Η πολιτική συζήτηση στη χώρα καθορίζεται, σε μηνιαία βάση, από έναν πίνακα: αυτόν με το ραβδόγραμμα που αποτυπώνει την επιρροή των πολιτικών κομμάτων. Ακούγεται μεθοδολογικά λογικό. Εχει, όμως πλέον, ένα αδύναμο σημείο: από αυτό απουσιάζει το ισχυρότερο «κόμμα»· το κόμμα της αποχής. Της επιλογής δηλαδή του 58% των πολιτών στις ευρωεκλογές του 2024.
Ας το σκεφτούμε διαφορετικά: Τι είδους πολιτικό διάλογο θα πυροδοτούσε μια δημοσκόπηση που θα αποτύπωνε οπτικά –σε μια ράβδο– τα τηλέφωνα που κλείνουν στο πρώτο δευτερόλεπτο και τα μπινελίκια που ακούν οι εργαζόμενοι στα τηλεφωνικά κέντρα; Κατανοώ τη δυσκολία διερεύνησης του κόμματος της αποχής και εντέλει το καταλυτικό επιχείρημα ότι οι εκλογές κρίνονται από αυτούς που επιλέγουν να ψηφίσουν. Παρ’ όλα αυτά, αν έξι στους δέκα δηλώνουν με διαφορετικούς τρόπους ότι δεν θα πάνε στις κάλπες, όποτε αυτές και αν στηθούν, αυτό κάτι πρέπει να μας πει.
Και κυρίως πρέπει να πει στην αντιπολίτευση. Στον χώρο της υπάρχουν δύο εδραίες πεποιθήσεις: ότι ζούμε σε μια κοινωνία χαμηλών προσδοκιών και ότι η ίδια αυτή κοινωνία πλειοψηφικά δεν επιθυμεί μια τρίτη τετραετία με πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Αν ίσχυαν αυτά τα δύο δεδομένα, θα απέληγαν σε αυτό που ξέρουμε ιστορικά: Θα ψηφίσω οποιονδήποτε άλλον –δεν έχω άλλωστε τεράστιες προσδοκίες– προκειμένου την επόμενη μέρα να έχουμε μια διαφορετική κυβέρνηση. Αυτό δεν φαίνεται να συμβαίνει.
Εφόσον το πολυφωνικό κόμμα της αποχής παραμένει κυρίαρχο –το «δεν έχω τι να ψηφίσω» είναι μια φράση που ακούει κανείς παντού–, ο σημερινός πολιτικός συσχετισμός παραμένει –πάνω-κάτω– ο ίδιος. Στον γαλαξία των κομμάτων της αντιπολίτευσης όλα τα άστρα μοιάζουν να τρεμοπαίζουν στο ημίφως – άλλα πιο σταθερά, άλλα πιο θαμπά από αυτό που πιστεύουν για τον εαυτό τους, άλλα στα όρια της ανυπαρξίας.
Αναλαμπές καταγράφονται. Αλλά είναι στιγμιαίες. Τίποτα πέραν αυτού.
Η κινητικότητα γύρω από το πρόσωπο της κυρίας Καρυστιανού δεν φαίνεται να αλλάζει την εικόνα. Η αρχική καθολική αποδοχή προς το πρόσωπό της μετασχηματίζεται σε επιφύλαξη –ένα αίσθημα ξενερώματος– όσο περισσότερο η ίδια δηλώνει ότι επιθυμεί να εμπλακεί στο πεδίο της κομματικής αντιπαράθεσης. Εδώ υπάρχει ένα παράδοξο. Θεωρητικά η κυρία Καρυστιανού εκφράζει ένα αίτημα που κινητοποίησε και εξακολουθεί να συγκινεί περισσότερους πολίτες από ποτέ – και σίγουρα τους περισσότερους μετά την εποχή της αντιπαράθεσης γύρω από το μνημόνιο. Αυτό συνοψίζεται στο αίτημα της δικαιοσύνης για τα Τέμπη. Στη μετάβαση όμως στον κομματικό ανταγωνισμό, το αίτημα χάνει τη λάμψη του. Και ο λόγος είναι μάλλον απλός.
Το εγχείρημα της κυρίας Καρυστιανού παραπέμπει –ανεξάρτητα από τις υπερβατικές υποσχέσεις της– σε συγκεκριμένα και πολύ στενά χαρακτηριστικά: συντηρητισμός, προτεραιότητα του έθνους και θρησκευτικότητα με έντονα στοιχεία ανορθολογισμού. Προφανώς και αυτές είναι υπαρκτές τάσεις στην κοινωνία μας. Δεν είναι όμως πλειοψηφικές.
Για τον λόγο αυτό, προς το παρόν, φαίνεται να αρδεύει περισσότερο από σχήματα με τα οποία μοιράζεται κοινούς κώδικες. Κόμματα του «ενός» ή της «μιας», που τα ξέρουμε από το όνομα του επικεφαλής, κόμματα που τοποθετούν τον εαυτό τους πέραν του Αριστερά-Δεξιά, κόμματα όπου κυριαρχούν η καταγγελία και η λογική του «κάνε με εμένα πρωθυπουργό για μία ημέρα και θα δεις».
Αυτός ο κοινωνικός χώρος βρίσκει διέξοδο με διαφορετικούς τρόπους – ας μην ξεχνάμε εδώ την περίπτωση του Στέφανου Κασσελάκη.
Συναρθρώνεται μεν γύρω από το αίτημα για «καθαρά χέρια», αλλά υπονομεύεται επειδή συχνά οι εκπρόσωποί του φέρουν τις δικές τους, μικρές ή μεγάλες, παράδοξες ιστορίες διαπλοκής ή και διαφθοράς. Διεκδικεί στα λόγια την προοπτική μιας κυβερνητικής λύσης, αλλά στην πράξη καταθέτει είτε εκθέσεις ιδεών είτε προτάσεις που δεν πείθουν πολλούς πέρα από τους συντάκτες τους. Κυρίως όμως αυτό που μας κληροδότησε η κρίση –η εμφάνιση προσωποπαγών κομμάτων ως απάντηση στην παρακμή των μαζικών πολιτικών κομμάτων– δημιουργεί ένα εγγενές όριο στην πολιτική μας φαντασία: δεν μπορούμε να τα δούμε –ρεαλιστικά– να καταλαμβάνουν τα καθίσματα του υπουργικού συμβουλίου.
Η ενδεχόμενη αποτυχία ενός κόμματος γύρω από το πρόσωπο της «Μαρίας» μπορεί να μας οδηγήσει στην κατανόηση μιας ενδιαφέρουσας αντίφασης: Οτι ναι, μπορεί να ζούμε σε μια κοινωνία χαμηλών προσδοκιών, αλλά την ίδια στιγμή και σε μια κοινωνία υψηλών απαιτήσεων.
Που ζητάει δηλαδή από το πεδίο της πολιτικής κάτι παραπάνω από μια –φανταχτερή ή τραγική– διάσταση της ατομικής εμπειρίας ή μια γενικόλογη επίκληση των ιερών και των οσίων του έθνους, της πατρίδας ή του λαού.
Η ελληνική κοινωνία δεν φαίνεται να αναζητεί ένα ακόμη κόμμα διαμαρτυρίας, όσο και αν αυτό μπορεί να βρει άνετα τη θέση του δίπλα σε ένα άλλο. Η εικόνα μπορεί να αλλάξει ριζικά μόνο όταν τμήματα του κόμματος της αποχής διακρίνουν τη δυνατότητα ενός πολιτικού χώρου ή σχηματισμού να αναμετρηθεί με το κύριο ερώτημα της περίπλοκης εποχής μας: θα μπορούσαμε να δούμε μια ριζικά διαφορετική –από την κυρίαρχη– πρόταση διακυβέρνησης; Προς το παρόν, σε αυτό το ερώτημα δεν έχει εμφανιστεί μια χειροπιαστή και πειστική απάντηση.