Η συμφωνία ΕΕ-Mercosur (FTA-Free Trade Agreement), που εγκρίθηκε με ειδική πλειοψηφία από τα κράτη μέλη της Ένωσης, είναι η μεγαλύτερη στην ιστορία της Ένωσης: είναι η πρώτη συνθήκη που ψηφίστηκε χωρίς ομόφωνη συναίνεση στο Συμβούλιο της ΕΕ, με την αντίθεση της Γαλλίας, της Πολωνίας, της Αυστρίας, της Ουγγαρίας και της Ιρλανδίας και την αποχή του Βελγίου. Η συμφωνία θα συνδέσει, μετά από 25 χρόνια διαπραγματεύσεων, την ευρωπαϊκή κοινή αγορά με τη ζώνη ελεύθερων συναλλαγών που συγκροτούν η Βραζιλία, η Αργεντινή, η Παραγουάη και η Ουρουγουάη, παρουσιάζεται από τα συμβαλλόμενα μέρη, ως μοναδική ευκαιρία, που η Επιτροπή θα ήθελε να εγκριθεί, πριν επικυρωθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Είναι νωπές οι μνήμες των πυρκαγιών στον Αμαζόνιο τον Αύγουστο του 2019, που οδήγησαν στην συνειδητοποίηση της σύνδεσης της βιομηχανοποιημένης αγροτικής παραγωγής με την κλιματική κρίση. Τα δάση του Αμαζονίου καίγονταν επί βδομάδες, για να μεγαλώσουν οι εκτάσεις βοσκής για την παραγωγή βόειου κρέατος, σόγιας και άλλων γεωργικών προϊόντων, και να αυξηθούν τα κέρδη των πολυεθνικών εταιρειών τροφίμων.
Η Συμφωνία θα προκαλέσει σοβαρή αύξηση των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (ΑτΘ). H GRAIN[1] υπολόγισε τις εκπομπές, αναλύοντας τις διατάξεις της συμφωνίας που θέτουν ποσοτικούς στόχους για αυξημένο εμπόριο σε πολλά βασικά αγροτικά προϊόντα. Εκτιμάται ότι, μόνο αυτές οι ποσοτικές δεσμεύσεις θα παράξουν σχεδόν 9 εκατ. τόνους πρόσθετων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου ετησίως.
Η νέα FTA ΕΕ-Mercosur έχει παρουσιαστεί ως μια συμφωνία στην οποία η Ευρώπη θα πουλήσει περισσότερα αυτοκίνητα και τυρί στη Λατινική Αμερική, ενώ οι χώρες της Mercosur θα πουλήσουν περισσότερο βόειο κρέας και αιθανόλη στην Ευρώπη. H ανάλυσή GRAIN επικεντρώνεται μόνο στη γεωργία κεντρικό στοιχείο της συμφωνίας.
Aντικείμενο της μελέτης, είναι: βόειο κρέας, τυρί, αιθανόλη (από ζαχαροκάλαμο), βρεφικό γάλα, πουλερικά, ρύζι, αποβουτυρωμένο γάλα σε σκόνη και ζάχαρη. Το βούτυρο και τα προϊόντα σόγιας έμειναν εκτός υπολογισμών επειδή, ενώ οι δασμοί τους θα μειωθούν σημαντικά στο πλαίσιο της συμφωνίας, δεν ορίστηκαν ποσοστώσεις. Οι ποσότητες εκπομπών θα ήταν υψηλότερες, αν συμπεριλαμβάνονταν η σόγια ειδικότερα, η καλλιέργεια της οποίας είναι μια τεράστια πηγή εκπομπών. Υπολογίζεται ότι οι πρόσθετες ποσότητες εκπομπών ΑτΘ της συμφωνίας θα ανέλθουν στα 8,7 εκατ. τόνους ετησίως. Σε σύγκριση με το σημερινό επίπεδο εκπομπών από το εμπόριο αυτών των προϊόντων μεταξύ της ΕΕ και της Mercosur, η αύξηση των εκπομπών θα είναι της τάξης του 34%.
Εκτός από την επιδείνωση της κλιματικής κρίσης, οι διατάξεις της TFA ΕΕ-Mercosur για τη γεωργία ενέχουν και άλλες απειλές. Σύμφωνα με τη γαλλική βιομηχανία ζάχαρης, το 74% των φυτοφαρμάκων που χρησιμοποιούνται στις φάρμες ζαχαροκάλαμου της Βραζιλίας απαγορεύονται στην Ευρώπη. Η Βραζιλία μόλις ενέκρινε μια γενετικά τροποποιημένη ποικιλία ζαχαροκάλαμου που απαγορεύεται στην Ευρώπη. Η κυβέρνηση της Βραζιλίας επιτρέπει επίσης τη χρήση γλυφοσάτης για να επιταχύνει την ωρίμανση, όταν πολλές ευρωπαϊκές χώρες προσπαθούν να απαγορεύσουν τη χρήση της. Αυτό σημαίνει ότι ανεπιθύμητοι ΓΤΟ (Γενετικά Τροποποιημένοι Οργανισμοί) και αγροχημικά προϊόντα θα εισέλθουν στην ΕΕ, υπό την κάλυψη αυτής της συμφωνίας.
Το άνοιγμα της αγοράς για εξαγωγές από τη Λατινική Αμερική αναμένεται να οδηγήσει σε αυξημένη πίεση στις αυτόχθονες και αγροτικές κοινότητες, που εκδιώκονται από τη γη τους, σε σοβαρά προβλήματα στην χρήση νερού λόγω της αυξημένης ζήτησης για άρδευση και κτηνοτροφία των μεγάλων μονάδων, καθώς και σε μεγαλύτερη αποψίλωση των δασών και απώλεια βιοποικιλότητας.
Στην Ευρώπη, η συμφωνία θα προωθήσει τα συμφέροντα των μεγάλων αγρο-επιχειρήσεων, ενώ θα υπονομεύσει τις μικρές αγροτικές μονάδες, τις αγροτικές κοινότητες και τη βιώσιμη γεωργία. Η συμφωνία ΕΕ-Mercosur αναμένεται να πυροδοτήσει προς τα κάτω τις τιμές παραγωγού, βαθαίνοντας το χρέος και τη χρεοκοπία που ήδη σφυροκοπούν τις αγροτικές περιοχές της Ευρώπης.
Η εμπορική συμφωνία υποκρύπτει, επίσης, μια σοβαρή αντίφαση. Οι αυξημένες εισαγωγές αιθανόλης της ΕΕ μέσω της FTA αναμένεται να χρησιμοποιηθούν για την επίτευξη των στόχων της Ευρώπης για «πράσινα» καύσιμα κίνησης. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με τις αυξημένες εισαγωγές φθηνότερων προϊόντων σόγιας στην ΕΕ, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν ελκυστική πρώτη ύλη για την ευρωπαϊκή βιομηχανία βιοντίζελ (το βιοντίζελ σόγιας εκπέμπει διπλάσια ποσότητα από το παραδοσιακό ντίζελ, ωστόσο εξακολουθεί να θεωρείται ανανεώσιμο καύσιμο από την ΕΕ).
Η ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέσω της Συμφωνίας, μεταθέτει τα προβλήματα της κλιματικής επιβάρυνσης σε «πρόθυμες χώρες», προκειμένου να επιτευχθούν οι κλιματικοί στόχοι στο εσωτερικό της Ένωσης.
Σύμφωνα με τη Διεθνή Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή η αγρο-βιομηχανία ευθύνεται για έως και το 37% των παγκόσμιων εκπομπών ΑτΘ. Η πορεία των παγκόσμιων εκπομπών είναι αυξητική (+0,8% το 2024) απομακρύνοντας σταθερά την επίτευξη του στόχου (κλιματικού ορίου βιωσιμότητας) των 1,5o-20 C.
Οι λομπίστες για τους εμπλεκόμενους τομείς, πιέζουν τις κυβερνήσεις να υπογράψουν και να εφαρμόσουν αυτές τις συμφωνίες εδώ και δεκαετίες.
Η μείωση των εκπομπών ΑτΘ, περνάει μέσω από τον περιορισμό και αναστροφή της δραστηριότητας των μεγάλων πολυεθνικών agrobusiness, υπεύθυνων για την εκρηκτική πορεία επιδείνωσης, τόσο του περιβάλλοντος, όσο και της διατροφικής ασφάλειας.
Τα κάθε φύσης αντισταθμιστικά μέτρα «αποζημίωσης» απέναντι στην αναπόφευκτη περιβαλλοντική βλάβη, νομιμοποιούν τη συνέχιση των καταστροφικών πρακτικών και οδηγούν σε τραγικά αδιέξοδα, περιβαλλοντικά, οικονομικά, κοινωνικά.
Η ελληνική κυβέρνηση υπερψήφισε την Συμφωνία, οδηγώντας τον βαριά πάσχοντα πρωτογενή τομέα (από 6,9% του ΑΕΠ το 1995, σε 3,32% το 2024 και πρόβλεψη 1,89% για το 2030) κοντά στην εξαφάνιση. Το εμπορικό έλλειμμα αγροτικών προϊόντων της χώρας είναι αρνητικό σε σχέση με τις χώρες Mercosur. Η εφαρμογή της συμφωνίας στη χώρα κινδυνεύει να επιφέρει το τελικό χτύπημα σε έναν παραγωγικό τομέα, δομικό διατροφικό πυλώνα της σχέσης κοινωνίας και φύσης.