Ο πραγματικός κίνδυνος σήμερα δεν είναι μόνο ο πολλαπλασιασμός των πολέμων, αλλά η κανονικοποίησή τους. Ο κόσμος δεν έχει εισέλθει ακόμη σε έναν πλήρη παγκόσμιο πόλεμο, αλλά βρίσκεται ξεκάθαρα σε μια προπολεμική φάση. Η αλληλεγγύη προς τη Βενεζουέλα –όπως και προς όλους τους λαούς που αντιστέκονται– δεν είναι απλώς ηθική στάση. Είναι πολιτική και αναγκαία.
Το λεγόμενο «διεθνές σύστημα που βασίζεται σε κανόνες» δεν αποτελεί πλέον τίποτε περισσότερο από ένα ρητορικό κάλυμμα για ένα σύστημα που έχει εξαντλήσει τον ιστορικό του ρόλο. Αυτό που καταρρέει σήμερα δεν είναι απλώς το διεθνές δίκαιο ή οι πολυμερείς θεσμοί, αλλά ένα ολόκληρο πλαίσιο που διαμορφώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για να διαχειρίζεται τους ανταγωνισμούς ισχύος – όχι για να προστατεύει τους λαούς, να αποτρέπει τους πολέμους ή να αποδίδει δικαιοσύνη.
Μετά την κατάρρευση του σοσιαλιστικού μπλοκ, οι αντιφάσεις του παγκόσμιου καπιταλισμού οξύνθηκαν δραματικά. Ο πλούτος συγκεντρώθηκε στα χέρια λίγων –κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες–, ενώ το ίδιο το σύστημα έχασε την ικανότητά του να παράγει κέρδη μέσω της παραγωγής και της ανάπτυξης. Οταν η ειρηνική επέκταση αποτυγχάνει, ακολουθεί ο εξαναγκασμός. Οι πόροι λεηλατούνται, οι περιοχές αποσταθεροποιούνται και ο κόσμος αναδιανέμεται με τη βία. Ο πόλεμος, υπό αυτή την έννοια, δεν αποτελεί αποτυχία του συστήματος, αλλά ένα από τα δομικά του εργαλεία.
Αυτή η μετατόπιση γίνεται σαφής με τη διάβρωση κάθε προσχήματος ουδετερότητας του διεθνούς δικαίου. Οι κανόνες αυτοί δεν σχεδιάστηκαν ποτέ για να υπερασπιστούν καταπιεσμένους λαούς, αλλά για να ρυθμίζουν τις συγκρούσεις μεταξύ κυρίαρχων δυνάμεων. Οταν έπαψαν να εξυπηρετούν το μονοπωλιακό κεφάλαιο, παρακάμφθηκαν απροκάλυπτα και αντικαταστάθηκαν από κυρώσεις, αποκλεισμούς, στρατιωτικοποίηση και άμεσους ή έμμεσους πολέμους. Η διπλωματία περιθωριοποιήθηκε· η βία έγινε πολιτική.
Η Βενεζουέλα βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της παγκόσμιας αντιπαράθεσης, όχι μόνο για ιδεολογικούς λόγους, αλλά επειδή αμφισβήτησε τα θεμέλια της αμερικανικής χρηματοπιστωτικής κυριαρχίας – και συγκεκριμένα την ηγεμονία του δολαρίου. Από τη δεκαετία του 1970, το σύστημα του «πετροδολαρίου» αποτέλεσε βασικό πυλώνα της αμερικανικής ισχύος. Κάθε προσπάθεια υπέρβασής του αντιμετωπίζεται όχι ως κυρίαρχη οικονομική επιλογή, αλλά ως στρατηγική απειλή.
Η Βενεζουέλα, που διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, στοχοποιήθηκε ακριβώς επειδή επεδίωξε να ανακτήσει την κυριαρχία στους φυσικούς της πόρους, να διαφοροποιήσει τις διεθνείς της συνεργασίες και να χρησιμοποιήσει εναλλακτικά νομίσματα στο εμπόριό της, ιδίως με την Κίνα και τη Ρωσία.
Οπως υπενθύμισε πρόσφατα ο πρέσβης της Βενεζουέλας στην Παλαιστίνη, πριν από τη νίκη του προοδευτικού εγχειρήματος του Ούγκο Τσάβες, το βενεζουελάνικο πετρέλαιο πωλούνταν στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω αμερικανικών εταιρειών που δραστηριοποιούνταν στη χώρα σε μια συμβολική τιμή που δεν αντανακλούσε την πραγματική του αξία στην αγορά. Δεν επρόκειτο για οικονομική λογική, αλλά για μια αποικιακή σχέση. Οταν η Βενεζουέλα επιχείρησε να τη σπάσει, μετατράπηκε από «εταίρο» σε «εχθρό».
Αυτή η προσέγγιση δεν περιορίζεται στη Βενεζουέλα. Αντανακλά την ωμή αναβίωση του Δόγματος Μονρόε στη σημερινή, επιθετική του μορφή. Οι αμερικανικές απειλές κατά της Κούβας, της Κολομβίας και άλλων χωρών της Λατινικής Αμερικής συνεχίζονται, παράλληλα με επεκτατικές ρητορικές απέναντι στον Παναμά, τη Γριλανδία και άλλες περιοχές. Το μήνυμα είναι σαφές: η κυριαρχία είναι υπό όρους.
Η Ουκρανία αποτελεί ακόμη ένα μέτωπο της ίδιας λογικής. Ο πόλεμος εκεί εντάσσεται σε μια παλιά αμερικανική στρατηγική αντίληψη για τον έλεγχο της Ευρασίας. Εξυπηρετεί την αποδυνάμωση της Ρωσίας και τη συντήρηση των δυτικών οικονομιών πολέμου, ενώ αναβάλλει κοινωνικές εκρήξεις στην Ευρώπη, όπου το κοινωνικό κράτος διαβρώνεται και η Ακροδεξιά ενισχύεται ως αποτέλεσμα –όχι αιτία– της κρίσης.
Στη Μέση Ανατολή, ο ρόλος του Ισραήλ δεν μπορεί να γίνει κατανοητός αποκομμένος από αυτή τη δομή. Λειτουργεί ως προκεχωρημένο φυλάκιο του δυτικού ιμπεριαλισμού. Στην Παλαιστίνη, αυτό σημαίνει στέρηση βασικών δικαιωμάτων: φυσικούς πόρους, θαλάσσιες ζώνες και το ίδιο το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Ο πόλεμος και η πολιορκία χρησιμοποιούνται για την αναδιαμόρφωση της γεωγραφίας προς όφελος γεωπολιτικών και εταιρικών συμφερόντων.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, ωστόσο, είναι η απουσία ξεκάθαρης επίσημης αραβικής –και παλαιστινιακής– στάσης αλληλεγγύης προς τη Βενεζουέλα. Αυτή η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα· είναι αντανάκλαση πολιτικής πίεσης και επικίνδυνων αυταπατών. Ο διαχωρισμός της Παλαιστίνης από τους αγώνες άλλων λαών που στοχοποιούνται αποδυναμώνει την παλαιστινιακή υπόθεση αντί να την προστατεύει.
Ο πραγματικός κίνδυνος σήμερα δεν είναι μόνο ο πολλαπλασιασμός των πολέμων, αλλά η κανονικοποίησή τους. Ο κόσμος δεν έχει εισέλθει ακόμη σε έναν πλήρη παγκόσμιο πόλεμο, αλλά βρίσκεται ξεκάθαρα σε μια προπολεμική φάση. Η αλληλεγγύη προς τη Βενεζουέλα –όπως και προς όλους τους λαούς που αντιστέκονται– δεν είναι απλώς ηθική στάση. Είναι πολιτική και αναγκαία. Η Ιστορία μάς διδάσκει ότι καμία αυτοκρατορία δεν είναι αιώνια. Οι αλλαγές που συντελούνται ίσως ανοίξουν τον δρόμο για μια νέα διεθνή στιγμή, στην υπηρεσία των λαών και όχι των κερδών.