Την Πέμπτη ξεκινάει το Προγραμματικό Συνέδριο της Νέας Αριστεράς. Και είναι ένα Συνέδριο το οποίο για εμάς είναι πάρα πολύ σημαντικό, γιατί θεωρούμε ότι δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική παρουσία, ειδικά στις σημερινές συνθήκες, χωρίς μια πολύ σαφή, καθαρή και ολοκληρωμένη προγραμματική πρόταση.
Εδώ έχουν έρθει τα πάνω κάτω στον πλανήτη αλλά και στη χώρα μας. Εδώ αντιμετωπίζουμε γεωπολιτικές προκλήσεις, οι οποίες αν μας τις έλεγε κάποιος λίγο καιρό πριν, νομίζω θα λέγαμε ότι είναι τρελός. Εδώ αντιμετωπίζουμε στη χώρα μας μια κατάσταση, μια πολιτική συνθήκη, η οποία από τη μία δείχνει μια τεράστια κοινωνική δυσαρέσκεια, μια οργή, μια αγανάκτηση, έναν φόβο απέναντι στην κυβέρνηση, η οποία λειτουργεί με όρους καθεστώτος, την κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Βρισκόμαστε σε μια περίοδο τόσο ρευστή και τόσο δυναμική που σε όλα τα κόμματα αυτή τη στιγμή, ακόμα και στο κυβερνών κόμμα αλλά και στα κόμματα της αντιπολίτευσης, υπάρχουν διαφορετικές εκτιμήσεις, διαφορετικές απόψεις και διαφορετικοί προσανατολισμοί. Εμείς τα συζητάμε αυτά ανοιχτά. Τα συζητάμε δημοσίως, χωρίς να τα κρύβουμε κάτω από το χαλί.
Και στο Συνέδριό μας, μαζί με τις προγραμματικές μας θέσεις, τις οποίες θέλουμε να αποκρυσταλλώσουμε, βεβαίως θα δούμε και το ζήτημα της στρατηγικής μας κατεύθυνσης και θα προχωρήσουμε και την επόμενη μέρα όλοι μαζί, ενωμένοι, για να υλοποιήσουμε τη στρατηγική μας απόφαση.
Είναι και απόφαση του Συνεδρίου μας να προχωρήσουμε στη λογική του λαϊκού μετώπου, της συνένωσης δυνάμεων στη βάση συγκεκριμένης προγραμματικής πρότασης, χωρίς αποκλεισμούς, γιατί αυτό έχει ανάγκη σήμερα η ελληνική κοινωνία και εμείς θέλουμε να είμαστε κοινωνικά χρήσιμοι. Έτσι έχουμε λόγο ύπαρξης· έτσι η Αριστερά μπορεί να βοηθήσει αυτόν τον τόπο να πάει μπροστά.
Αντιδράσαμε γιατί θεωρώ ότι, καταρχάς, επιβεβαιώνεται πως όσοι μιλούν για υπέρβαση του άξονα Αριστερά–Δεξιά και ότι δεν υπάρχουν αριστερές και δεξιές απαντήσεις στα προβλήματα σήμερα κ.λπ., τελικά μιλούν από τη σκοπιά της Δεξιάς και πολλές φορές από τη σκοπιά της δεξιάς της Δεξιάς. Και αυτό έγινε και σήμερα. Είχαμε μια τοποθέτηση η οποία είναι πάρα πολύ προβληματική.
Δεν μπαίνουν, για να τελειώνει αυτή η συζήτηση, τα θεμελιώδη δικαιώματα σε λογικές διαβούλευσης. Τελεία και παύλα. Είναι θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία ανήκουν σε όλους. Και ειλικρινά με προβληματίζει πάρα πολύ όταν κάποιος ή κάποια τοποθετείται —και έχει κάθε δικαίωμα, βεβαίως, να το κάνει— με όρους «δικαιοσύνης». Πώς μπορεί η δικαιοσύνη να συνοδεύεται από την αφαίρεση θεμελιωδών δικαιωμάτων; Δεν πάνε μαζί αυτά.
Εδώ, λοιπόν, πρέπει τα πράγματα να είναι ξεκάθαρα. Εμείς μιλάμε για ένα μέτωπο το οποίο δεν αφορά τους πάντες.
Οι αγρότες επιστρέφουν στα μπλόκα. Δεν βγήκαν και είπαν ότι ήταν ικανοποιημένοι και κατενθουσιασμένοι από τις προτάσεις του Πρωθυπουργού. Και αυτό γίνεται γιατί δεν είναι μια συζήτηση η οποία είναι τεχνική. Δεν έχει να κάνει με «τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι», άντε να σου κόψω λίγο από το αγροτικό ρεύμα, άντε να σου μειώσω λίγο τις πρώτες ύλες. Έρχεται η κυβέρνηση και λέει «να σας δώσω κάτι σε αυτό για να τελειώνουμε, να φύγετε από τα μπλόκα». Εδώ μιλάμε για την επιβίωση ολόκληρου του πρωτογενούς τομέα.
Πώς γίνεται, λοιπόν, και μιλάμε για δημοσιονομικό εκτροχιασμό μόνο όταν αφορά τη στήριξη της κοινωνικής πλειοψηφίας; Τη στήριξη των κοινωνικών στρωμάτων που πλήττονται από την πολιτική της κυβέρνησης; Είτε αυτό αφορά τους εργαζόμενους, είτε αφορά τους αγρότες, είτε αφορά τους συνταξιούχους. Τότε θυμάται η κυβέρνηση τον κίνδυνο δημοσιονομικού εκτροχιασμού.
Τι γίνεται όμως όταν δίνει φοροαπαλλαγές στο μεγάλο κεφάλαιο; Τι γίνεται όταν μειώνει τους φόρους για τη μεγάλη ακίνητη περιουσία; Εκεί δεν υπάρχει κίνδυνος δημοσιονομικού εκτροχιασμού.
Είδαμε και τα μέτρα στη ΔΕΘ, το 1,7 δισ. που πανηγύριζε ο κ. Μητσοτάκης. Τι γίνεται μέσω αυτών των μέτρων; Αντίστροφη αναδιανομή. Από τους πολλούς στους λίγους. Από τους φτωχότερους στους πλουσιότερους.
Με την κυβέρνηση των υποκλοπών, με την κυβέρνηση των Τεμπών, με την κυβέρνηση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν μπορούν να υπάρχουν συναινέσεις. Το μόνο θετικό είναι ότι σε έναν χρόνο λήγει η θητεία αυτής της κυβέρνησης. Αυτό είναι το μόνο θετικό.
Από εκεί και πέρα, είναι ζήτημα της αντιπολίτευσης, και κυρίως της αριστερής και προοδευτικής αντιπολίτευσης, το πώς δεν θα δοθεί τρίτη ευκαιρία στον κ. Μητσοτάκη. Αυτό είναι το κρίσιμο. Αυτό είναι το ζητούμενο. Αυτό είναι που θέλει ο περισσότερος κόσμος.
Ο Αλέξης Χαρίτσης στην εκπομπή “Πολιτική Κουζίνα” της ΕΡΤnews και στις δημοσιογράφους Γ. Σκιτζή και Γ. Σαδανά