Σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία, καλό θα ήταν να ακουστούν οι φωνές των πρώην πρωθυπουργών, που συνέβαλαν στη ελληνοϊσραηλινή «συμμαχία».
Οι ραγδαίες εξελίξεις στα μέτωπα πολέμου και γενοκτονιών σε Ιράν, Λίβανο και Παλαιστίνη, επηρεάζουν τις γεωπολιτικές ισορροπίες και ασφαλώς επηρεάζουν και την Ελλάδα. Δυστυχώς, η χώρα μας συρρικνωμένη γεωοικονομικά από τη Μεγάλη Χρεοκοπία, έχει περιέλθει επιπλέον σε φάση διπλωματικής συρρίκνωσης, και όχι μόνον εξαιτίας αντικειμενικών αδυναμιών.
Η κυβέρνηση, βυθισμένη στα σκάνδαλα και τον επτάχρονη φθορά, παραδομένη σε έναν αδιέξοδο ατλαντισμό και ισραηλιτισμό, αδυνατεί και υποκειμενικά να συγκροτήσει μια εξωτερική πολιτική μακράς πνοής, προσαρμόσιμη στις εξελίξεις.
Μέγα μέρος της υποκειμενικής αδυναμίας οφείλεται στην ηγεσία. O Κυρ. Μητσοτάκης κατά τα πρώτα έτη της διακυβέρνησής του άσκησε εξωτερική πολιτική με σκοπό την ενίσχυση του προσωπικού του προφίλ ― λ.χ. η ομιλία του στο Κογκρέσο. Εκτιμάται ότι ζητούσε να διασκεδαστούν οι αρνητικές εντυπώσεις στην Ουάσιγκτον για τη σφοδρή του αντίδραση στη Συμφωνία των Πρεσπών, η οποία τελούσε υπό την ισχυρή παρότρυνση των ΗΠΑ. Σε αυτό το μοτίβο άντλησης αποδοχής παραχωρήθηκε άνευ ανταλλαγμάτων το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, το οποίο έπαιξε στρατηγικό ρόλο στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο.
Στον συνεχιζόμενο αυτό πόλεμο, η ελληνική κυβέρνηση, χωρίς να της ζητηθεί, εκήρυξε ατύπως τον πόλεμο στη Ρωσία, διαρρηγνύοντας μια μακρότατη παράδοση ομαλών ελληνορωσικών σχέσεων, οι οποίες δεν είχαν πληγεί ούτε κατά τον Ψυχρό Πόλεμο ούτε κατά τη δικτατορία. Αντιθέτως, η Τουρκία βρέθηκε από την πρώτη στιγμή στην προνομιακή θέση να διατηρεί άριστες σχέσεις και με τη Ρωσία και με την Ουκρανία και με την Ε.Ε. και με τις ΗΠΑ.
Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΕΧΘΡΟΥ
Βάλαμε την Τουρκία στη συζήτηση. Καλώς ή κακώς, η ελληνική εξωτερική πολιτική πάσχει από μονοκαλλιέργεια: ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με τα ελληνοτουρκικά. Αυτή η ενασχόληση, καίτοι απολύτως αναγκαία, τείνει να απομυζά όλους τους διπλωματικούς πόρους και να συρρικνώνει την ελληνική ατζέντα. Ακόμη χειρότερα, κατά καιρούς, ωθεί τις ελληνικές κυβερνήσεις σε ευκαιριακές «φιλίες» με εχθρούς των «εχθρών». Φευ! Με ισχνά ή και οικτρά αποτελέσματα.
Μια τέτοια κίνηση, με πρωτοφανή διάρκεια και πολλαπλώς αμφιλεγόμενη, είναι η ελληνοϊσραηλινή σχέση, που προσφάτως αποκαλείται και συμμαχία. Συμμαχία; Ποια συμμαχία μπορείς να συνάψεις με μια χώρα που τελεί εκτός κάθε πλαισίου διεθνούς δικαίου, που διαπράττει επιθετικούς πολέμους και γενοκτονίες, με τον πρωθυπουργό της υπόλογο στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας;
Η νομική και ηθική διάσταση θα ήσαν ήδη αρκετές, για την Ελλάδα που πάντα ορθώς επικαλείται το διεθνές δίκαιο και τις αποφάσεις του ΟΗΕ, στα ελληνοτουρκικά και στο Κυπριακό. Υπάρχει όμως και η στρατηγική και γεωπολιτική διάσταση. Το Ισραήλ δεν έχει συμμάχους, εκτός των ΗΠΑ. Το Ισραήλ από της ιδρύσεώς του πολεμά μόνο για τον εαυτό του, σε επεκτατικούς πολέμους, με κατοχή εδαφών και εποικισμούς, και ήδη προβαίνοντας σε εκτεταμένες εθνοκαθάρσεις.
Η σιωπηρή αποδοχή της γενοκτονίας στη Γάζα δεν προσφέρει τίποτε στην Ελλάδα, της αφαιρεί. Οι βομβαρδισμοί αμάχων στο Λίβανο δεν είναι απλώς «αντιπαραγωγικοί», όπως είπε ο Ελληνας πρωθυπουργός, είναι εγκλήματα πολέμου κατά συρροήν. Δεν είναι δυνατόν να εγκαλείται το Ιράν για τις ασύμμετρες αμυντικές του ενέργειες και να μην εγκαλούνται το Ισραήλ και οι οι ΗΠΑ για δολοφονίες παιδιών και δολοφονίες διαπραγματευτών.
Ο ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΙΣΡΑΗΛ-ΤΟΥΡΚΙΑΣ
Η αντιπαλότητα και ο ανταγωνισμός του Ισραήλ με την Τουρκία δεν είναι ικανή συνθήκη για συμμαχία μαζί του. Ο τουρκοϊσραηλινός ανταγωνισμός στη Συρία, λ.χ., δεν μπορεί να μοχλευθεί επωφελώς εκ μέρους της Ελλάδας.
Αντιθέτως, εκεί που η Ελλάδα επιχείρησε να συνάψει διμερείς σχέσεις, απέτυχε: πρωτίστως στη Λιβύη, όπου η Τουρκία έχει ισχυρή οικονομική και στρατιωτική παρουσία, και ήδη μετέχει στον διαμοιρασμό των λιβυκών πετρελαϊκών πόρων.
Εκτιμάται ότι ο τουρκοϊσραηλινός ανταγωνισμός δεν θα λάβει θερμές μορφές. Κυρίως διότι δεν αντέχει το Ισραήλ να ανοίξει τέτοιο μεγάλο μέτωπο, μετά το Ιράν όπου καταδείχθηκε η αδυναμία του: χωρίς τις ΗΠΑ δεν θα το αποτολμούσε. Ως εκ τούτου, οι βαρύγδουπες αναλύσεις που δημοσιεύονται από Ισραηλινούς, για τη Συμμαχία (sic) που θα υπερασπιστεί το Αιγαίο από τους Τούρκους είναι απλώς ανοησίες και φτηνή προπαγάνδα.
Η ΩΡΑ ΤΩΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΩΝ
Η Ελλάδα από την αρχή της μεγάλης της κρίσης, το 2010, βρέθηκε σε εναγκαλισμό με το Ισραήλ. Εκκινώντας με την επίσκεψη Νετανιάχου στην Αθήνα τον Αύγουστο 2010, επί πρωθυπουργίας Γ. Α. Παπανδρέου, και συνεχίζοντας με πρωθυπουργούς Α. Σαμαρά και Αλ. Τσίπρα, και με διαρκή συμμετοχή της Λευκωσίας, το Ισραήλ εξασφάλισε στρατηγικό βάθος προς δυσμάς, καταφύγια σε Κύπρο και Ελλάδα, ασφαλή οικονομικό χώρο για τοποθετήσεις ιδιωτών και κρατικών funds, πολλαπλές διευκολύνσεις.
Το επιτελικό κράτος Μητσοτάκη, επίσημος αγοραστής αλλά και αδειοδότης εξαγωγών του κατασκοπικού Predator, χρήστης μηχανών εκλογικού επηρεασμού της Ομάδας Jorge και των πρώην πρακτόρων που διευκόλυνε ο Ισραηλινός Πρόεδρος Χέρτσογκ, είναι πιθανότατα εκτεθειμένο σε ισραηλινούς μηχανισμούς. Η Ελλάδα γιατί να είναι εκτεθειμένη, τη στιγμή που όλος ο κόσμος αλλάζει και οι ισορροπίες αλλάζουν;
Σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία, καλό θα ήταν να ακουστούν οι φωνές των πρώην πρωθυπουργών, που συνέβαλαν στη ελληνοϊσραηλινή «συμμαχία». Πώς την εννοούσαν τότε, πώς την εννοούν τώρα; Οι κ. Παπανδρέου, Σαμαράς, Τσίπρας οφείλουν να μιλήσουν στον ελληνικό λαό, που τους τίμησε και τους εμπιστεύτηκε.