Ζήτησα να παρέμβω σήμερα στην Ολομέλεια μετά τις νέες καταιγιστικές εξελίξεις στο πολύκροτο σκάνδαλο των υποκλοπών. Η υπερασπιστική γραμμή της Κυβέρνησης κατέρρευσε με πάταγο μετά τις χθεσινοβραδινές αποκαλύψεις του κυρίου Ταλ Ντίλιαν, ιδιοκτήτη της εταιρείας Intellexa και πρωτοδίκως καταδικασθέντα για την υπόθεση των υποκλοπών.
Και δεν μπορούμε να συνεχίζουμε εδώ σε αυτή την Αίθουσα το κοινοβουλευτικό έργο ωσάν να μη συμβαίνει τίποτα, ωσάν να είναι απλώς και μόνο μία ακόμη Παρασκευή. Γιατί εδώ και τρία χρόνια ακούμε από την Κυβέρνηση το ίδιο επιχείρημα, ότι το παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό, το Predator, είναι μια απλή υπόθεση ιδιωτών.
Και είπε χθες ο κύριος Ντίλιαν στην εκπομπή του τηλεοπτικού σταθμού Mega ότι η εταιρεία του παρέχει τεχνολογία, αυτό δηλαδή το λογισμικό παρακολούθησης, μόνο σε κυβερνήσεις και σε υπηρεσίες επιβολής του νόμου. Εδώ λοιπόν επιβεβαιώνεται ότι έχουμε κρατική συμμετοχή.
Δεν τίθεται πλέον κάποιο ερώτημα επ’ αυτού. Το ερώτημα το οποίο τίθεται μόνο είναι ποιος είναι ο κρατικός μηχανισμός ο οποίος χρησιμοποίησε τελικά αυτή την τεχνολογία παρακολουθήσεων.
Και εδώ ανακύπτει μια πάρα πολύ βαριά πολιτική κατηγορία. Και βεβαίως πρέπει να διερευνηθούν και οι ποινικές ευθύνες ως προς αυτό, γιατί δεν μιλάμε απλώς και μόνο πλέον για υποκλοπές.
Μιλάμε πλέον επίσημα για μια κυβέρνηση χάκερ. Μια κυβέρνηση χάκερ απέναντι στους πολιτικούς της αντιπάλους, απέναντι σε δημοσιογράφους, απέναντι στον Αρχηγό του Στρατεύματος, απέναντι στους ίδιους τους Υπουργούς της Κυβέρνησης, στους ίδιους τους Υπουργούς της Κυβέρνησης.
Γνωρίζει ο μέσος κοινός νους, το αντιλαμβάνεται, ότι αυτά τα πανάκριβα λογισμικά, φτιάχνονται για να πωλούνται σε κρατικές υπηρεσίες, σε κυβερνήσεις, σε μυστικές υπηρεσίες. Και αυτό μας επιβεβαίωσε και ο κύριος Ντίλιαν χθες το βράδυ.
Και εδώ ακριβώς έγκειται και η σημασία της απόφασης, της δικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου της Αθήνας πριν από λίγες μέρες και της δουλειάς που έκανε ένας πρωτοβάθμιος δικαστής και ένας εισαγγελέας που διέγνωσαν τον κίνδυνο για την Ελληνική Δημοκρατία. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Περί αυτού πρόκειται.
Έναν κίνδυνο όμως τον οποίο δεν τον είχε δει ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου που χειρίστηκε την υπόθεση, δεν τον είχε δει η τότε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου που επισφράγισε το πόρισμα «πλυντήριο». Έναν κίνδυνο τον οποίο δεν τον είδε ο κύριος Μητσοτάκης και η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.
Που δεν τον είδαν καν οι Υπουργοί που ήταν θύματα αυτού του παράνομου λογισμικού, που δεν προχώρησαν ούτε καν σε μια απλή μήνυση οι Υπουργοί της Κυβέρνησης, με αποτέλεσμα το δικαστήριο να πάψει οριστικά την ποινική δίωξη των περίφημων ιδιωτών.
Όλοι αυτοί, εισαγγελική αρχή, πρωθυπουργός, υπουργοί, είναι έκθετοι και υπόλογοι.
Έκθετη είναι και η Βουλή των Ελλήνων, η οποία προχώρησε σε μια Εξεταστική Επιτροπή που για άλλη μια φορά έγινε «πλυντήριο» και αυτού του σκανδάλου και των ποινικών ευθυνών της Κυβέρνησης, που ανέχεται εδώ και τόσο καιρό άπραγη ένας μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ότι του είχαν δοθεί οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις στην Εξεταστική Επιτροπή.
Από τις 25 Νοεμβρίου του 2025 έχω κάνει διάβημα προς τον Πρόεδρο της Βουλής γι’ αυτό ακριβώς το θέμα. Θέλω όμως να ξέρω και απευθύνομαι στους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας.
Ειλικρινά, δεν έχετε την παραμικρή ευθιξία να αντιδράσετε σε όλο αυτό το οποίο συμβαίνει; Οι Υπουργοί της Κυβέρνησης που υπήρξαν στόχοι της παρακολούθησης δεν έχουν την ευθιξία να αντιδράσουν σε όλο αυτό που συμβαίνει, να μάθουν ποιος τους παρακολουθούσε και για ποιο λόγο;
Πώς τα εξηγούν όλα αυτά; Πώς εξηγούν ότι εδώ μιλάμε πλέον όχι απλώς για μια ιδιωτική υπόθεση, μιλάμε για πρωτοφανή θεσμική κατάρρευση. Δικαιοσύνη, Κυβέρνηση, Βουλή και οι τρεις εξουσίες στη δίνη ενός πολύκροτου σκανδάλου, ενός παράνομου λογισμικού παρακολούθησης. Και δεν μπορούμε να ξέρουμε πού έχει φτάσει πλέον αυτή η ιστορία, ποια κρατικά μυστικά έχουν φτάσει σε ποιους και ποιοι έχουν πλέον πρόσβαση σε αυτά.
Ο Αλέξης Χαρίτσης στην Βουλή για τις τελευταίες εξελίξεις στο σκάνδαλο των υποκλοπών