Η κόπωση της κοινωνίας, η στεγαστική κρίση, η στασιμότητα των μισθών σε αντίθεση με την έκρηξη της ακρίβειας που διογκώνει το ποσοστό φτώχειας και ο κίνδυνος μιας αριστεράς που παραμένει ένας απλός αφηγητής των παραπάνω προβλημάτων είναι μια ανάλυση που έχει σωστές παραδοχές. Η λύση όμως αυτών δεν μπορεί να είναι μια στρατηγική που σε μεγάλο βαθμό δημιουργεί ακριβώς αυτά τα προβλήματα. Οι συνεχόμενες ήττες της κυβερνώσας αριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας οφείλονται σε μια αυταπάτη πως ο καπιταλισμός μπορεί να γίνει δημοκρατικότερος και να λειτουργήσει επί το δικαιότερο αν υπάρξει υπεύθυνη διαχείριση. Μάλιστα στη σημερινή φάση του αυτός ο καπιταλισμός μας έχει αποδείξει πως η συνύπαρξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας και της κοινωνικής ευημερίας είναι αδύνατη. Ο ρόλος της αριστεράς δεν μπορεί να εξαντληθεί στον αγώνα για δίκαιη απόδοση βαρών καθώς η αριστερά δεν υπάρχει για να παίξει τον ρόλο του λογιστή που απλά θα φορολογεί τα κέρδη. Προφανώς είναι μέσα στους στόχους της αλλά δεν είναι ο μοναδικός ούτε καν ο σημαντικότερος.
Βασικά επιχειρήματα της υπό διαμόρφωσης κεντροαριστεράς είναι η προσπάθεια να δημιουργηθεί θεσμική επάρκεια, να υπάρξει λογοδοσία και διοικητική αποτελεσματικότητα. Τούτη η προσέγγιση όμως υιοθετεί την ορολογία της “καλής διακυβέρνησης” η οποία ιστορικά χρησιμοποιήθηκε από το νεοφιλελεύθερο μπλοκ για να αποπολιτικοποιήσει τη δημόσια συζήτηση. Το κράτος και οι θεσμοί του δεν είναι ένας ουδέτερος, τεχνικός μηχανισμός που απλώς έτυχε να το διαχειρίζονται ανίκανοι ή διεφθαρμένοι πολιτικοί. Οι δομές του κράτους, οι νόμοι και οι προτεραιότητές του έχουν διαμορφωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να αναπαράγουν και να προστατεύουν τις υπάρχουσες οικονομικές ανισότητες. Όταν η αριστερά μετατρέπει τη διεκδίκηση σε ζήτημα νομιμότητας, διαφάνειας και καλών κανόνων, εγκλωβίζεται σε μια καθαρά νομικίστικη και διαχειριστική λογική. Αντί να αμφισβητήσει τη βαθιά ασυμμετρία ισχύος στην κοινωνία υπόσχεται απλώς ότι θα γίνει ένας πιο έντιμος και αποτελεσματικός μάνατζερ του ίδιου συστήματος, αυτοαφοπλιζόμενη πολιτικά.
Οι υπέρμαχοι μιας κεντροαριστεράς που επιδιώκει την κυβερνητική εξουσία ως το άγιο δισκοπότηρο προειδοποιούν ότι η κοινωνία δεν έχει ανάγκη από μια παράταξη που υπόσχεται καλύτερους τρόπους ήττας. Οι λύσεις βέβαια που προτείνουν οδηγούν ακριβώς εκεί σε μια προγραμματισμένη ήττα με σύγχρονα εργαλεία.
Τούτων δοθέντων θα είχε περισσότερο ενδιαφέρον για την αριστερά αντί για τα μανιφέστα, τις θεατρικά στημένες εκδηλώσεις και τα εκστασιασμένα (από τη δημιουργία του κόμματος Τσίπρα) ΜΜΕ να υπάρξει μια δομική ρήξη με όσα μας έχουν οδηγήσει ως εδώ. Ένα κοινωνικό συμβόλαιο που θα επιδιώκει την επαναπόκτηση και τον έλεγχο από την κοινωνία σειράς δημοσίων αγαθών και στρατηγικών τομέων της οικονομίας, αλλά και σύγκρουση με τις πολιτικές λιτότητας και τις λογικές της αγοράς. Για την αριστερά η ελπίδα δεν μπορεί να γεννηθεί μέσα στα γραφεία πολιτικών που κάνουν συμφωνίες για να σώσουν το πολιτικό τους μέλλον, αλλά έξω στην κοινωνία που δείχνει να μην ελπίζει πλέον σε τίποτα. Ο μετασχηματισμός της πραγματικότητας όπως τη ζούμε προϋποθέτει την πλήρη αμφισβήτησή της.