Ότι η Δύση όπως την ξέραμε τελειώνει, είναι πλέον κοινό μυστικό. Η παρουσία του Ντόναλντ Τραμπ στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός και η ομιλία του εκεί την Τετάρτη (21/1) απλώς το επιβεβαίωσε πανηγυρικά. Το δόγμα της βορειοατλαντικής ασφάλειας πάνω στο οποίο χτίστηκε μεταπολεμικά η συμμαχία ΗΠΑ-Ευρώπης αμφισβητείται στην πράξη.
Ο Τραμπ δεν επιχειρεί να επιβάλει νέους κανόνες. Θέλει να επιβάλει ότι, στο εξής, ο κανόνας θα είναι ένας: η δική του βούληση.
Πιο αποπροσωποποιημένα: η μετάβαση από το προηγούμενο πλαίσιο σχέσεων Αμερικής-Ευρώπης, σε συμπράξεις κατά περίπτωση και πάντα με εργαλείο τον οικονομικό ή/και αμυντικό-εξοπλιστικό εκβιασμό. Είναι η έμμεση παραδοχή της αποδυνάμωσής τους στο νέο διεθνές περιβάλλον, στην οποία αποδυνάμωση οι ΗΠΑ απαντούν περνώντας από το μεταψυχροπολεμικό μοντέλο της ήρεμης δύναμης σε αυτό της εκβιαστικής επιβολής.
Στην ομιλία του ο Τραμπ απαίτησε η κυριότητα της Γροιλανδίας να παραχωρηθεί στις ΗΠΑ. Δεν θα ασκήσει, είπε, βία για να το επιτύχει, αλλά ήταν σαφής ότι, αν χρειαστεί, θα καταφύγει σε μέτρα οικονομικού εξαναγκασμού. Ο ορισμός του «δικαίου του ισχυρότερου». Αλλά και του «πρωτοφανούς»: ο εκβιασμός απευθύνεται σε μια χώρα σύμμαχο στο ΝΑΤΟ.
Μίλησε απαξιωτικά για τους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Μας παρίστανε τον σκληρό τύπο», είπε ειρωνικά για τον Εμανουέλ Μακρόν, επειδή ο πρόεδρος της Γαλλίας, κατά την ομιλία του στο Φόρουμ την προηγουμένη, φορούσε γυαλιά ηλίου λόγω προβλήματος στην όραση.
Αλλά και για την ίδια την Ευρώπη. «Χωρίς την Αμερική», είπε απευθυνόμενος στο εμβρόντητο ακροατήριο, «όλοι εσείς θα μιλούσατε τώρα γερμανικά, ίσως και λίγα γιαπωνέζικα», εννοώντας την έκβαση του Β΄Παγκόσμιου Πολέμου. Και συνέχισε προειδοποιώντας τους Ευρωπαίους ότι για το επίδικο Γροιλανδία «μπορούν να πουν “ναι”, και θα τους είμαστε ευγνώμονες, μπορούν να πουν “όχι”, και θα τους το θυμόμαστε».
Στη συνάντηση που είχε αργά το ίδιο βράδυ με τον γ.γ. του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, «σκηνοθετήθηκε» –ερήμην της Δανίας και κατ’ επέκταση της ΕΕ– ένα σενάριο συμφωνίας για τη Γροιλανδία και την Αρκτική, το οποίο ο Ρούτε ευελπιστεί, κατά δήλωσή του στο Reuters, ότι θα οριστικοποιηθεί «στις αρχές του 2026».
Λίγο αργότερα, σε μια «κίνηση καλής θέλησης», ο Ντόναλντ Τραμπ απέσυρε τις απειλές ότι θα επιβάλει δασμούς μέχρι και 25% σε οκτώ ευρωπαϊκά κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ –Δανία, Νορβηγία, Σουηδία, Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ολλανδία και Φινλανδία– αν δεν άρουν την αντίθεσή τους με τα σχέδια προσάρτησης της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ. Το έπραξε επειδή, όπως είπε, υπήρξε ένα «πλαίσιο συμφωνίας» που ικανοποιεί τις βασικές αξιώσεις του. Δεν διευκρίνισε αν οι ΗΠΑ αποκτούν τίτλους ιδιοκτησίας της Γροιλανδίας. «Είναι λίγο περίπλοκο», είπε, «όμως η συμφωνία θα είναι για πάντα».
Όπως, αφετέρου, μεταδίδει η Daily Telegraph, η συμφωνία προβλέπει, κατ’ απομίμηση του καθεστώτος στις βρετανικές βάσεις της Δεκέλειας και του Ακρωτηρίου στην Κύπρο, ότι οι αμερικανικές βάσεις στη Γροιλανδία, με πρώτη τη βάση που υπάρχει ήδη στο Πιτουφίκ, θα θεωρούνται αμερικανικό έδαφος, παρέχοντας έτσι στις ΗΠΑ την ευχέρεια να διεξάγουν στρατιωτικές επιχειρήσεις και να ασκούν κατασκοπεία από αυτές κατά το δοκούν και ανεμπόδιστα.
Όλα τα παραπάνω, βεβαίως, ερήμην του άμεσα ενδιαφερόμενου, ως κυρίαρχου κράτους, που είναι η Δανία. Η πρωθυπουργός της οποίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, διαβεβαιώνει ότι ο γ.γ. του ΝΑΤΟ «δεν έχει εντολή να διαπραγματευτεί ούτε εκ μέρους της Γροιλανδίας ούτε εκ μέρους της Δανίας».
Σταγόνα στον ωκεανό. Στον Αρκτικό Ωκεανό, εν προκειμένω, όταν είναι ήδη γνωστή η πρόθεση της Ουάσινγκτον να μειώσει στρατεύματα και υποδομές στην Ευρώπη στο πλαίσιο μιας ευρύτερης αναδιάταξης προτεραιοτήτων. Αναδιάταξης υπαγορευμένης από το γεγονός ότι η Ευρώπη έπαψε να έχει τον βαρύνοντα ρόλο που είχε κατά το παρελθόν στα παγκόσμια πράγματα, υποσκελισμένη σήμερα από την Κίνα.
Υπενθυμίζεται σχετικά ότι, σύμφωνα με τους Financial Times, ο Λευκός Οίκος σχεδιάζει τη σταδιακή κατάργηση, από τα τέλη Σεπτεμβρίου 2026, της χρηματοδότησης των προγραμμάτων εκπαίδευσης και εξοπλισμού των ενόπλων δυνάμεων χωρών της ανατολικής Ευρώπης, κατά κύριο λόγο της Εσθονίας, της Λετονίας και της Λιθουανίας –από ειρωνεία της Ιστορίας, της «τριάδας της Βαλτικής» με την πλέον φιλοαμερικανική προσήλωση[1].
Είναι αυτό μια τροπή των πραγμάτων που πρέπει να ανησυχεί την Αθήνα; Οι εκτιμήσεις για το μέλλον του στρατιωτικού αποτυπώματος των ΗΠΑ στη χώρα ως παράγοντα ασφαλείας επιλέγουν να προτρέψουν σε εφησυχασμό. Επικαλούνται γι’ αυτό την κομβική για την Ουάσινγκτον σημασία της ναυτικής βάσης στη Σούδα και των εγκαταστάσεων στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης –αλλά και της Λάρισας και του Στεφανοβικείου, όλων κατοχυρωμένων στη Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας Ελλάδας-ΗΠΑ, όπως αυτή διευρύνθηκε το 2021, επιτρέποντας την επέκταση της αμερικανικής παρουσίας σε περισσότερες ελληνικές αεροπορικές και ναυτικές βάσεις.
Σε μια πρώτη ανάγνωση, στον βαθύ γεωπολιτικό ορίζοντα δεν φαίνεται να επιφυλάσσεται στην Ελλάδα κάτι ανάλογο με αυτό που περιμένει τον Σεπτέμβριο την Εσθονία, τη Λετονία και τη Λιθουανία.
Εκτός ίσως αν, ο μη γένοιτο, οι εξελίξεις απαιτήσουν το καθεστώς κυριαρχίας στη Σούδα και την Αλεξανδρούπολη, στη Λάρισα και στο Στεφανοβίκειο, να αλλάξει κατά το πρότυπο των βρετανικών βάσεων της Δεκέλειας και του Ακρωτηρίου στην Κύπρο.
Όλα και τίποτα μπορεί να συμβούν από τη στιγμή που το δόγμα της βορειοατλαντικής ασφάλειας πάνω στο οποίο χτίστηκε μεταπολεμικά η συμμαχία ΗΠΑ-Ευρώπης αμφισβητείται στην πράξη από τον ίδιο τον εμπνευστή του, τις Ηνωμένες Πολιτείες.