1. Εισαγωγή
Καλησπέρα σε όλες και όλους,
Καλή χρονιά, με υγεία, αλλά και με αγωνιστικότητα – σε έναν κόσμο που ετοιμάζεται για πόλεμο ή που ήδη τον βιώνει. Με πίστη στη δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη, με αφοσίωση στην ειρήνη, στους αγώνες και στις διεκδικήσεις.
Η πραγματικότητα : Εικόνες που ασχημονούν στο κεφάλι μας: εθνοκάθαρση στη Γάζα, καταστροφικός πόλεμος στην Ουκρανία, μια υπερδύναμη η ΗΠΑ απαγάγει τον Πρόεδρο μιας άλλης χώρας και ανερυθρίαστα εξαγγέλλει τον έλεγχο στις πλουτοπαραγωγικές πηγές του πετρελαίου της, καταλαμβάνει σε διεθνή ύδατα τανκερ με πετρέλαιο με σημαία Ρωσίας, ενώ εξαγγέλλει πιθανή κατάληψη της Γροιλανδίας και των χωρών της Λατινικής Αμερικής ή και της Μέσης Ανατολής με κυβερνήσεις μη πειθαρχικές στα αμερικανικά συμφέροντα (Κούβα, Μεξικό, Κολομβία, Ιράν) και ο Πρωθυπουργός μας θεωρεί ότι “δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών”. Ενώ πολεμοχαρείς ηγέτες της ΕΕ με διασυνδέσεις στην πολεμική βιομηχανία αποφασίζουν τον ενταφιασμό του κοινωνικού κράτους και της αγροτικής παραγωγής στην Ευρώπη, η κυβέρνηση προετοιμάζεται να αντιμετωπίσει τις αγροτικές κινητοποιήσεις με τον ίδιο τρόπο που αντιμετώπισε τους φοιτητές, τους γιατρούς, τους εκπαιδευτικούς και όσους διαδήλωσαν για τα Τέμπη (δηλαδή με δακρυγόνα και ΜΑΤ) και ενώ μιλάει για διάλογο, υπογράφει τη θανατική καταδίκη της πρωτογενούς παραγωγής, με την χωρίς διαπραγμάτευση, υπογραφή της συνθήκης Mercosur.
Υπάρχει μια εξαιρετική και έκτακτη συνθήκη διεθνώς με τον Τραμπ που απειλεί τον κόσμο με πυρηνική καταστροφή και 3ο παγκόσμιο πόλεμο, καταστροφή μέσω της άρσης χρηματοδότησης της σύγχρονης επιστημονικής γνώσης για τη σωτηρία των ανθρώπων, με την άρση όλου του δικαιωματικού πλαισίου για εργαζόμενους, γυναίκες, μετανάστες κλπ), με την Ευρώπη στα κεντρικά της όργανα συναινούσα με ελάχιστες εξαιρέσεις (Ισπανία, Βέλγιο..) να κινείται στην κατεύθυνση γενικευμένου πολέμου στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο, αλλά και στην Ελλάδα, με το Μητσοτάκη ως καλύτερο μαθητή των ΗΠΑ. Υλοποιεί τον Τραμπισμό με τον έλεγχο όλων των θεσμών (πχ δικαστική εξουσία: ΣΤΕ και ιδιωτικά πανεπιστήμια, συγκάλυψη και Τέμπη, καταδίκες φοιτητών για αναγραφή συνθημάτων κλπ),τη διασπάθιση των δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων από τους λίγους και ισχυρούς και τους κομματάρχες (πχ ΟΠΕΚΕΠΕ), νομοθετεί τον διαρκή στραγγαλισμό των κοινωνικών δικαιωμάτων (13ωρο, διάλυση της δημόσιας υγείας και παιδείας, των ΚΔΑΠ, εκτίναξη παιδικής φτώχειας κλπ), με άγριο αυταρχισμό (χτύπημα κινητοποιήσεων, απαγόρευση διαδηλώσεων στον άγνωστο στρατιώτη, δίκες για τις αγροτικές κινητοποιήσεις) μαζί με βιομηχανία προσωπικών ρουσφετιών (τελευταίο νομοσχέδιο της υγείας, ΟΠΕΚΕΠΕ) και φυσικά με ακροδεξιό λόγο και πρακτικές (οι αριστεροί δεν είναι Έλληνες…). Ιδιωτικοποιεί τα πάντα (ΔΕΗ, ΕΛΤΑ, Νερό), αυξάνει στο 5% του ΑΕΠ τις στρατιωτικές δαπάνες και περηφανεύεται για την επανέναρξη των εξορύξεων και τις συμφωνίες με τις μεγάλες αμερικανικές εταιρείες και μας ετοιμάζει για εμπλοκή σε πόλεμο για αλλότρια συμφέροντα( αλλαγή του αμυντικού δόγματος).
Διαισθάνομαι ότι ορίζουν τη μοίρα μας «υπέρτερες δυνάμεις» χωρίς μείζονες αντιδράσεις και αυτό με τρομάζει.. έτσι ξεκίνησε και ο χιτλερισμός… Τρομάζω με την παρακολούθηση των πάντων, τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης σύμφωνα με τα συμφέροντα των υπερπλούσιων ιμπεριαλιστών, την αποκαλυπτόμενη διαμόρφωση εκλογικών αποτελεσμάτων, την εκτεταμένη διαφθορά, την απαξίωση του συλλογικού αγώνα και των οργανωμένων δυνάμεων, την εξόντωση όσων αντιστέκονται ηγετών και λαών, την προετοιμασία ενός γενικευμένου παγκόσμιου πολέμου…
Θα αντισταθούμε όσο μπορούμε; Γιατί ποιος ξέρει -ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να/ αρχίζει η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε, κι η ομορφιά του άνθρωπου (…).» (Γιάννης Ρίτσος)
Μπορούμε να αντιστρέψουμε αυτό που βλέπουμε να έρχεται;
Μπορούμε; οφείλουμε να το προσπαθήσουμε…Με ένα μεγάλο κοινό μέτωπο των δημοκρατικών δυνάμεων απέναντι σε αυτούς που μιλάνε για την υποταγή στη θέληση του ισχυρού και στα φέρετρα με σημαίες που δεν θα είναι των δικών τους παιδιών. Οφείλουμε παρά τις μεγάλες δυσκολίες να το προσπαθήσουμε..
Θα προχωρήσω με έναν σύντομο αλλά οφειλόμενο απολογισμό της δράσης μας στον τομέα της Παιδείας και της Έρευνας.
Θέλω πρώτα απ’ όλα να πω καθαρά κάτι που δεν είναι καθόλου αυτονόητο: η λειτουργία του εκλεγμένου Δικτύου Παιδείας και Έρευνας είναι μια σημαντική πολιτική και δημοκρατική κατάκτηση του χώρου μας. Σε μια περίοδο απαξίωσης των συλλογικών διαδικασιών, απομάκρυνσης και «ανάθεσης», το ότι υπάρχει ένα ενεργό, ζωντανό δίκτυο που παράγει σκέψη, θέσεις και παρεμβάσεις, είναι αποτέλεσμα κόπου, επιμονής και συλλογικής ευθύνης.
Θα θυμάστε πως, με πολύ μεγάλη προσπάθεια, διαμορφώθηκαν πριν από ενάμιση χρόνο – στο ιδρυτικό μας συνέδριο – οι βασικές θέσεις της Νέας Αριστεράς για την Παιδεία και την Έρευνα. Παρά τις σοβαρές αντιρρήσεις μας, στο τελικό κείμενο συμπεριλήφθηκε μόνο ένα μικρό μέρος τους. Προσωπικά θεωρούσα – και συνεχίζω να θεωρώ – ότι εκείνο το Συνέδριο όφειλε να συμπεριλάβει τον προγραμματικό πυρήνα, τουλάχιστον στα αντικείμενα που ήταν ώριμα και έτοιμα.
Σήμερα βρισκόμαστε λίγες ημέρες πριν από το προγραμματικό μας συνέδριο. Η σημερινή μας εκδήλωση έχει και αυτή τη σημασία: να εμπλουτίσει, να επικαιροποιήσει, αλλά και να οξύνει τις θέσεις μας. Και γι’ αυτό θέλω να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τη ΝΕ Α’ Θεσσαλονίκης, που επέλεξε τα ζητήματα της Παιδείας και της Έρευνας ως κεντρικό αντικείμενο πολιτικής συζήτησης.
Θέλω επίσης να ευχαριστήσω θερμά όλες και όλους εσάς που συμμετέχετε σήμερα. Τη συντρόφισσα καθηγήτρια και επικεφαλής του Δικτύου, Ιφιγένεια Καμτσίδου, για τη διαρκή παρουσία, τη φροντίδα και την ουσιαστική συμβολή τόσο στη λειτουργία του Δικτύου όσο και στην υποστήριξη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας.
Ευχαριστώ τους ομιλητές και τις ομιλήτριες για την ανταπόκριση. Τις μάχιμες συνδικαλίστριες και τους συνδικαλιστές μας για τους δύσκολους και συχνά άνισους αγώνες που δίνουν σε όλα τα πεδία. Και τους ανθρώπους της έρευνας και της θεωρίας της Παιδείας, που μας οπλίζουν με επιχειρήματα, τεκμηρίωση και πολιτικό βάθος, μέσα σε ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα που επιβάλλει η κοινοβουλευτική λειτουργία.
Γιατί τα χρόνια της διακυβέρνησης της ΝΔ – με διαδοχικούς υπουργούς την Κεραμέως, τον Πιερρακάκη και τη Ζαχαράκη – χαρακτηρίστηκαν από μια συστηματική, οργανωμένη προσπάθεια κατεδάφισης της Δημόσιας Παιδείας και της δημοκρατικής της λειτουργίας.
Με αλλεπάλληλα νομοθετήματα επιχειρήθηκε να εγκατασταθεί ένα καθεστώς φόβου, πειθάρχησης και ιδεολογικής παλινόρθωσης της Δεξιάς και της υπερδεξιάς. Μια πολιτική που δεν δίστασε να πατήσει ακόμη και πάνω στο Σύνταγμα, με την καθοριστική συμβολή της ανώτατης διορισμένης δικαστικής εξουσίας – και όχι της Δικαιοσύνης ως θεσμού.
Θέλω, τέλος, να ευχαριστήσω θερμά τους άμεσους συνεργάτες μας. Νέους ανθρώπους με επιστημονική επάρκεια, ιδεολογική συγκρότηση και συνεχή προσφορά. Χωρίς τη συμβολή τους – και επιτρέψτε μου να αναφερθώ ονομαστικά στον Στέργιο Νταή – θα ήταν αδύνατο να ανταποκριθούμε σε εξαιρετικά απαιτητικές και συχνά εξουθενωτικές συνθήκες, μέσα σε ένα γενικευμένο κλίμα πολιτικής ματαίωσης.
Η σημερινή συνεδρίαση έχει και τον χαρακτήρα δημόσιου απολογισμού. Και με αυτή την έννοια, θεωρώ ότι η δράση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας συνολικά, του προέδρου μας Αλέξη Χαρίτση και του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου Νάσου Ηλιόπουλου, υπήρξε συνεχής και ουσιαστική στα ζητήματα της Παιδείας και της Έρευνας.
Με παρουσία σε όλες τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες – ερωτήσεις, επερωτήσεις, νομοσχέδια, επιτροπές – αλλά και με συμμετοχή σε κινηματικές πρωτοβουλίες, συναντήσεις με σωματεία και ομοσπονδίες, ανοιχτές εκδηλώσεις, παρεμβάσεις, αρθρογραφία και επεξεργασία θέσεων.
Η παρουσία μας άσκησε επίσης πραγματική πολιτική πίεση. Σε κρίσιμα ζητήματα: άρθρο 16, ιδιωτικά πανεπιστήμια, εξίσωση τίτλων σπουδών, Ωνάσεια σχολεία, επαγγελματική εκπαίδευση – υπήρξαν μετατοπίσεις και συγκλίσεις θέσεων από τις επιτροπές προς την Ολομέλεια. Θλιβερή εξαίρεση η Πλεύση Ελευθερίας, που έχει υπερψηφίσει όλα τα αντιδραστικά νομοσχέδια για την Παιδεία.
Και να θυμίσω ότι κατατέθηκε και έγινε δεκτή τροπολογία που καταθέσαμε – πάγιο αίτημα της ΟΛΜΕ – για τη συμμετοχή των συνδικαλιστικών στελεχών στη λήψη κρίσιμων αποφάσεων. Μικρή αλλά ουσιαστική νίκη, σε ένα εχθρικό περιβάλλον.
Θα αναρτήσω έναν περιεκτικό απολογισμό της κοινοβουλευτικής δράσης για το περασμένο έτος, χωρίς κουραστικές λεπτομέρειες. Όχι για αυτοεπιβεβαίωση. Αλλά για να περάσουμε στο κρίσιμο: να δούμε καθαρά πού μας οδήγησε η κυβερνητική πολιτική στην Παιδεία και την Έρευνα – και να συζητήσουμε το πώς, με ποιους και με ποιο σχέδιο μπορούμε να την ανατρέψουμε.
2. Το σχέδιο της κυβέρνησης για την Παιδεία και την Έρευνα
Αν θέλουμε λοιπόν να δούμε πού μας οδήγησε αυτή η επταετής κυβερνητική πολιτική, πρέπει να είμαστε απολύτως καθαροί: Έχουμε μπροστά μας ένα συνεκτικό πολιτικό σχέδιο, που βασίζεται σε τρεις πυλώνες: υποχρηματοδότηση, ιδιωτικοποίηση, αυταρχισμό.
Η υποβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης και της έρευνας δεν είναι διαχειριστική αποτυχία. Είναι προϋπόθεση. Πρώτα αποδυναμώνεις το δημόσιο. Μετά το παρουσιάζεις ως αναποτελεσματικό. Και ύστερα ανοίγεις τον δρόμο για ιδιώτες, δίδακτρα, χορηγούς, εταιρικές συμπράξεις. Αυτό το σχέδιο διατρέχει όλες τις βαθμίδες: από το νηπιαγωγείο μέχρι το πανεπιστήμιο και την έρευνα.
3. Σχολεία
Στη σχολική εκπαίδευση, η εικόνα είναι αποκαλυπτική. Η κυβέρνηση μιλά για «αυξήσεις» και «διορισμούς», αλλά πίσω από τα νούμερα υπάρχει η πραγματικότητα της τάξης και του σχολείου: οι μόνιμοι διορισμοί σε μεγάλο βαθμό αναπληρώνουν αποχωρήσεις. Δεν καλύπτουν τα πραγματικά κενά. Δεν αντιμετωπίζουν τη χρόνια υποστελέχωση.
Και κυρίως δεν στηρίζουν ουσιαστικά τη λειτουργία του σχολείου εκεί που πονάει: στην καθημερινότητα, στα τμήματα, στην υποστήριξη των παιδιών, στις δομές που κρατούν όρθια την ισότητα.
Ταυτόχρονα, οι εκπαιδευτικοί αντιμετωπίζονται όχι ως παιδαγωγοί, αλλά ως ύποπτοι προς πειθάρχηση. Η λεγόμενη «αξιολόγηση» δεν είναι εργαλείο βελτίωσης. Είναι εργαλείο ελέγχου, φόβου και συμμόρφωσης.
Οι νεοδιόριστοι εκπαιδευτικοί κρατήθηκαν σε καθεστώς εργασιακής ομηρίας επειδή συμμετείχαν σε συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις. Χρειάστηκε να παρέμβει η Δικαιοσύνη για να ακυρώσει αυτή την αυθαιρεσία. Και ακόμη περιμένουμε πλήρη, καθαρή συμμόρφωση της κυβέρνησης – όχι νομικά τερτίπια και παραθυράκια.
Και την ίδια στιγμή, η Ειδική Αγωγή παραμένει ο μεγάλος «φτωχός συγγενής»: καθυστερήσεις, κενά, παιδιά χωρίς στήριξη, οικογένειες που αναγκάζονται να πληρώνουν από την τσέπη τους. Αυτό δεν είναι απλώς κακή διαχείριση. Είναι συνειδητή αναπαραγωγή των ανισοτήτων μέσα στο σχολείο. Γιατί, όταν το δημόσιο δεν στηρίζει, αυτός που έχει χρήματα βρίσκει λύση. Αυτός που δεν έχει, μένει πίσω. Κι έτσι η ανισότητα γίνεται «κανονικότητα».
4. Ανώτατη Εκπαίδευση
Στα δημόσια πανεπιστήμια, η κατάσταση είναι ακόμη πιο ωμή. Η κυβέρνηση επέλεξε να απαντήσει στα υπαρκτά προβλήματα όχι με ενίσχυση, αλλά με καταστολή. Όχι με φοιτητική μέριμνα, αλλά με πειθαρχικά. Όχι με στήριξη, αλλά με αποκλεισμούς.
Οι μαζικές διαγραφές περισσότερων από 300.000 φοιτητών και φοιτητριών δεν είναι «τεχνική ρύθμιση». Είναι βαθιά ταξική επιλογή. Στοχοποιούν τον εργαζόμενο φοιτητή. Τον φοιτητή που δεν έχει οικονομική στήριξη. Τον φοιτητή που καθυστερεί επειδή δουλεύει, επειδή νοικιάζει, επειδή ζει σε άλλη πόλη, επειδή η ζωή δεν είναι ίδια για όλους.
Και αυτές οι διαγραφές έρχονται να κουμπώσουν πάνω σε ένα συνολικό πλέγμα αποκλεισμών: Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής. Πειθαρχικά συμβούλια. Ποινικοποίηση της συλλογικής δράσης. Πανεπιστημιακή αστυνομία – έστω κι αν απέτυχε ως εγχείρημα, άφησε το αποτύπωμα της απειλής και της στοχοποίησης.
Το πανεπιστήμιο που οραματίζεται η ΝΔ δεν είναι χώρος γνώσης και κοινωνικής κινητικότητας. Είναι πανεπιστήμιο φιλτραρίσματος, επιτήρησης και αποβολής. Ένα πανεπιστήμιο που «βολεύεται» με λιγότερους, πιο σιωπηλούς, πιο πειθαρχημένους.
5. Ιδιωτικά πανεπιστήμια
Η υπόθεση των ιδιωτικών πανεπιστημίων είναι αποκαλυπτική για τον κυνισμό της κυβέρνησης. Μίλησαν για «διάσημα πανεπιστήμια του εξωτερικού». Δεσμεύτηκαν για «αυστηρά κριτήρια» και «εγγυήσεις ποιότητας». Τίποτα από αυτά δεν επιβεβαιώθηκε.
Αντίθετα, βλέπουμε μια συνεχή προσπάθεια θεσμικής χαλάρωσης, ερμηνευτικών ακροβασιών και παρακάμψεων, προκειμένου να στηθεί όπως-όπως μια αγορά παραρτημάτων, χωρίς ακαδημαϊκό βάθος, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, χωρίς πραγματική διαφάνεια.
Ακόμη και οι ανεξάρτητες αρχές, που υποτίθεται ότι θα λειτουργούσαν ως θεσμικό φίλτρο, πιέζονται να «προσαρμόσουν» τις ερμηνείες τους. Και όταν προσαρμόζεις τα κριτήρια για να χωρέσει ένα πολιτικό σχέδιο, δεν υπηρετείς την ποιότητα. Υπηρετείς την αγορά.
Το αποτέλεσμα είναι ένα διπλό σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης. Από τη μία, ένα υποχρηματοδοτούμενο δημόσιο πανεπιστήμιο. Από την άλλη, ιδιωτικά σχήματα με δίδακτρα, όπου η πρόσβαση θα εξαρτάται από το πορτοφόλι. Αυτό δεν είναι «ελευθερία επιλογής». Είναι θεσμοθέτηση της ανισότητας.
6. Έρευνα
Στην έρευνα, όλα αυτά συμπυκνώνονται. Παρά τα μεγάλα λόγια για «καινοτομία», η κυβέρνηση έχει αφήσει να χαθούν τεράστιοι πόροι από το Ταμείο Ανάκαμψης για τα δημόσια πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα.
Δράσεις που είχαν σχεδιαστεί, προκηρυχθεί ή ακόμη και συμβασιοποιηθεί, απεντάχθηκαν. Ερευνητές και μέλη ΔΕΠ βρέθηκαν κυριολεκτικά στον αέρα. Και μαζί τους βρέθηκε στον αέρα και το ίδιο το μήνυμα προς τη νέα γενιά επιστημόνων: «μην επενδύεις τη ζωή σου εδώ, δεν έχεις σταθερότητα, δεν έχεις προοπτική».
Την ίδια στιγμή, η δημόσια χρηματοδότηση για Έρευνα και Ανάπτυξη παραμένει κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Χωρίς σταθερότητα, χωρίς αξιοπρεπείς όρους εργασίας, χωρίς κατοχυρωμένες διαδρομές, το brain drain δεν ανακόπτεται με ευχολόγια.
Και αντί να ενισχυθεί η δημόσια έρευνα ως κοινωνικό αγαθό, επιβάλλεται ένα μοντέλο όπου η χρηματοδότηση περνά όλο και πιο υποχρεωτικά μέσα από ιδιωτικές εταιρίες. Σαν να μην έχει αξία η έρευνα αν δεν αποδίδει άμεσο κέρδος. Εμείς λέμε το αντίθετο: η έρευνα έχει αξία όταν υπηρετεί την κοινωνία, τη δημόσια υγεία, την παιδεία, το περιβάλλον, την παραγωγική ανασυγκρότηση, τον πολιτισμό. Όχι όταν περιορίζεται σε «έργα βιτρίνας» για λίγους.
7. Τι προτείνει η Νέα Αριστερά
Απέναντι σε αυτή τη συνολική επίθεση, η απάντησή μας δεν μπορεί να είναι αμυντική. Χρειάζεται καθαρός, προγραμματικός προσανατολισμός. Και χρειάζεται να ειπωθεί χωρίς περιστροφές.
Πρώτον: γενναία αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης, με στόχο σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Όχι επικοινωνιακές αυξήσεις, αλλά πραγματικές επενδύσεις σε υποδομές, προσωπικό, φοιτητική μέριμνα, σχολική στέγη και δημόσιες δομές στήριξης.
Δεύτερον: εμπιστοσύνη στους εκπαιδευτικούς και στους ερευνητές. Κατάργηση της αξιολόγησης-τιμωρίας. Στήριξη, επιμόρφωση, αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, ουσιαστική παιδαγωγική ελευθερία.
Τρίτον: δημοκρατικό πανεπιστήμιο, χωρίς διαγραφές και ταξικούς αποκλεισμούς. Ενίσχυση της φοιτητικής στέγης και μέριμνας. Σεβασμός των συλλογικών δικαιωμάτων. Γιατί χωρίς δημοκρατία, δεν υπάρχει γνώση που να ελευθερώνει – υπάρχει γνώση που να χειραγωγεί.
Τέταρτον: δημόσια έρευνα με στρατηγικό σχεδιασμό, σταθερή χρηματοδότηση και κοινωνικό προσανατολισμό – όχι έρευνα υποταγμένη στην αγορά. Έρευνα που κρατά ανθρώπους εδώ, που δημιουργεί προοπτική, που φτιάχνει κοινωνική ανθεκτικότητα.
Και όλα αυτά δεν γίνονται με διακηρύξεις μόνο. Γίνονται με πλατιές κοινωνικές συμμαχίες. Χωρίς τον «φετιχισμό των μικρών διαφορών». Με στόχο μια επόμενη προοδευτική κυβέρνηση που θα αποκαταστήσει τα αυτονόητα και θα τα μετατρέψει σε υλική πραγματικότητα.
8.Κλείσιμο
Θα κλείσω με μια φράση, όσο γίνεται πιο καθαρά: Η Παιδεία και η Έρευνα δεν είναι ούτε κόστος, ούτε εμπόρευμα. Είναι κοινωνικό δικαίωμα, δημοκρατικό θεμέλιο και όρος συλλογικής αξιοπρέπειας.
Σήμερα έχουμε μπροστά μας μια καθαρή επιλογή: ή θα αποδεχθούμε τη διάλυση του δημόσιου χώρου της γνώσης, ή θα δώσουμε τη μάχη – πολιτική, κοινωνική, παιδαγωγική και κινηματική – για να τον υπερασπιστούμε και να τον ξαναχτίσουμε.
Η Νέα Αριστερά έχει επιλέξει πλευρά. Και αυτή είναι η πλευρά της δημόσιας Παιδείας, της δημόσιας Έρευνας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.