Μεταφράσεις

Όταν τα πράγματα καταρρέουν

Ο δημοκρατικός καπιταλισμός είναι ένα εξελισσόμενο σύστημα που ανταποκρίνεται στις κρίσεις μεταμορφώνοντας ριζοσπαστικά και τις οικονομικές σχέσεις και τους πολιτικούς θεσμούς. Η ώρα για μια νέα φάση έχει φτάσει, ανεξάρτητα από το αν οι «υπεύθυνοι» πολιτικοί είναι έτοιμοι να το παραδεχτούν.

Σε όλο τον κόσμο σήμερα, υπάρχει μια αίσθηση του τέλους μιας εποχής, μια βαθιά προαίσθηση για την διάλυση των προηγουμένως σταθερών κοινωνιών. Μέσα από τους αθάνατους στίχους του ποιήματος του W.B. Yeats  “The Second Coming”:

Things fall apart; the center cannot hold

Mere anarchy is loosed upon the world…

The best lack all conviction, while the worst

Are full of passionate intensity…

And what rough beast, its hour come round at last

Slouches towards Bethlehem to be born?

Ο Yeats έγραψε αυτούς τους στίχους τον Ιανουάριο του 1919, δυο μήνες μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ενστικτωδώς ένιωσε ότι η ειρήνη σύντομα θα δώσει τη θέση της σε ακόμα μεγαλύτερες φρίκες.

Σχεδόν 50 χρόνια αργότερα, το 1967, η αμερικανίδα συγγραφέας Joan Didion διάλεξε το Slouching Towards Bethlehem ως τίτλο για τη συλλογή δοκιμίων της σε σχέση με τις κοινωνικές καταρρεύσεις του τέλους της δεκαετίας του 1960. Στους 12 μήνες που ακολούθησαν την έκδοση του βιβλίου, o Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, Ο Jr. και ο Robert Kennedy δολοφονήθηκαν, οι εσωτερικές πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών εξερράγησαν σε εξεγέρσεις και οι Γάλλοι διαδηλωτές φοιτητές ξεκίνησαν την ανταρσία που ανέτρεψε τον Πρόεδρο Ντε Γκολ ένα χρόνο αργότερα.

Έως τα μέσα της δεκαετίας του 1970, η Αμερική είχε χάσει τον πόλεμο του Βιετνάμ. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες, η οργάνωση Weather Underground, o IRA και Ιταλοί νέο-φασίστες τρομοκράτες πρωταγωνιστούσαν σε επιθέσεις στην Αμερική και την Ευρώπη. Και η καταγγελία κατά του Προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον έκανε περίγελο τη δυτική δημοκρατία.

Από τότε έχουν περάσει 50 χρόνια, και ο κόσμος στοιχειώνεται από φόβους σε σχέση με την αποτυχία της δημοκρατίας. Μπορούμε να πάρουμε μαθήματα από προηγούμενες περιόδους υπαρξιακής αυτό-αμφιβολίας;

Στις δεκαετίες του 1920 και του 1930, όπως και στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και του 1970, και πάλι σήμερα, η απόγνωση σε σχέση με τη με την πολιτική συνδέθηκε με την απελπισία σε σχέση με ένα αποτυχημένο οικονομικό σύστημα. Στην περίοδο του μεσοπολέμου, ο καπιταλισμός έμοιαζε καταδικασμένος από αβάσταχτες ανισότητες, ύφεση και μαζική ανεργία. Τη δεκαετία του 1960 και του 1970, ο καπιταλισμός έμοιαζε να καταρρέει από τους αντίθετους λόγους: πληθωρισμός και μια αντίδραση από τους φορολογούμενους και τα επιχειρηματικά συμφέροντα ενάντια στην αναδιανεμητικές πολιτικές της «μεγάλης κυβέρνησης».

Παρατηρώντας αυτό το μοτίβο των επαναλαμβανόμενων κρίσεων δεν το κάνουμε για να ισχυριστούμε ότι ένας κάποιος φυσικός νόμος σχεδόν υπαγορεύει την κατάρρευση του παγκόσμιου καπιταλισμού κάθε 50 ή 60 χρόνια. Είναι, ωστόσο, για να αναγνωρίσουμε ότι ο δημοκρατικός καπιταλισμός είναι ένα εξελισσόμενο σύστημα που ανταποκρίνεται στις κρίσεις μεταμορφώνοντας ριζικά τις οικονομικές σχέσεις και τους πολιτικούς θεσμούς.

Έτσι χρειάζεται να δούμε την σημερινή αναταραχή ως μια προβλέψιμη απάντηση στην κατάρρευση ενός συγκεκριμένου μοντέλου παγκόσμιου καπιταλισμού το 2008. Κρίνοντας από την προηγούμενη εμπειρία, ένα πιθανό απότοκο θα μπορούσε να είναι μια δεκαετία ή και παραπάνω ενδοσκόπησης και αστάθειας, που θα οδηγήσει τελικά σε μια νέα επίλυση και στην πολιτική και στην οικονομία.

Αυτό συνέβη όταν τον μεγάλο πληθωρισμό των αρχών της δεκαετίας του 1970 ακολούθησαμ οι αναδείξεις των Μάργκαρετ Θάτσερ και Ρόναλντ Ρήγκαν, και όταν το Αμερικανικό New Deal αλλά και το βάναυσο θηρίο του ευρωπαϊκού επανεξοπλισμού προέκυψε από τη Μεγάλη Ύφεση. Κάθε μια από αυτές τις μετακρισιακές επιλύσεις σημαδεύτηκε από μεταμορφώσεις στην οικονομική σκέψη και στην πολιτική.

Η Μεγάλη Ύφεση οδήγησε στην κεϋνσιανή επανάσταση στην οικονομία, μαζί με το New Deal στην πολιτική. Οι πληθωριστικές κρίσεις των δεκαετιών 1960 και 1970 προκάλεσαν την μονεταριστική αντεπανάσταση του Μιλτον Φριντμαν, που ενέπνευσε τη Θάτσερ και τον Ρήγκαν.

Φαίνεται επομένως λογικό να αναμένει κανείς το σπάσιμο του άναρχου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού να πυροδοτήσει μιας τέταρτη σεισμική αλλαγή (Καπιταλισμός 4.0, τον ονόμασα το 2010) και στην πολιτική και στην οικονομική σκέψη. Αλλά αν ο παγκόσμιος καπιταλισμός εισέρχεται σε μια νέα εξελικτική φάση, ποιά είναι τα πιθανά χαρακτηριστικά του;

Το καθοριστικό στοιχείο κάθε διάδοχου σταδίου του παγκόσμιου καπιταλισμού υπήρξε μια μετατόπιση στο όριο μεταξύ οικονομίας και πολιτικής. Στον κλασσικό καπιταλισμό του 19ου αιώνα, πολιτική και οικονομία παρουσιάστηκαν ως ξεχωριστές σφαίρες, με τις  διαντιδράσεις μεταξύ κυβέρνησης και επιχείρησης  να περιορίζονται στην (απαραίτητο) αύξηση των φόρων για τις στρατιωτικές περιπέτειες και την (επιβλαβή) προστασία ισχυρών συμφερόντων.

Στη δεύτερη, κεϋνσιανή εκδοχή του καπιταλισμού, οι αγορές αντιμετωπίζονταν με καχυποψία, ενώ οι κυβερνητικές παρεμβάσεις υποτέθηκε ότι είναι σωστές. Στην τρίτη φάση, που κυριαρχήθηκε από τη Θάτσερ και τον Ρήγκαν, αυτές οι παραδοχές αντιστράφηκαν: η κυβέρνηση έκανε συνήθως λάθος και οι αγορές ήταν πάντα σωστές. Η τέταρτη φάση μπορεί να έρθει οριζόμενη από την αναγνώριση ότι και οι κυβερνήσεις και οι αγορές μπορεί να κάνουν καταστροφικά λάθη.

Αναγνωρίζοντας τόσο ριζικά λάθη μπορεί να φαίνεται παραλυτικό – και το τρέχον πολιτικό κλίμα φαίνεται σίγουρα να αντανακλά κάτι τέτοιο. Αλλά αναγνωρίζοντας τα λάθη μπορεί πράγματι να φέρει ενδυνάμωση, επειδή υπονοεί τη δυνατότητα βελτίωσης και στην οικονομία και στην πολιτική.

Αν ο κόσμος είναι υπερβολικά πολύπλοκος και απρόβλεπτος είτε για τις αγορές είτε για τις κυβερνήσεις έτσι ώστε να επιτευχθούν κοινωνικοί στόχοι, τότε νέα συστήματα ελέγχων και ισορροπιών πρέπει να σχεδιαστούν έτσι ώστε η λήψη πολιτικών αποφάσεων να μπορέσει να περιορίσει τα οικονομικά κίνητρα και το αντίθετο. Αν ο κόσμος χαρακτηρίζεται από ασάφεια και τη μη προβλεψιμότητα, τότε οι οικονομικές θεωρίες της περιόδου προ της κρίσης – ορθολογικές προσδοκίες, αποτελεσματικές αγορές, και η ουδετερότητα του χρήματος – θα πρέπει να αναθεωρηθούν.

Επιπλέον, οι πολιτικοί πρέπει να επανεξετάσουν ένα μεγάλο μέρος της ιδεολογικής υπερδομής που ανεγέρθηκε υπό τις  φανατικά υπέρ της αγοράς παραδοχές. Αυτό περιλαμβάνει όχι μόνο την οικονομική απορρύθμιση, αλλά και την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών, το διαχωρισμό των νομισματικών και δημοσιονομικών πολιτικών και την παραδοχή ότι οι ανταγωνιστικές αγορές απαιτούν μηδαμινή κυβερνητική παρέμβαση έτσι ώστε να παραχθεί μια αποδεκτή κατανομή του εισοδήματος, η προώθηση της καινοτομίας, η εξασφάλιση των αναγκαίων υποδομών και η παροχή δημόσιων αγαθών.

Είναι προφανές ότι η νέα τεχνολογία και η ένταξη δισεκατομμυρίων επιπλέον εργαζομένων στις παγκόσμιες αγορές έχουν δημιουργήσει ευκαιρίες που θα πρέπει να σημαίνει μεγαλύτερη ευημερία στις επόμενες δεκαετίες από ότι πριν από την κρίση. Ωστόσο, οι «υπεύθυνοι» πολιτικοί προειδοποιούν παντού τους πολίτες σχετικά με το «νέο φυσιολογικό» της στάσιμης ανάπτυξης. Δεν είναι να απορείς που οι ψηφοφόροι είναι στα όπλα.

Οι άνθρωποι αισθάνονται ότι οι ηγέτες έχουν ισχυρά οικονομικά εργαλεία που θα μπορούσαν να προάγουν το επίπεδο διαβίωσης. Χρήματα θα μπορούσαν να τυπωθούν και να αποδοθούν κατευθείαν στους πολίτες. Οι κατώτεροι μισθοί θα μπορούσαν να αυξηθούν έτσι ώστε να μειωθεί η ανισότητα. Οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να επενδύσουν πολύ περισσότερα σε υποδομές και καινοτομία με μηδαμινό κόστος. Τραπεζικές ρυθμίσεις θα μπορούσαν να ενθαρρύνουν το δανεισμό, αντί να τον περιορίζουν.

Όμως η ανάπτυξη τέτοιων ριζοσπαστικών πολιτικών θα σήμαινε απόρριψη των θεωριών που έχουν κυριαρχήσει την οικονομία από το 1980, μαζί με τις θεσμικές ρυθμίσεις που βασίζονται σε αυτούς, όπως η Συνθήκη του Μάαστριχτ της Ευρώπης. Λίγοι “υπεύθυνοι” άνθρωποι είναι ακόμα πρόθυμοι να αμφισβητήσουν την προ κρίσης οικονομικής ορθοδοξία.

Το μήνυμα από τις λαϊκές εξεγέρσεις των ημερών μας είναι ότι οι πολιτικοί πρέπει να σκίσουν τα εγχειρίδια τους και να ενθαρρύνουν μια επανάσταση στην οικονομική σκέψη. Αν οι υπεύθυνοι πολιτικοί αρνηθούν, «κάποιο άγριο θηριο, που επιτέλους ήρθε η ώρα του» θα το κάνει γι’αυτούς.

Πηγή: project-syndicate.org

Μετάφραση: Βασίλης Ρόγγας