Στην ύστερη νεωτερικότητα, η δικαιοσύνη πρέπει να θεμελιώνεται στην ηθική στροφή προς τον άλλον. Αδικία είναι να ξεχνάμε ότι το δίκαιο θεμελιώνεται στην ευθύνη για τον άλλον που ξεπερνά την τυπική ισότητα των δικαιωμάτων.
Η διαμάχη ανάμεσα στον λόγο -τη λογική- και την ισχύ -τη δύναμη- καθόρισε την ιστορία της Δύσης και οδήγησε στην αναζήτηση της δικαιοσύνης. Από την Παλαιά Διαθήκη μέχρι τον Πλάτωνα και τη σύγχρονη φιλοσοφία τα καλύτερα μυαλά και οι πιο φλογισμένες καρδιές αναζήτησαν τη δικαιοσύνη. Απέτυχαν. Η αναζήτηση της δικαιοσύνης αποτελεί την αρχαιότερη προσπάθεια και τη μεγαλύτερη αποτυχία της ανθρώπινης σκέψης.
Ο κλασικός πολιτικός λόγος συνδέθηκε με ένα ισχυρό αίσθημα προσωπικής ηθικής. Αλλά ο ορθός λόγος από μόνος του δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τη σύγκρουση των δυνάμεων και την επιβολή του ισχυρότερου, όπως μάθαμε από τον Θουκυδίδη μέχρι και τον Τραμπ. Η λογική στρατολογήθηκε από τους ισχυρούς και έχει μετατραπεί σε δικαιολόγηση και δικαιοσύνη των νικητών. Σ’ όλη την Ιστορία οι εξουσίες πρόσθεταν ηθικές αρχές και αξίες στις δολοφονικές τους εκστρατείες. Από τις αθηναϊκές αγριότητες στη Μήλο και τη Μυτιλήνη μέχρι τις σταυροφορίες, το Κόσοβο, το Ιράκ, την Ουκρανία και τη Γάζα, βασιλιάδες και στρατηγοί παρουσιάζουν τους πολέμους ηθικά δικαιολογημένους, δίκαιους. Οπως έγραφε ο ποιητής Γουίνταμ Λιούις «μα ποιος πόλεμος που έγινε ποτέ ήταν άδικος, εκτός βέβαια από αυτόν που κάνει ο εχθρός;».
Οι απλοί πολίτες όμως έχουμε μιαν έντονη αίσθηση ότι η δικαιοσύνη απέτυχε. Ηττήθηκε στις αποτυχίες του πολιτικο-νομικού συστήματος, στις φυλετικές και έμφυλες διακρίσεις, στη θεσμική βία και καταπίεση, στα νομικά τερατουργήματα των δήθεν ανθρωπιστικών πολέμων, στις επιθέσεις στους πρόσφυγες και στους μετανάστες. Η λαϊκή αποδοκιμασία και η έλλειψη εμπιστοσύνης στις δικαστικές αποφάσεις είναι πάγκοινες. Ποιο είναι το νόημα της δικαιοσύνης στον κόσμο της γνωσιακής και ηθικής αβεβαιότητας; Ο Μισέλ Φουκό έχει αποκαλέσει τους μεγάλους νομικούς του 18ου αιώνα που αντιστάθηκαν στο αυταρχικό κράτος «παγκόσμιους διανοούμενους»: «Ο άνθρωπος της δικαιοσύνης, ο άνθρωπος του δικαίου, αυτός που αντιπαραθέτει στην εξουσία, στον δεσποτισμό, στις καταχρήσεις και στην αλαζονεία του πλούτου την καθολικότητα της δικαιοσύνης και την ισότητα ενός ιδανικού νόμου». Σήμερα έχουμε χάσει την πίστη μας στην οικουμενικότητα του δικαίου ή στην ικανότητα μιας ιδανικής δικαιοσύνης να θεμελιώνει το δίκαιο. Μήπως πρέπει να εγκαταλείψουμε την ηθική και να αποφεύγουμε την αντίσταση στην «εξουσία, τον δεσποτισμό, τις καταχρήσεις και την αλαζονεία του πλούτου»; Μπορούμε να αναπτύξουμε κριτικά και αναδομητικά κριτήρια, μετά το τέλος των μεγάλων νεωτερικών αφηγήσεων και την αποτυχία της προσπάθειας θεμελίωσης του κοινωνικού δεσμού σε οικουμενικές αρχές;
Η κλασική ιδέα εξαρτούσε τη δικαιοσύνη από το κοινωνικό «καλό κ’ αγαθό» και την ατομική ηθική. Οι πλατωνικοί διάλογοι στην αρχή της δυτικής φιλοσοφίας στηρίζονται στη δύναμη της λογικής. Αλλά στην ηθική και στη δικαιοσύνη η δύναμη της λογικής είναι περιορισμένη. Πίσω από τους περίτεχνους διαλόγους για τη δικαιοσύνη κρύβεται το έσχατο επιχείρημα του Σωκράτη: η θυσία του στον βωμό μιας δικαιοσύνης που δεν μπορεί να οριστεί ή να αποδειχτεί με βεβαιότητα. Ο Σωκράτης δεν αντιπροσωπεύει τον θρίαμβο της λογικής αλλά την πρώτη σαφή διατύπωση του παραδόξου ή της απορίας της δικαιοσύνης: το να είναι κανείς δίκαιος σημαίνει να ενεργεί δίκαια, να δεσμεύεται σε ένα πλαίσιο σκέψης και να ακολουθεί μια πορεία δράσης που έχει αποδεχτεί πριν από την έλλογη αιτιολόγησή της.
Αυτό ήταν δυνατό στον προνεωτερικό κόσμο. Σύμφωνα με την αρχαία οντολογία, η φύση κάθε έμψυχου και άψυχου όντος έχει έναν σκοπό, να γίνει το καλύτερο δείγμα του είδους του. Το τέλος του αμπελιού, η φύση του, είναι να φτιάξει το πιο γλυκό κρασί, του στρατιώτη να γίνει ο πιο γενναίος πολεμιστής, του τσαγκάρη να δημιουργήσει τα τέλεια σανδάλια. Η ενάρετη δράση βοηθά τα όντα να προχωρήσουν από αυτό που είναι σε αυτό που θα έπρεπε να γίνουν σύμφωνα με τη φύση τους, να καταλάβουν τη θέση που τους αρμόζει στην τάξη του κόσμου. Αυτό γίνεται μόνο στην πόλη, την πολιτική κοινότητα. Η δίκαιη πόλη είναι προϋπόθεση της ατομικής τελειότητας και ευτυχίας. Αντίστροφα, οι ενάρετοι πολίτες κάνουν την πόλη δίκαιη.
Στη νεωτερικότητα, η οργανική σχέση μεταξύ του ηθικού και του πολιτικο-νομικού στοιχείου της δικαιοσύνης ατόνησε. Οπως υποστήριξε ο Αλασντερ Μάκινταϊρ, ζούμε στην εποχή μιας βαθιάς «ηθικής καταστροφής», μιας ριζικής κατάρρευσης της κοινής ηθικής και συστηματικού ξεριζώματος των κοινοτήτων αξιών και αρετής. Οι σύγχρονες θεωρίες της δικαιοσύνης ανήκουν στη δεοντολογική σχολή της ηθικής που συνδέεται με την προσπάθεια του Καντ να συμφιλιώσει την ελευθερία, τον ορθολογισμό και την ηθική εστιάζοντας στη μορφή και όχι στο περιεχόμενο του νόμου και του καθήκοντος. Η ηθική ταυτίζεται με καθολικούς κανόνες ή αρχές που θεμελιώνονται στη λογική.
Για τον Καντ, οι αρχαίοι ακολουθούσαν την έννοια του αγαθού, του ευ ζην, από την οποία αναδυόταν το δίκαιο. Η θεμελιώδης ηθική αρχή βρισκόταν, επομένως, στις κοινωνικές συμβάσεις, τις ιστορικές καταβολές και τις προσδοκίες της κοινότητας. Ο Καντ αντιστρέφει τη διαδικασία: δεν θέτει το αγαθό ως τον νόμο· αντίθετα ο νόμος ορίζει τι είναι καλό και κακό. Η ηθική ακολουθεί τις καθολικές προϋποθέσεις της ελεύθερης και ορθολογικής δράσης. Η μεγάλη ανακάλυψη του Καντ ήταν ότι στη νεωτερικότητα η ηθική σημαίνει υποταγή στον νόμο. Αλλά η υποταγή και η συμμόρφωση με τον ψυχρό νόμο και το καθήκον δεν οδηγούν σε ικανοποίηση αλλά σε δυσφορία· μια διαπίστωση που ανέπτυξε η ψυχανάλυση. Η ηθική δεν ακολουθεί πια τις προσδοκίες της ψυχής ούτε το κοινωνικό έθος που καταστράφηκε. Λειτουργεί με την οδύνη που η λογική επιβάλλει στην επιθυμία. Ετσι οδηγούμαστε στον άμετρο ατομισμό που δηλητηριάζει την εποχή μας. Φαίνεται επίσης η απαξίωση της δικαιοσύνης ως πολιτικής αξίας και προσωπικής αρετής από τη χρήση της λέξης για να περιγράψει τη δικαστική εξουσία. Αλλά, όπως ξέρουμε από πολλές πρόσφατες υποθέσεις, τα ανώτατα δικαστήρια έχουν ελάχιστη σχέση με τη δικαιοσύνη [1].
Η αίσθηση της αδικίας
Βρισκόμαστε σε αδιέξοδο. Μας περιτριγυρίζει η αδικία, αλλά δεν ξέρουμε πού βρίσκεται η δικαιοσύνη. Το μεγάλο παράδοξο της δικαιοσύνης είναι ότι, ενώ η αρχή της έχει θολώσει από διαφωνίες, αβεβαιότητα και αμφισβητήσεις, η αδικία γίνεται πάντοτε αισθητή με βεβαιότητα και δημιουργεί αίσθηση επείγοντος, όπως είδαμε με τα Τέμπη, που μίλησαν στο κοινό αίσθημα της αδικίας. Αναγνωρίζουμε την αδικία όταν τη συναντάμε και αισθανόμαστε ότι πρέπει να την καταγγείλουμε και να της επιτεθούμε με τη λογική, τη φαντασία και, συχνά, με πράξεις. Αλλά όταν συζητάμε τις ιδιότητες της δικαιοσύνης, τόσο η βεβαιότητα όσο και το συναίσθημα υποχωρούν. Αυτό που φαίνεται απολύτως σαφές και εντυπωσιακό στην απουσία του, γίνεται ασαφές και αμφιλεγόμενο στη θετική του διατύπωση.
Αυτό που δημιουργεί τα ισχυρότερα συναισθήματα όταν λείπει, γίνεται μια αδιάφορη εικασία όταν είναι παρόν. Η δικαιοσύνη υπάρχει και συγκινεί τους ανθρώπους όταν παραβιάζεται, η απουσία της παρακινεί τους ανθρώπους σε δράση. Η αδικία είναι υπόθεση της καρδιάς και της πράξης, η δικαιοσύνη ανήκει στη φιλοσοφία και στη σκέψη, μια ακαδημαϊκή ή ρητορική άσκηση που δεν πείθει ούτε ενθουσιάζει. Στην ύστερη νεωτερικότητα, η δικαιοσύνη πρέπει να θεμελιώνεται στην ηθική στροφή προς τον άλλον. Αδικία είναι να ξεχνάμε ότι το δίκαιο θεμελιώνεται στην ευθύνη για τον άλλον που ξεπερνά την τυπική ισότητα των δικαιωμάτων. Συνεχίζουμε.