Macro

Αθηνά Μιχαλακέα: Σωματική αυτονομία, δικαιώματα και κοινωνική αναπαραγωγή

«Λένε πως είναι αγάπη. Εμείς λέμε πως είναι απλήρωτη εργασία.
Το ονομάζουν ψυχρότητα. Εμείς το λέμε απουσία από την εργασία.
Κάθε αποβολή είναι εργατικό ατύχημα»

Σ. Φεντερίτσι, Μισθοί ενάντια στην οικιακή εργασία, 1975

Τον Φεβρουάριο του 2025, η 31χρονη έγκυος Αντριάνα Σμιθ κηρύχθηκε εγκεφαλικά νεκρή. Παρά την επιθυμία της οικογένειάς της, το νοσοκομείο επέλεξε να την κρατήσει σε μηχανική υποστήριξη, καθώς το αντίθετο θα ερχόταν σε αντίθεση με την ολική απαγόρευση των αμβλώσεων στην πολιτεία της Τζώρτζια. Τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς το νοσηλευτικό προσωπικό προχώρησε σε καισαρική, αφαιρώντας από τη μήτρα της νεκρής ένα πρόωρο βρέφος που ζύγιζε 82 γραμμάρια. Τέσσερις ημέρες αργότερα, οι γιατροί την αποσυνέδεσαν.

Η συζήτηση για τις αμβλώσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες επανέρχεται στο προσκήνιο εν είδη πολιτικού και προεκλογικού ντιμπέιτ, εξαιτίας της απροθυμίας των Δημοκρατικών να της προσδώσουν νομοθετική ομοσπονδιακή προστασία, με αποτέλεσμα την ανατροπή της απόφασης Roe v Wade του Ανωτάτου Δικαστηρίου το 2022. Το δικαίωμα στην άμβλωση στερούνταν πλέον συνταγματικής προστασίας, άρα κάθε πολιτεία μπορούσε να νομοθετήσει μόνη της σχετικά – όπως γλαφυρά είδαμε προηγουμένως και στην περίπτωση της Τζώρτζια. Το 2020, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας αποφάσισε την πλήρη ποινικοποίηση της άμβλωσης – απόφαση παράλληλη με την παρεμπόδιση της νόμιμης πρόσβασης σε μεθόδους αντισύλληψης (ποσοστό 33,2%, τελευταία θέση στην Ευρώπη). Το 2024, με πρωτοβουλία της Ιταλίδας πρωθυπουργού Τζώρτζια Μελόνι (που πρόσφατα επαινέθηκε από πλευρές του εγχώριου φεμινισμού λόγω της ολικής ποινικοποίησης της παρένθετης κυοφορίας και της ενσωμάτωσης της γυναικοκτονίας στον ποινικό κώδικα ως διακριτό αδίκημα), αφαιρέθηκαν από την G7 οι εγγυήσεις στην «ασφαλή και νόμιμη πρόσβαση στην άμβλωση».

Η ιστορία αυτή, βεβαίως, αρχίζει από παλιά. Οι διωγμοί των μαγισσών κατά την περίοδο της πρωταρχικής συσσώρευσης στόχευαν κατά κύριο λόγο στην αποστέρηση των γυναικών από τη σεξουαλική και αναπαραγωγική τους αυτενέργεια, και την υπαγωγή τους στην υπηρεσία του κράτους. Η σεξουαλική εργασία, η αντισύλληψη, η άμβλωση, η παιδοκτονία, ακόμα και η ατεκνία και η στειρότητα, ισοδυναμούσαν με κατηγορίες για μαγεία και τιμωρούνταν με σκληρότατες ποινές και βασανιστήρια (Federici 2004; Deirdre and English 1973). Η εξίσωση της μαγείας με τον έλεγχο της αναπαραγωγής (σε όλες τις προαναφερθείσες μορφές) παγιώθηκε στο Malleus Maleficarum και αποτέλεσε τη βάση των διώξεων σε ολόκληρη τη Δυτική Ευρώπη (και τις αποικίες) για περίπου τρεις αιώνες. Κύρια θύματα ήταν οι μαίες, οι θεραπεύτριες και οι πόρνες – γυναίκες δηλαδή που κατείχαν γνώση της σεξουαλικότητας, της αντισύλληψης και της άμβλωσης, και που μαζί τους όντως χάθηκε ένα πλέγμα γνώσεων. Με το πέρασμα στη νεωτερικότητα, η ιατρικοποίηση του κυοφορούντος σώματος μέσω της νεοσύστατης επιστήμης της γυναικολογίας συνοδεύτηκε από σκληρότατες πειθαρχήσεις. Η άμβλωση ποινικοποιήθηκε το 1803 στην Αγγλία και τιμωρούνταν με θάνατο, εφόσον «το έμβρυο είχε αρχίσει να κινείται» (quickening), ενώ οι θάνατοι και οι ακρωτηριασμοί εξαιτίας αυτοσχέδιων επεμβάσεων αυξήθηκαν.

Η νομιμοποίηση των αμβλώσεων ξεκίνησε το 1920 από την ΕΣΣΔ, χάρη στην Αλεξάντρα Κολλοντάι. Σύντομα επεκτάθηκε και σε άλλες χώρες του Ανατολικού Μπλοκ. Στη Δύση, επήλθε μόλις το 1967, ξεκινώντας από το Ηνωμένο Βασίλειο. Το 2022 η Γαλλία κατοχύρωσε συνταγματικά το δικαίωμα στην άμβλωση, πανηγυρίζοντας πως είναι η πρώτη χώρα στον κόσμο, ωστόσο είχε ήδη προηγηθεί η Γιουγκοσλαβία. Το Σύνταγμα της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας του 1974 όριζε: «Είναι δικαίωμα του ανθρώπινου όντος να αποφασίζει ελεύθερα για τη γέννηση παιδιών. Το δικαίωμα αυτό μπορεί να περιοριστεί μόνο για την προστασία της υγείας (σ.σ. της κυοφορούσας)».

Οι πρόσφατες δηλώσεις της νέας πολιτικού Μαρίας Καρυστιανού πως η άμβλωση πρέπει να γίνει θέμα δημόσιας διαβούλευσης επανέφερε το θέμα στο προσκήνιο στην Ελλάδα. Η αυτόματη αμυντική απάντηση πολλών ήταν πως τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν μπαίνουν σε διαβούλευση, μα και πως «η συζήτηση έχει λήξει», καθώς «η σωματική αυτονομία και επιλογή της γυναίκας» είναι κατοχυρωμένη. Καμία συζήτηση όμως δεν έκλεισε ποτέ. Το 1986, μετά από αγώνες επώνυμων κι ανώνυμων γυναικών και γυναικείων οργανώσεων, και παρά τις αντιδράσεις σύσσωμου του δεξιού μετώπου, η τεχνητή διακοπή της κύησης στην Ελλάδα μερικώς αποποινικοποιήθηκε. Δηλαδή, πρόκειται επί της αρχής περί ποινικού αδικήματος, που όμως δεν τιμωρείται εφόσον ισχύουν οι προϋποθέσεις που απαριθμώνται στην παράγραφο 4 του αρ. 304 του ποινικού κώδικα. Αντίθετο πλαίσιο ισχύει, για παράδειγμα, στην Ολλανδία, τη Σουηδία ή τον Καναδά, όπου η διακοπή κύησης (ως και την 24η εβδομάδα, καθώς και η αυτάμβλωση) αποτελεί έκφανση του δικαιώματος στην υγεία, εκτός της σφαίρας του ποινικού δικαίου. Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν αναγνωρίζει κάποιο αυτοτελές «δικαίωμα στην άμβλωση», παρά αφήνει ένα ευρύτατο «περιθώριο εκτίμησης» (margin of appreciation) στα κράτη-μέλη να νομοθετήσουν σχετικά. Καμία συζήτηση λοιπόν δεν έκλεισε ποτέ, και η ύπαρξη κανενός δικαιώματος δεν διασφαλίζεται στο διηνεκές «επειδή το λέει ο νόμος», ακόμα και ο αρτιότερος νόμος, ή ένα ασταθές (κι άρα ευάλωτο) πλέγμα ρυθμίσεων.

Στις πρόσφατες δηλώσεις Καρυστιανού έσπευσαν να εμφανιστούν ως «φιλελεύθεροι» στελέχη της ΝΔ όπως ο Φαήλος Κρανιδιώτης, ή και του ευρύτερου τραμπικού μετώπου όπως η Αφροδίτη Λατινοπούλου. Πολλές και πολλοί ασφαλώς θα θυμούνται πόσο λυσσαλέα είχε πολεμηθεί η μεταρρύθμιση του 1986 (όπως άλλωστε και η αποποινικοποίηση της μοιχείας και ο θεσμός του πολιτικού γάμου μερικά χρόνια νωρίτερα, έργα κι αυτά των πρώτων κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ). Θυμόμαστε επίσης δηλώσεις του αντιπροέδρου της ΝΔ και υπουργό Υγείας, Άδωνι Γεωργιάδη, μερικά χρόνια πριν, πως «οι αμβλώσεις είναι διπλάσιες από τις γεννήσεις θέτοντας ζήτημα επιβίωσης του έθνους μας» (Άδωνις Γεωργιάδης [@AdonisGeorgiadi] December29, 2019, https://www.lifo.gr/stiles/oi-ambloseis-einai-gynaikeio-dikaioma-kai-nomos-toy-kratoys-telos-syzitisis), τις καμπάνιες της οργάνωσης «Αφήστε με να ζήσω» και του «Πανελληνίου Συνδέσμου Προστασίας Αγέννητου Παιδιού», εξώφυλλα αθλητικών εφημερίδων (μια και η κυοφορία είναι ζήτημα που καίει άμεσα την πλειονότητα των αναγνωστών τους) και δεκάδες άλλες, μεμονωμένες πλην συστηματικές, παρεμβάσεις από το βούρκο της ελληνικής Ακροδεξιάς, πλάι σε προσχηματικά πιο «νηφάλιες» φωνές πως «η άμβλωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει την αντισύλληψη».

Η απόσταση φυσικά από την «ανησυχία» για τον αριθμό των αμβλώσεων (αλήθεια, βάσει ποιων δεδομένων;) μέχρι τον μετασχηματισμό της ΓΓ Ισότητας σε «Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων» το 2019, είναι μικρή. Εξίσου μικρή είναι η απόσταση από την εντεινόμενη απόπειρα ελέγχου της αναπαραγωγής και των σωμάτων που κυοφορούν και τον επανεξοπλισμό της ΕΕ. Τα φέρετρα που κατά τον μετριοπαθή Νίκο Δένδια πρέπει να συνηθίσουμε, πρέπει κάπως να γεμίσουν με κορμιά. Το «δημογραφικό πρόβλημα», η φασιστική θεωρία της «πληθυσμιακής αντικατάστασης» (αγαπητή κι αυτή στον Άδωνι Γεωργιάδη), η ευθεία κρατική μέριμνα για την «οικογένεια» και τον περιορισμό των αμβλώσεων, δεν είναι παρά όψεις της οικονομίας του πολέμου, απέναντι στους «εχθρούς του έθνους», στους οποίους, ας μη γελιόμαστε, συμπεριλαμβάνονται και οι άτεκνες από επιλογή τους γυναίκες.1 Το ζήτημα λοιπόν είναι αφενός να προασπιστούμε την άμβλωση ως προέκταση της αυτονομίας του υποκειμένου, αλλά και να την εντάξουμε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικής αναπαραγωγής.

Σαφώς, οι αμβλώσεις πραγματοποιούνται για λόγους υγείας της εγκύου, ψυχικού τραύματος, επειδή η εγκυμοσύνη προέκυψε από βιασμό ή και αιμομιξία, αλλά και για λόγους ευγονικής – ο μισαναπηρισμός είναι εξίσου επιδραστικός με τον σεξισμό. Οι περιπτώσεις αυτές θα έκαναν ενδεχομένως την πλειοψηφία των πολέμιων των αμβλώσεων να συμφωνήσουν πως, πράγματι, στις περιπτώσεις αυτές δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Πέρα από αυτές τις εύκολες ερμηνείες όμως, στην πραγματικότητα σε καμία άμβλωση δεν υπάρχει άλλη επιλογή, ακόμα κι αν απλώς το έμβρυο είναι ανεπιθύμητο. Αντίθετα με τον κυρίαρχο λόγο που θέλει τις αμβλώσεις ως μια επιπόλαιη πράξη που λαμβάνεται ελαφρά τη καρδία, πρόκειται για απόφαση πολύ πιο συνειδητή από την τεκνοποίηση. Η τεχνητή διακοπή της κύησης είναι, εκ των πραγμάτων, μια ιατρική διαδικασία, όχι ανώδυνη, που παραμένει ταμπού μια και ο φυσικοποιημένος ρόλος της γυναίκας ως μητέρας διαρρηγνύεται. Αυτό τον φυσικοποιημένο ρόλο πρέπει να αναστοχαστούμε κριτικά.

Αν η κοινωνική αναπαραγωγή είναι ο τρόπος με τον οποίο αναπαράγεται η εργατική δύναμη και οι κοινωνικές σχέσεις που τη χρειάζονται, τότε η κυοφορία είναι, κυριολεκτικά, η πιο «βιολογική» μορφή αυτής της εργασίας, που παράγει το ίδιο το εργατικό δυναμικό. Οφείλουμε, συνεπώς, να σκεφτούμε την κυοφορία, τον τοκετό και τη μητρότητα ως εργασία, εργασία που δημιουργεί την ίδια τη ζωή. Εργασία που επιβάλλεται, οργανώνεται και πειθαρχείται από το κράτος και την οικονομία, μη αμειβόμενη και φυσικοποιημένη ως «αγάπη», «ένστικτο» ή «προορισμός». Η φυσικοποίησή της δεν είναι ουδέτερη: αποκρύπτει το απαιτούμενο σωματικό, ψυχολογικό και υλικό κόστος, μεταθέτοντάς το στο σώμα εκείνων που κυοφορούν. Το σώμα που κυοφορεί, αντίστοιχα, δεν είναι απλώς φορέας μιας βιολογικής διαδικασίας ή συναισθημάτων αγάπης, τρυφερότητας και πλήρωσης (ακόμα κι αν όλα αυτά συνυπάρχουν). Είναι πεδίο πάνω στο οποίο εγγράφονται κρατικές ανάγκες, δημογραφικές στρατηγικές, η πολιτική οικονομία. Όταν το κράτος παρεμβαίνει στην αναπαραγωγή, δεν το κάνει στο όνομα της φροντίδας. Το κάνει στο όνομα του έθνους, της παραγωγικότητας, της ασφάλειας. Η γυναίκα που επιλέγει να μην γίνει μητέρα, η γυναίκα που διακόπτει μια κύηση, συγκροτούνται ως απειλές, επειδή αρνούνται την εργασία που τους έχει ανατεθεί, αλλά και την (ανα)παραγωγική ετεροκανονική σεξουαλικότητα καθαυτή. Η ποινικοποίηση ή ο περιορισμός της άμβλωσης δεν αποσκοπεί πρωτίστως στην «προστασία της ζωής», αλλά στη διασφάλιση της απρόσκοπτης αναπαραγωγής της κοινωνικής τάξης.

Η άμβλωση, αντίστοιχα, δεν είναι αποτυχία της μητρότητας, αλλά ρήξη με την υποχρεωτικότητά της, άρνηση της υποχρεωτικής στράτευσης του σώματος στην παραγωγή ζωής. Είναι επίσης ένας τρόπος να μειώνεται η αλλοτρίωση της εργασίας κυοφορίας: να ανακτά το υποκείμενο τον έλεγχο της διαδικασίας, να μπορεί να διακόψει μια εργασία που το καταπονεί, το αποξενώνει από το ίδιο του το σώμα, για ένα μη επιθυμητό αποτέλεσμα. Η αλλοτρίωση της κυοφορίας και η άρνηση της υποχρεωτικότητάς της δεν είναι σύγχρονη επινόηση. Διακρίνεται και στον τρόπο με τον οποίο οι ίδιες οι γυναίκες, σε άλλες ιστορικές εποχές, περιέγραφαν την ανεπιθύμητη κύηση και τη διακοπή της. Αρχειακές μαρτυρίες από την πρώιμη νεωτερική Ιταλία, κυρίως του 16ου και 17ου αιώνα, καταγράφουν μια εντυπωσιακά απο-ηθικοποιημένη γλώσσα γύρω από την άμβλωση. Όπως προκύπτει από πρακτικά δικαστηρίων και καταθέσεις εγκύων και μαιών, η άμβλωση συχνά περιγράφεται ως disgravidanza (unpregnancy/ ξε-εγκυμοσύνη), έννοια που επιτρέπει να σκεφτούμε την άμβλωση ως παύση της εργασίας (Christopoulos 2021; Maglaque 2021). Όπως η απεργία δεν «σκοτώνει» την παραγωγή αλλά τη σταματά, έτσι και η unpregnancy περιγράφει τη διακοπή της εργασίας κυοφορίας. Αντίστοιχα, η αναφορά στο έμβρυο ως pezzo di carne δεν είναι ένδειξη σκληρότητας, αλλά αλλοτρίωσης: το αποτέλεσμα μιας εργασίας που δεν επιλέχθηκε, που δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια, και που βιώνεται αποκομμένο από την υποκειμενικότητα της κυοφορούσας.

Οι φεμινιστικοί αγώνες των δεκαετιών του 1960-1970, σε μεγάλο βαθμό πλαισίωσαν την εγκυμοσύνη και τον τερματισμό της ως καθαρά ατομική υπόθεση: το σύνθημα «my body, my choice» αναδείχθηκε ως απάντηση στην κρατική, θρησκευτική και ιατρική ρύθμιση του γυναικείου σώματος. Αδιαμφισβήτητη νίκη των αγώνων αυτών ήταν η νομική προστασία των αμβλώσεων, προκειμένου να καταστούν ασφαλείς. Η προσέγγιση αυτή όμως, ερειδόμενη σε μια φιλελεύθερη αντίληψη του αυτόνομου, κυρίαρχου υποκειμένου, αφήνει ορισμένα κενά. Το άτομο που κυοφορεί επιλέγει, αλλά επιλέγει πάντα απέναντι σε μια προϋπάρχουσα κανονικότητα που ορίζει τη μητρότητα ως ολοκλήρωση, ηθικό χρέος, φυσική κλίση, ή πράξη αγάπης. Η άμβλωση γίνεται ανεκτή ως εξαίρεση, ως αναγκαίο κακό, ως τραυματική αλλά υπό όρους δικαιολογημένη απόκλιση – ποτέ ως θεμιτή άρνηση της αναπαραγωγικής εργασίας καθαυτής. Με άλλα λόγια, η αυτονομία αναγνωρίζεται, αλλά υπό τον όρο ότι δεν αμφισβητείται η κυρίαρχη ιδεολογία του φύλου και της οικογένειας. Παράλληλα, ο λόγος της ατομικής επιλογής αποσιωπά τις υλικές και κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες αυτή ασκείται. Δεν λέει τίποτα για το ποια σώματα μπορούν πράγματι να επιλέξουν, με ποιους όρους, σε ποιο χρόνο και με ποια πρόσβαση σε δημόσιες δομές υγείας. Όπως προκύπτει από πρόσφατο φυλλάδιο της συνέλευσης re/traverse (Νοέμβριος 2025), το τελευταίο διάστημα έχει καταστεί πρακτικά αδύνατη η εύρεση ραντεβού σε δημόσια ιατρεία διακοπής κύησης πριν τη συμπλήρωση της 12ης εβδομάδας σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό, αρκούμενο σε ηθικοπλαστικά κηρύγματα, αρνείται να προβεί στη συγκεκριμένη ιατρική πράξη. Το αποτέλεσμα είναι η αναγκαστική απεύθυνση σε ιδιωτικές κλινικές, με συχνά δυσβάσταχτο οικονομικό κόστος. Η «ελεύθερη επιλογή» δεν είναι, τελικά, ίδια για όλες.

Η μετατόπιση του αιτήματος της αυτοδιάθεσης στο πεδίο των δικαιωμάτων υπήρξε ιστορικά αναγκαία. Το «my body, my choice» απέκτησε υλική ισχύ ακριβώς τη στιγμή που μεταφράστηκε σε νομική προστασία της άμβλωσης. Ωστόσο, αυτή η μετάφραση δεν είναι ουδέτερη. Τα δικαιώματα δεν υπάρχουν έξω από το κράτος: ορίζονται, χορηγούνται και ρυθμίζονται από αυτό, χωρίς να αναιρούν τη δυνατότητά του να τα ανακαλεί, να τα περιορίζει ή να τα καθιστά κενά περιεχομένου. Η διεθνής οπισθοχώρηση απέναντι στη νόμιμη άμβλωση, αλλά και οι έμμεσοι αποκλεισμοί που παράγει σήμερα το ελληνικό σύστημα υγείας, δείχνουν ότι η ύπαρξη ενός δικαιώματος δεν εγγυάται ούτε τη διάρκειά του ούτε τις υλικές προϋποθέσεις για την καθολική άσκησή του. Η υπεράσπιση της άμβλωσης, λοιπόν, δεν μπορεί να περιορίζεται στη ρητορική της επιλογής και των «αδιαπραγμάτευτων» δικαιωμάτων. Παραμένει υπό συνεχή διακύβευση και συνεχή απειλή. Και, τελικά, οφείλει να αρθρωθεί ως αγώνας συγκρουσιακός απέναντι στα συμφέροντα της οικονομίας και του κράτους που διαμορφώνουν τους όρους της αναπαραγωγής. Τελικά, ως απόπειρα προς την κυριαρχία επί των σωμάτων μας –που μόνο δεδομένη δεν είναι– και ως απόφαση του αν, πότε και υπό ποιες συνθήκες θα παράγουμε ζωή.

Η ΕΠΟΧΗ