Macro

Κωστής Καρπόζηλος: Το κόστος της επιλογής-αριστερά και εξωτερική πολιτική

Το καλοκαίρι του 1996 εμφανίστηκε στην Αθήνα μια πρωτοβουλία με σχοινοτενή τίτλο: «Μέτωπο Λογικής κατά του εθνικισμού για τη διαμόρφωση μιας σύγχρονης εξωτερικής πολιτικής». Hταν μια κίνηση κόντρα στο ρεύμα της εποχής. Η χώρα μόλις είχε βιώσει την κρίση στα Iμια μέσα από το πρίσμα της εθνικής ταπείνωσης, εξέφραζε την αλληλεγγύη της προς τους Σέρβους «αδερφούς» αδιαφορώντας για τη Σρεμπρένιτσα και απολάμβανε τον βολικό μύθο της «μίας και ελληνικής Μακεδονίας».

Το «Μέτωπο Λογικής» γεννήθηκε στις τάξεις τού τότε Συνασπισμού, αλλά λειτούργησε ως σημείο συνάντησης διπλωματών, τεχνοκρατών και πολιτικών από διαφορετικούς χώρους που συμφωνούσαν στην ανάγκη ενός ριζικού αναπροσανατολισμού της εξωτερικής πολιτικής. Και αυτή ίσως ήταν και η κύρια συνεισφορά του Μετώπου: αμφισβήτησε την κοινοτοπία ότι στα λεγόμενα «εθνικά» θέματα υπάρχει μόνο μία θέση. Η κυρίαρχη.

Σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, η συζήτηση των εναλλακτικών έχει υποχωρήσει υπό το συντριπτικό βάρος των ταχύτατων γεωπολιτικών εξελίξεων. Η συναίνεση ή η αποδοχή της επιθετικής πολιτικής του προέδρου Τραμπ εμφανίζεται ως η μοναδική λογική επιλογή. Είναι το σημείο σύγκλισης της ιδεολογίας και του ρεαλισμού. Οι ενθουσιώδεις –νεόκοποι ή true believers– οπαδοί του τραμπισμού πανηγυρίζουν για την επίθεση στο Ιράν, καθώς ανταποκρίνεται στην ισλαμοφοβία τους και στη γοητεία που τους ασκεί το δίκιο της ισχύος. Οι πιο σώφρονες αναγνωρίζουν μεν το προφανές πρόβλημα, αλλά σηκώνουν τους ώμους κάπως αμήχανα και είναι σαν να λένε «και τι να κανς; Να κάτσεις να μαλώσεις;». Δεν θα σου βγει σε καλό.

Το πλαίσιο της ομοφωνίας, με τις όποιες παραλλαγές στο εσωτερικό του, συγκροτεί με τη σειρά του έναν δημόσιο διάλογο όπου κάθε διαφορετική πρόταση στιγματίζεται ως –προκαταβολικά– αφελής.

Η Αριστερά, από την πλευρά της, μοιάζει ότι έχει χάσει την αυτοπεποίθηση που, για παράδειγμα, εξέφραζε η μακρινή πρωτοβουλία του 1996. Καταγγέλλει τον πόλεμο και επισημαίνει τους κινδύνους που απορρέουν από αυτόν, αλλά αδυνατεί να πείσει ότι αν η ίδια είχε την ευθύνη των αποφάσεων θα προχωρούσε σε ριζικά διαφορετικές επιλογές.

Αρχικά, γιατί αντιμετωπίζει την επιφύλαξη που προκύπτει από την εμπειρία. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ επένδυσε στις σχέσεις με το Ισραήλ, συνομίλησε με δικτατορικά καθεστώτα, όπως της Αιγύπτου, προσπάθησε να αποκτήσει την εύνοια των Ηνωμένων Πολιτειών ως αντίρροπο στις ευρωπαϊκές πολιτικές. Ακόμα χειρότερα, δεν επένδυσε στο να εξηγήσει τη στάση της ή να μπει σε διάλογο με τον όποιο έλλογο αντίλογο. Ολα δικαιολογούνταν μέσα από το πρίσμα του ρεαλισμού. Και με έναν παράδοξο τρόπο, την ίδια στιγμή, δεν μετέτρεψε το κορυφαίο της επίτευγμα, τη συμφωνία των Πρεσπών, σε υπόδειγμα για το πώς μπορούμε να ξεπεράσουμε τις αγκυλώσεις του εθνικισμού και τη λογική της αδράνειας. Οι Πρέσπες –και σε αυτό συνέβαλε καθοριστικά και ο τοξικός λόγος τής τότε αντιπολίτευσης– μετατράπηκαν σε μια παρένθεση.

Την εμπειρία αυτή μπορεί φυσικά να τη διαβάσει κανείς ως μια σημαντική παράμετρο ευρύτερων, αντιφατικών, επιλογών της κυβερνώσας Αριστεράς. Είναι όμως ίσως χρήσιμο να σκεφτούμε το βάρος του ιστορικού φορτίου. Στη χώρα μας, η Αριστερά αντιμετώπισε για δεκαετίες την κατηγορία της «προδοσίας». Αυτός ήταν ο πυρήνας των κατασταλτικών πολιτικών που σφράγισαν τον 20ό αιώνα.

Η απάντηση της Αριστεράς ήταν από τη μία η προσπάθεια να διεκδικήσει τη δική της θέση στο «έθνος» προσκομίζοντας κυρίως την καθοριστική συνεισφορά της στην Αντίσταση και από την άλλη να εμφανίζεται ως μια υπεύθυνη δύναμη που δεν θα κινδύνευε –ξανά– από την κατηγορία της προδοσίας (ή του ενδοτισμού στο τρέχον πολιτικό λεξιλόγιο). Ετσι, στα λεγόμενα «εθνικά θέματα» η Αριστερά ήταν σε γενικές γραμμές επιφυλακτική – δεν τα αντιμετώπιζε ως ένα προνομιακό της πεδίο.

Το προκλητικό λοιπόν ερώτημα για την Αριστερά, αλλά και τη σοσιαλδημοκρατία, είναι αν μπορεί να προτείνει στην Ελλάδα του 2026 τον δρόμο της Ισπανίας. Το «όχι στον πόλεμο» του Πέδρο Σάντσεθ είναι η απόληξη μιας συστηματικής αντιπαράθεσης στον τραμπισμό: στα δικαιώματα, στο Παλαιστινιακό και στους υπέρογκους εξοπλισμούς. Οχι από τη βολική θέση της αντιπολίτευσης, αλλά από θέση ευθύνης. Είναι μια επιλογή ηθική –γιατί υπενθυμίζει ότι ο πόλεμος και η υπαγωγή των διεθνών σχέσεων σε επιχειρηματικά συμφέροντα αντιστρατεύονται τις όποιες αξίες θεωρητικά εκπροσωπεί η Ευρώπη– και ταυτόχρονα βαθιά πολιτική, καθώς διεκδικεί με προοδευτικό πρόσημο την ατζέντα της ασφάλειας και της «λογικής».

Δεν χρειάζεται να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Το ερώτημα αυτό –του περιεχομένου της έννοιας της ασφάλειας– στη δική μας περίπτωση σχετίζεται με ένα κύριο θέμα: τη σχέση με την Τουρκία. Και αυτό είναι το κρίσιμο πεδίο που δοκιμάζεται η δυνατότητα της Αριστεράς να μετατρέψει την κριτική στάση της στις επιλογές της κυβέρνησης σε εναλλακτική πρόταση επίτευξης της σταθερότητας μέσα από την αμφισβήτηση της σημερινής ορθοδοξίας: της αναζήτησης της εύνοιας του Τραμπ, των ατέλειωτων εξοπλισμών και της ευκολίας τού «έχουμε σε όλα δίκιο, αλλά πού να το βρούμε;».
Κάθε επιλογή έχει κόστος. Αλλά για να ξέρουμε ποιο κόστος επιλέγουμε κάθε φορά, θα πρέπει να ξέρουμε και ποιες είναι οι επιλογές μας.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ