Τον Οκτώβριο του 2011 με τον φίλο Στάθη Γουργουρή σταθήκαμε στο κεντρικό σημείο μιας πλατείας κοντά στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Ήταν το Zuccotti Parc. Από τις 17 Σεπτεμβρίου μια μικρή συγκέντρωση σε αυτό είχε μετεξελιχθεί σε μια παρατεταμένη κατάληψη που σφράγισε τη σύγχρονη ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών: το Occupy Wall Street. Ήμασταν εκεί για να μιλήσουμε για την ελληνική κρίση. Ήταν η ιστορική στιγμή που οι πλατείες μετατρέπονταν σε πεδία έκφρασης της κοινωνικής δυσαρέσκειας -Πλατεία Ταχρίρ, Πλατεία Συντάγματος, Πουέρτα Ντελ Σολ, Ζουκότι Παρκ- και στον παγκόσμιο αυτό χάρτη η Ελλάδα, κατάφορτη από τα γνωστά στερεότυπα για την κοιτίδα της Δημοκρατίας, είχε τη δική της ξεχωριστή θέση.
Θυμάμαι να αναρωτιέμαι πως θα μας ακούσει το πλήθος καθώς δεν υπήρχαν μικρόφωνα και μεγάφωνα- προκειμένου να μην υπάρξει επέμβαση της αστυνομίας για «ηχορύπανση». Η απάντηση ήταν η κινηματική ευελιξία. Μιλούσες και έκανες μια παύση. Και το πλήθος -σε ομόκεντρους κύκλους- επαναλάμβανε τη φράση σου μέχρι εκεί που το μήνυμά σου εξασθενούσε γιατί ήταν αδιάφορο. Έλεγες «hello» και το άκουγες να αναπαράγεται και να ταξιδεύει.
Το μήνυμα του Occupy Wall Street ταξίδευσε στο χώρο και στο χρόνο. Η κεντρική του προβληματική ήταν η κοινωνική ανισότητα. Αυτή αποτυπώθηκε σε ένα ευφυές σχήμα -είμαστε το 99%, οι ζάμπλουτοι είναι το 1%- που η αρχιτεκτονική του παραπέμπει σε μια άλλη στιγμή που οι κοινωνικές διεργασίες στις Ηνωμένες Πολιτείες καθόρισαν τη μορφή του σύγχρονου κόσμου: το 8-8-8 των διεκδικήσεων για το χρόνο εργασίας. Υπό αυτήν την οπτική, τα όσα συνέβησαν στη Νέα Υόρκη διασυνδέθηκαν με θεωρητικές αναζητήσεις -το έργο του Πικετί για παράδειημα-, πολιτικά προγράμματα και πρακτικές δράσης πέραν των Ηνωμένων Πολιτειών. Και ταυτόχρονα, ιδίως αν το σκεφτεί κανείς με την παράλληλη εκδήλωση του Tea Party, αναδιαμόρφωσαν την αμερικανική κοινωνική ζωή.
Στα 15 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει η χώρα που κάποτε θεωρούσε έκφρασης αδιακρισίας ή αγένειας τη συζήτηση για την πολιτική, κατακλύζεται σήμερα από το ερώτημα «πως να οργανώσω το τραπέζι του Thanksgiving όταν ξέρω ότι τα μέλη της οικογένειάς μου θα πλακωθούν για την πολιτική».
Η πολιτική εδώ δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με τα «κόμματα»- σίγουρα όχι με τον τρόπο που ξέρουμε εμείς από τη δεκαετία του 1980. Ταυτίζεται με ένα βαθύ χάσμα, την πόλωση, γύρω από αξίες, νοοτροπίες, προτεραιότητες. Εκεί ακριβώς έγκειται η επιτυχία του Occupy Wall Street. Η ατζέντα που έθεσε συνδέθηκε με διαδοχικά κινήματα που στροβιλίζονται γύρω από το ερώτημα της ανισότητας: ταξικές, έμφυλες, φυλετικές. Μέσα στα επόμενα χρόνια οι αμερικανικές πόλεις έγιναν πεδίο ανάπτυξης κινημάτων γύρω από συγκεκριμένα θέματα: 15 δολάρια για μια ώρα ανειδίκευτης εργασίας, Black Lives Matter και εσχάτως της αλληλεγγύης στην παλαιστινιακή υπόθεση.
Τα κινήματα αυτά απέκτησαν πολιτική έκφραση μέσα από τον εποικισμό του Δημοκρατικού Κόμματος. Το «κίνημα» έστειλε στο Κογκρέσο ανθρώπους που μέχρι χτες ήταν ανώνυμοι, όπως η Alexandria Ocasio Cortez, αμφισβήτησε τη λογική της μετριοπάθειας στο Δημοκρατικό Κόμμα μέσα από τη μετεωρική άνοδο του Μπέρνι Σάντερς, κατέστησε δυνατή την εκλογή του Ζόραν Μαμντάνι στις εκλογές της Νέας Υόρκης. Και την ίδια ακριβώς στιγμή αυτό το «κίνημα» δεν έχει ένα στέρεο οργανωτικό κέντρο, μια καθορισμένη δομή, ή έστω ένα και μόνο όνομα.
Δεν το χρειάζεται. Γιατί όταν το βλέπεις, ξέρεις ότι είναι αυτό. Υπάρχει εδώ κάτι πολύ αμερικάνικο: grassroots και άμεση δράση. Αυτός ο συνδυασμός επαναλαμβάνει με νέους όρους την ιστορική παράδοση του αφροαμερικανικού κινήματος για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα και του αντιπολεμικού κινήματος της δεκαετίας του 1960. Σήμερα, ο παροξυσμός του τραμπισμού το καθιστά ως το μόνο διακριτό αντίβαρο στον πολιτικό αυταρχισμό. Η ορατότητά του ενισχύεται από το γεγονός ότι αλλού επικρατεί σιωπή.
Ο Τραμπ από την πρώτη μέρα επιτέθηκε στην «προοδευτική ατζέντα». Χώροι και θεσμοί με δύναμη και ισχύ αποδέχθηκαν τη νέα ορθοδοξία: οικονομικοί κολοσσοί ξήλωσαν βιαστικά τα ουράνια τόξα της συμπερίληψης, ιστορικά πανεπιστήμια κατέφυγαν στη λογική του κατευνασμού, το Χόλιγουντ παράγει ταινίες που μπορούν να διαβαστούν και «έτσι» και «αλλιώς». Το έχει περιγράψει εύστοχα ο Μισέλ Ουελμπέκ στην Υποταγή: μπορεί τελικά το νέο καθεστώς να μην είναι τόσο ανυπόφορο ε;
Η εξέλιξη αυτή μετατοπίζει το πεδίο της σύγκρουσης στο δρόμο. Εκεί τελικά που δοκιμάζεται η τραμπική πολιτική, καθώς ο στόχος δεν είναι αφηρημένα ιδεολογικός, αλλά απτός: η μορφή του μετανάστη. Πέρα από όλες τις άλλες διαστάσεις της, αυτή η σύγκρουση αφορά τον πυρήνα της αμερικανικής δημοκρατίας.
Τη λογική ενός πολιτικού έθνους που αναζωογονείται μέσα από την ελκτική δύναμη που εκπέμπει το εξισωτικό αμερικανικό όνειρο- με όλες τις αντιφάσεις και τις ανεπάρκειές του. Δεν είναι σύμπτωση ότι το «κίνημα» καταφεύγει στην παράδοση αυτή για να δείξει την αντίθεσή του: από τις μεγάλες συγκεντρώσεις του “No Kings” -που παραπέμπαν «στα θεμέλια πάνω στα οποία χτίστηκε το έθνος μας»-, στην χρήση της αμερικανικής σημαίας στα χέρια διαδηλωτών και στην όλο και μεγαλύτερη ανάδειξη προσώπων στο πολιτικό στερέωμα που απέχουν μίλια από τον «αμερικανισμό» του Ντόναλντ Τραμπ. Ένας εμφύλιος λοιπόν στους δρόμους των αμερικανικών πόλεων γύρω από το ερώτημα του περιεχομένου της δημοκρατίας.