα που τελέστηκαν κατά την τελευταία σύνοδο της προηγούμενης βουλευτικής περιόδου εφόσον το ίδιο κόμμα κερδίσει τις εκλογές. H προθεσμία αυτή είναι προφανές ότι είναι ασφυκτική και οδηγεί στην εξάλειψη του αξιόποινου των πράξεων μέσα σε ελάχιστα χρόνια από την τέλεσή τους».

Σχόλιο του Ν. Παρασκευόπουλου

Η μεταρρύθμιση του άρθρου 86 του Συντάγματος για την ποινική ευθύνη των πολιτικών φαίνεται να βρίσκει σύμφωνα όλα τα κόμματα και να ικανοποιεί την κοινωνία. Στη συμφωνία αυτή όμως φτάνουμε με κίνητρα όχι απλώς διαφορετικά, αλλά αντιμαχόμενα. Για τους μεν, στους οποίους ανήκει και το κυβερνητικό κόμμα, η μεταρρύθμιση πρέπει να εξυπηρετήσει τη δίκαιη και αποτελεσματική καταπολέμηση της διαφθοράς στην πολιτική ζωή, ώστε η Δημοκρατία να ενισχυθεί.

Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά που έχει σκεπτικό αντιδημοκρατικό και ολοκληρωτικό: Η Δημοκρατία είναι διεφθαρμένη, οι πολιτικοί εύκολα πρέπει να κάθονται στη φυσική τους θέση, που είναι το σκαμνί του κατηγορουμένου.

Η κρυμμένη αυτή διάσταση απόψεων πρέπει να προσεχθεί κατά τη μεταρρύθμιση: Να μην οδηγηθούμε δηλαδή σε μια καθημερινή δικαστικοποίηση της πολιτικής ζωής, αλλά σε μια οφειλόμενη αποκατάσταση.

Ηδη οι πολιτικοί δικάζονται με βάση τους κοινούς για όλους νόμους, ήδη το προβλεπόμενο δικαστήριο αποτελείται αμιγώς από δικαστές. Αυτό που τώρα κατ’ εξοχήν χρειάζεται είναι η επιμήκυνση της προβλεπόμενης σήμερα προνομιακής και απαράδεκτα σύντομης παραγραφής.

Άντα Ψαρρά

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών